Υπερδιπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση πέτυχε η Ελλάδα το πρώτο τρίμηνο του έτους, σύμφωνα με στοιχεία που έδωσαν στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat.
Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 2% σε σύγκριση με τους πρώτους τρεις μήνες του περασμένου έτους, ενώ το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της ΕΕ μεγενθύθηκε κατά 0,7%.
Εξίσου αισθητή ήταν η διαφορά σε τριμηνιαία βάση. Μεταξύ του τελευταίου τριμήνου του 2025 και του πρώτου του 2026, η ελληνική οικονομία ενισχύθηκε κατά 0,2%, τη στιγμή που η Ένωση είδε το ΑΕΠ της να μειώνεται κατά 0,1%.
Μεγάλο μέρος της αναπτυξιακής ώθησης στην Ελλάδα προήλθε από το «άλμα» στις επενδύσεις, της τάξης του 12,1% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του περασμένου έτους. Ο ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου σε σταθερές τιμές, ώστε να εξουδετερώνεται η στρέβλωση που προκαλεί ο πληθωρισμός, τονώθηκε κατά περισσότερα από 10 δισεκατομμύρια ευρώ, με αποτέλεσμα να ανέλθει στα 9,46 δισεκ. στα τέλη Μαρτίου, έναντι 8,44 δισεκ. πριν από έναν χρόνο.
O ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών διαμορφώθηκε στο 2,4%
Σημαντική βελτίωση σημειώθηκε και στις επιδόσεις του ελληνικού εμπορίου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών διαμορφώθηκε στο 2,4% και υπερέβη κατά πολύ την άνοδο των εισαγωγών (0,5%), γεγονός που οδήγησε στον περιορισμό του εμπορικού ελλείμματος.
Αξιοσημείωτη είναι και η συνεχιζόμενη αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης, κατά 1% σε ετήσια βάση, με σημαντική συνεισφορά και της κρατικής δαπάνης.
Οι μετρήσεις αντικατοπτρίζουν σε έναν βαθμό και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, με δεδομένο ότι περιλαμβάνουν τον Μάρτιο, που ήταν ο πρώτος μήνας της σύρραξης στη Μέση Ανατολή και η Ελλάδα, όμως και όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, είναι εν μέρει εκτεθειμένη στις αναταράξεις στην αγορά ενέργειας.
Παρά ταύτα, ο ρυθμός ανάπτυξης στη χώρα μας επιβραδύνθηκε σχετικά ήπια, κατά 0,3 μονάδες σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο, όταν το ΑΕΠ είχε αυξηθεί κατά 2,3%. Στον αντίποδα, η ευρωπαϊκή οικονομία υπέστη σαφώς μεγαλύτερο πλήγμα, με την υποχώρηση να ανέρχεται σε 0,7 μονάδες (από 1,4% στο 0,7%).