Για τον Απρίλιο του 2027 προγραμματίζεται η πολυαναμενόμενη ερευνητική γεώτρηση στο Block 2, δυτικά της Κέρκυρας, με την κοινοπραξία Energean, ExxonMobil και HELLENiQ ENERGY να προετοιμάζεται για ένα από τα σημαντικότερα εγχειρήματα του ελληνικού προγράμματος υδρογονανθράκων.
Οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις ανεβάζουν το δυνητικό γεωλογικό δυναμικό της περιοχής έως τα 10 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου, με τη γεώτρηση να καλείται να δώσει τις πρώτες ουσιαστικές απαντήσεις για την ύπαρξη αξιοποιήσιμου κοιτάσματος.
Την ίδια ώρα, ενισχυμένο ενδιαφέρον από μεγάλες διεθνείς σεισμογραφικές εταιρείες αναμένεται να αποτυπωθεί στον διαγωνισμό της ΕΔΕΥΕΠ για νέες σεισμικές έρευνες στις θαλάσσιες περιοχές της Δυτικής και Νότιας Ελλάδας. Με τη διαδικασία υποβολής προσφορών να ολοκληρώνεται, σύμφωνα με το αναφερόμενο χρονοδιάγραμμα, τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, οι ενδείξεις από την αγορά δημιουργούν προσδοκίες για έναν νέο κύκλο γεωλογικών ερευνών, που θα μπορούσε να διευρύνει τις επενδυτικές επιλογές από το Ιόνιο έως τις θαλάσσιες περιοχές νότια της Κρήτης. Οι δύο αυτές εξελίξεις, αν και αφορούν διαφορετικά στάδια της ερευνητικής δραστηριότητας, αναδεικνύουν την προσπάθεια να αποκτήσει μεγαλύτερο βάθος και συνέχεια το ελληνικό πρόγραμμα υδρογονανθράκων.
Block 2: Τον Απρίλιο του 2027 η γεώτρηση
Στον Απρίλιο του 2027 τοποθέτησε την έναρξη της ερευνητικής γεώτρησης στο Block 2 ο διευθύνων σύμβουλος της Energean, Μαθιός Ρήγας, μιλώντας στο 30ό Ετήσιο Συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη» του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ).
Το γεωτρύπανο της Stena Drilling αναμένεται να φτάσει στην Ελλάδα μέσα στον συγκεκριμένο μήνα, προκειμένου να ξεκινήσουν οι εργασίες στο βορειοδυτικό Ιόνιο. Πρόκειται για την πρώτη υπεράκτια ερευνητική γεώτρηση στη χώρα μετά από περίπου τέσσερις δεκαετίες, εξέλιξη που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο εγχείρημα.
Η κοινοπραξία αποτελείται από την ExxonMobil, η οποία κατέχει το 60% της παραχώρησης, την Energean με ποσοστό 30% και τη HELLENiQ ENERGY με 10%. Η Energean διατηρεί τον ρόλο του διαχειριστή κατά την ερευνητική φάση, έχοντας αναλάβει την προετοιμασία και την εκτέλεση της γεώτρησης.
Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο εκτιμώμενο δυναμικό του Block 2, το οποίο, σύμφωνα με τις αναφορές του κ. Ρήγα, μπορεί να φτάνει τα 10 τρισεκατομμύρια κυβικά πόδια φυσικού αερίου (TCF), ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερα από 280 δισ. κυβικά μέτρα. Για λόγους σύγκρισης, η ετήσια κατανάλωση φυσικού αερίου της Ελλάδας κινείται περίπου στα 6 δισ. κυβικά μέτρα.
Το μέγεθος αυτό αποτυπώνει τη δυνητική σημασία μιας επιτυχούς ανακάλυψης, χωρίς ωστόσο να συνιστά επιβεβαιωμένο απόθεμα. Η ύπαρξη φυσικού αερίου, οι ποσότητες που ενδεχομένως περιέχονται στους γεωλογικούς σχηματισμούς και η δυνατότητα εμπορικής αξιοποίησής τους παραμένουν ζητήματα που θα διερευνηθούν μέσα από τη γεώτρηση.
Η έκβασή της θα αποτελέσει σημαντικό ορόσημο για την πορεία των ερευνών στη χώρα, καθώς θα επιτρέψει για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια την αξιολόγηση ενός υπεράκτιου γεωλογικού στόχου μέσω νέας ερευνητικής γεώτρησης.
Διεθνές ενδιαφέρον για τις νέες σεισμικές έρευνες της ΕΔΕΥΕΠ
Παράλληλα με τις προετοιμασίες στο Block 2, το ενδιαφέρον στρέφεται στη διαδικασία που έχει δρομολογήσει η Ελληνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων για τη συλλογή νέων σεισμικών δεδομένων σε εκτεταμένες θαλάσσιες περιοχές της χώρας.
Η δημόσια πρόσκληση βρίσκεται στο τελικό στάδιο, με πληροφορίες να κάνουν λόγο για κινητικότητα μεγάλων εταιρειών του διεθνούς κλάδου σεισμογραφικών υπηρεσιών. Η προοπτική συμμετοχής περισσότερων ενδιαφερομένων δημιουργεί θετικές προσδοκίες, αν και ο ακριβής αριθμός των εταιρειών που θα διεκδικήσουν το έργο θα γίνει γνωστός μετά την ολοκλήρωση της υποβολής των προσφορών.
Η διαδικασία ξεκίνησε με την εισήγηση της ΕΔΕΥΕΠ προς τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, και την έκδοση της σχετικής υπουργικής απόφασης, με την οποία εγκρίθηκε η διεξαγωγή του διαγωνισμού. Ακολούθησε η δημοσίευση της διεθνούς δημόσιας πρόσκλησης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 11 Αυγούστου 2026, ενεργοποιώντας την προβλεπόμενη προθεσμία των 90 ημερών για την υποβολή αιτήσεων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η διαδικασία ενεργοποιήθηκε έπειτα από αίτημα που είχε υποβάλει στην ΕΔΕΥΕΠ στις 28 Ιανουαρίου 2026 η PGS Exploration (UK) Ltd., η οποία ανήκει πλέον στον όμιλο TGS. Η συγκεκριμένη εταιρεία συνδέεται με την προηγούμενη μεγάλη σεισμική αποτύπωση των ελληνικών θαλάσσιων περιοχών, καθώς η PGS είχε αναλάβει αντίστοιχες εργασίες την περίοδο 2012-2013.
Το γεγονός ότι η πρωτοβουλία προήλθε από εταιρεία του κλάδου έχει τη δική του σημασία, καθώς υποδηλώνει την ύπαρξη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος για την απόκτηση και εμπορική διάθεση νέων γεωλογικών δεδομένων. Το κατά πόσον αυτή η αρχική κινητικότητα θα μεταφραστεί σε ευρύτερη συμμετοχή είναι ένα από τα βασικά ζητούμενα της διαδικασίας.
Από το Ιόνιο έως την Κρήτη ο νέος σχεδιασμός
Το πρόγραμμα της ΕΔΕΥΕΠ καλύπτει μια μεγάλη θαλάσσια έκταση, από τις περιοχές βόρεια της Κέρκυρας μέχρι τα νότια της Κρήτης, περιλαμβάνοντας τόσο περιοχές που δεν έχουν παραχωρηθεί όσο και θαλάσσια οικόπεδα για τα οποία υφίστανται ενεργές συμβάσεις μίσθωσης.
Η τελική γεωγραφική κάλυψη των ερευνών δεν έχει ακόμη καθοριστεί. Οι ενδιαφερόμενες εταιρείες μπορούν να προτείνουν προγράμματα που θα αφορούν ολόκληρη την περιοχή ή επιμέρους τμήματά της, ανάλογα με τους γεωλογικούς στόχους που επιθυμούν να διερευνήσουν και τις τεχνικές δυνατότητές τους.
Αντίστοιχα, οι προτάσεις μπορούν να περιλαμβάνουν δισδιάστατες (2D) ή τρισδιάστατες (3D) σεισμικές έρευνες, ή συνδυασμό των δύο. Οι πρώτες προσφέρουν ευρύτερη εικόνα της γεωλογικής δομής του υπεδάφους, ενώ οι δεύτερες επιτρέπουν λεπτομερέστερη απεικόνιση συγκεκριμένων σχηματισμών, περιορίζοντας την αβεβαιότητα κατά την αξιολόγηση πιθανών ερευνητικών στόχων.
Η ανάγκη για νέα δεδομένα συνδέεται με το γεγονός ότι η προηγούμενη μεγάλη σεισμική αποτύπωση μη αποκλειστικής χρήσης πραγματοποιήθηκε πριν από περίπου δεκατέσσερα χρόνια. Το πρόγραμμα της PGS την περίοδο 2012-2013 δημιούργησε ένα σημαντικό γεωλογικό αρχείο, το οποίο αξιοποιήθηκε στη συνέχεια για την προώθηση των ελληνικών θαλάσσιων παραχωρήσεων.
Έκτοτε έχουν πραγματοποιηθεί και νεότερες σεισμικές έρευνες σε συγκεκριμένες παραχωρήσεις, μεταξύ άλλων δυτικά και νοτιοδυτικά της Κρήτης. Ωστόσο, η ΕΔΕΥΕΠ επιδιώκει τώρα μια ευρύτερη ανανέωση των διαθέσιμων πληροφοριών, αξιοποιώντας τις δυνατότητες των σύγχρονων τεχνολογιών καταγραφής και επεξεργασίας.
Η απόκτηση πιο πρόσφατων και υψηλότερης ανάλυσης δεδομένων μπορεί να διευκολύνει την αξιολόγηση περιοχών που μέχρι σήμερα δεν έχουν συγκεντρώσει έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά και να περιορίσει το κόστος της αρχικής διερεύνησης για εταιρείες που εξετάζουν την είσοδό τους στην ελληνική αγορά.
Πώς θα αξιοποιούνται τα νέα δεδομένα
Βασικό χαρακτηριστικό της διαδικασίας είναι ότι τα σεισμικά δεδομένα θα είναι μη αποκλειστικής χρήσης, στο πλαίσιο του μοντέλου που είναι διεθνώς γνωστό ως multi-client.
Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες που θα αναλάβουν τις έρευνες θα μπορούν να διαθέτουν εμπορικά τα αποτελέσματά τους σε περισσότερες επιχειρήσεις του κλάδου υδρογονανθράκων, οι οποίες θα αποκτούν πρόσβαση στις πληροφορίες καταβάλλοντας το σχετικό αντίτιμο.
Με τον τρόπο αυτόν, μια πετρελαϊκή εταιρεία που ενδιαφέρεται να αξιολογήσει μια θαλάσσια περιοχή δεν θα χρειάζεται να χρηματοδοτήσει εξαρχής μια δική της σεισμική εκστρατεία, αλλά θα μπορεί να αξιοποιήσει ήδη διαθέσιμα δεδομένα για να αποφασίσει εάν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν περαιτέρω επενδύσεις.
Το μοντέλο αυτό μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση και μικρότερων ή μεσαίων εταιρειών στην ελληνική αγορά, οι οποίες διαθέτουν πιο περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησης εκτεταμένων ερευνητικών προγραμμάτων.
Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που δημοσίευσε η ΕΔΕΥΕΠ τον Οκτώβριο, η κυριότητα των δεδομένων που θα αποκτηθούν θα παραμένει στο Ελληνικό Δημόσιο. Στους αναδόχους θα παραχωρείται το αποκλειστικό δικαίωμα εμπορικής αξιοποίησής τους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο θα καθοριστεί στο πλαίσιο της συμφωνίας με τη Διαχειριστική Εταιρεία.
Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός πιο ολοκληρωμένου γεωλογικού αρχείου για τις ελληνικές θάλασσες και, παράλληλα, να ενισχύσει την ελκυστικότητα νέων περιοχών για μελλοντικές παραχωρήσεις.
Τα κριτήρια επιλογής και τα επόμενα βήματα
Μετά την ολοκλήρωση της υποβολής προσφορών, η ΕΔΕΥΕΠ θα προχωρήσει στην αξιολόγηση των υποψηφίων, εξετάζοντας τόσο την επάρκειά τους όσο και το περιεχόμενο των ερευνητικών προγραμμάτων που προτείνουν.
Η επιλογή θα βασιστεί σε τέσσερις κατηγορίες κριτηρίων: τη νομική ικανότητα, την τεχνική επάρκεια, την οικονομική δυνατότητα και την τεχνική και οικονομική προσφορά. Η ανάθεση θα γίνει με γνώμονα τη βέλτιστη σχέση τεχνικών και οικονομικών κριτηρίων, σύμφωνα με τους συντελεστές βαρύτητας που προβλέπει η προκήρυξη.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην προηγούμενη εμπειρία των εταιρειών σε σεισμικές έρευνες στην Ελλάδα και την Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και στην ικανότητά τους να διαθέσουν τον αναγκαίο εξοπλισμό και κατάλληλο σεισμογραφικό πλοίο για την εκτέλεση των εργασιών.
Στα στοιχεία που καλούνται να καταθέσουν περιλαμβάνονται, επίσης, το χρονοδιάγραμμα των ερευνών, η έκταση των καταγραφών, οι τεχνολογίες που θα χρησιμοποιηθούν και τα στάδια επεξεργασίας των δεδομένων.
Η ολοκλήρωση του διαγωνισμού, πάντως, δεν σημαίνει και την άμεση έναρξη των ερευνών. Προϋπόθεση αποτελεί η τήρηση των περιβαλλοντικών απαιτήσεων, μεταξύ των οποίων η έγκριση Περιβαλλοντικού Σχεδίου Δράσης και Έκθεσης Περιβαλλοντικής Βάσης. Παράλληλα, για σεισμικές εργασίες που θα επεκτείνονται σε ήδη παραχωρημένες περιοχές απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συναίνεση των εταιρειών που κατέχουν τα σχετικά δικαιώματα.
Μετά την αξιολόγηση, η ΕΔΕΥΕΠ θα προχωρήσει στη σύναψη σύμβασης με την εταιρεία ή τις εταιρείες που θα επιλεγούν, καθώς το ισχύον πλαίσιο επιτρέπει τη χορήγηση περισσότερων της μίας αδειών αναζήτησης.
Το ενδιαφέρον πλέον επικεντρώνεται τόσο στην ανταπόκριση της διεθνούς αγοράς όσο και στο εύρος των ερευνητικών προγραμμάτων που θα προταθούν. Από τις επιλογές αυτές θα εξαρτηθεί ποιες θαλάσσιες περιοχές θα αποκτήσουν νέα γεωλογικά δεδομένα και ποιες θα μπορούσαν, σε επόμενο στάδιο, να προσελκύσουν επενδύσεις για την έρευνα υδρογονανθράκων.