Εντός του Απριλίου αναμένεται να πέσουν οι τελικές υπογραφές μεταξύ της Energean και της Stena Drilling.
Πρόκειται για τη μίσθωση του γεωτρύπανου που θα αναλάβει την πρώτη ερευνητική γεώτρηση στο «μπλοκ 2» του βορειοδυτικού Ιονίου, σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό.
Η γεώτρηση αυτή τοποθετείται χρονικά στον Φεβρουάριο του 2027, σηματοδοτώντας εφόσον τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία του ελληνικού ερευνητικού προγράμματος μετά από χρόνια στασιμότητας.
Την ύπαρξη προκαταρκτικής συμφωνίας επιβεβαίωσε πρόσφατα και ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος ανέφερε χαρακτηριστικά: «Μέσα στον Απρίλιο θα πέσουν οι τελικές υπογραφές για το γεωτρύπανο, το Stena DrillMAX», υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «πατάμε γκάζι, προχωράμε για να κάνουμε την ερευνητική γεώτρηση σε λιγότερο από δώδεκα μήνες».
Το γεωτρύπανο που βρίσκεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού, το Stena DrillMAX, αποτελεί μία από τις πλέον προηγμένες μονάδες υπεράκτιων γεωτρήσεων διεθνώς. Κατασκευασμένο από τη Samsung Heavy Industries στα τέλη της δεκαετίας του 2000 και διαχειριζόμενο από τη Stena Drilling, πρόκειται για πλοίο 6ης γενιάς, σχεδιασμένο για επιχειρήσεις σε υπερβαθέα ύδατα. Με μήκος περίπου 228 μέτρα και πλάτος 42 μέτρα, το DrillMAX μπορεί να επιχειρεί σε βάθη νερού έως 3.000 μέτρων και να πραγματοποιεί γεωτρήσεις που ξεπερνούν τα 10 χιλιόμετρα κάτω από τον πυθμένα της θάλασσας. Κομβικό ρόλο στην επιχειρησιακή του ακρίβεια διαδραματίζει το σύστημα Dynamic Positioning Class 3 (DP3), το οποίο μέσω GPS και πολλαπλών προωθητήρων επιτρέπει στο πλοίο να διατηρεί σταθερή θέση ακόμη και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες, χωρίς τη χρήση αγκυρών στοιχείο που συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των γεωτρήσεων.
Τα ορόσημα
Η δρομολόγηση της συμφωνίας για το γεωτρύπανο έρχεται να «κουμπώσει» με μια αλληλουχία κρίσιμων προπαρασκευαστικών ενεργειών που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη. Στα βαθιά νερά του βορειοδυτικού Ιονίου, στην παραχώρηση «block 2», ειδικό ερευνητικό σκάφος πραγματοποιεί ήδη εκτεταμένες έρευνες στον θαλάσσιο πυθμένα, στο πλαίσιο της Environmental Baseline Survey. Πρόκειται για τη Μελέτη Περιβαλλοντικής Κατάστασης Αναφοράς, η οποία λειτουργεί ως η «μηδενική βάση» του έργου, αποτυπώνοντας με υψηλή ανάλυση την υφιστάμενη κατάσταση του θαλάσσιου οικοσυστήματος πριν από οποιαδήποτε γεωτρητική δραστηριότητα. Η καταγραφή αυτή περιλαμβάνει δεδομένα για την ποιότητα των υδάτων, τη σύσταση των ιζημάτων, τη θαλάσσια βιοποικιλότητα τόσο σε επίπεδο χλωρίδας όσο και πανίδας αλλά και τις πιθανές ανθρωπογενείς επιβαρύνσεις. Στην ουσία, πρόκειται για μια πλήρη «χαρτογράφηση» του περιβάλλοντος, πάνω στην οποία θα αξιολογηθούν οι επιπτώσεις των επόμενων φάσεων.
Το 2026 αναδεικνύεται σε έτος-κλειδί για την ωρίμανση του project, καθώς συμπυκνώνει τα βασικά διοικητικά και τεχνικά ορόσημα. Κεντρικό σημείο αποτελεί η κατάθεση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για την ερευνητική γεώτρηση, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες αναμένεται στις αρχές του καλοκαιριού, με στόχο να ολοκληρωθεί τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Η επιλογή αυτού του χρονικού παραθύρου δεν είναι τυχαία, καθώς αφήνει ένα εύλογο διάστημα για την αξιολόγηση και έγκριση της μελέτης έως το φθινόπωρο ή, το αργότερο, μέχρι το τέλος του έτους. Αν και το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι η διαδικασία έγκρισης μπορεί να ολοκληρωθεί εντός περίπου 3,5 μηνών, η πρακτική εμπειρία δείχνει ότι απαιτείται συχνά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, λόγω της εμπλοκής πολλών υπηρεσιών και της διοικητικής πολυπλοκότητας. Αυτό συνιστά έναν από τους βασικούς παράγοντες ρίσκου για την τήρηση του συνολικού χρονοδιαγράμματος.
Παράλληλα, εντός του ίδιου διαστήματος θα πρέπει να έχει ληφθεί και η οριστική απόφαση για το λιμάνι που θα υποστηρίξει τις γεωτρητικές εργασίες. Η επιλογή δεν είναι διαδικαστική, αλλά στρατηγική, καθώς επηρεάζει άμεσα τον επιχειρησιακό σχεδιασμό, τη μεταφορά εξοπλισμού και το κόστος των υποστηρικτικών δραστηριοτήτων. Η Πάτρα εμφανίζεται να υπερέχει σε επίπεδο υποδομών και ετοιμότητας, ενώ η Ηγουμενίτσα προσφέρει το πλεονέκτημα της γεωγραφικής εγγύτητας προς την περιοχή των ερευνών. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, πρόκειται για μια «λεπτή άσκηση ισορροπίας», όπου κάθε επιλογή συνοδεύεται από διαφορετικά τεχνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά.
Εφόσον τα παραπάνω βήματα εξελιχθούν χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις, το έργο αναμένεται να εισέλθει το 2027 στη φάση της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο «block 2», όπου δραστηριοποιείται η κοινοπραξία των Energean, ExxonMobil και Helleniq Energy. Η γεώτρηση αυτή έχει καθαρά διερευνητικό χαρακτήρα και αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό «τεστ» των γεωλογικών δεδομένων που έχουν προκύψει από τις σεισμικές έρευνες. Με άλλα λόγια, θα κρίνει εάν οι ενδείξεις για ύπαρξη εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων επιβεβαιώνονται στην πράξη. Σε περίπτωση θετικών αποτελεσμάτων, το επόμενο βήμα προβλέπει δεύτερη ερευνητική γεώτρηση, η οποία τοποθετείται χρονικά στο πρώτο τρίμηνο του 2029. Η χρονική απόσταση των δύο ετών αντανακλά τον απαιτούμενο χρόνο για ανάλυση δεδομένων, επικαιροποίηση του γεωλογικού μοντέλου και προετοιμασία της επόμενης φάσης.
Σε τεχνικό επίπεδο, το εγχείρημα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό δυσκολίας. Η γεώτρηση αναμένεται να πραγματοποιηθεί σε θαλάσσιο βάθος περίπου 850 μέτρων, ενώ η διάτρηση του υποθαλάσσιου σχηματισμού μπορεί να ξεπεράσει τα 4 χιλιόμετρα κάτω από τον πυθμένα, φτάνοντας συνολικά σε βάθος έως και 5 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Η διάρκεια της επιχείρησης εκτιμάται σε 60 έως 70 ημέρες.
Στόχος είναι η διερεύνηση του σχηματισμού «Ασωπός 1», ενός ανθρακικού ταμιευτήρα που εντοπίστηκε το 2022 μέσω τρισδιάστατης σεισμικής έρευνας, η οποία κάλυψε το σύνολο της παραχώρησης (2.244 τετραγωνικά χιλιόμετρα). Οι αρχικές εκτιμήσεις αποδίδουν στον συγκεκριμένο στόχο σημαντικό δυναμικό φυσικού αερίου, της τάξης των 200 δισ. κυβικών μέτρων.
Πάντως, στην αλυσίδα αυτή, κάθε βήμα εξαρτάται άμεσα από το προηγούμενο. Ως εκ τούτου, ακόμη και μικρές καθυστερήσεις αρκούν για να εκτροχιάσουν συνολικά τον σχεδιασμό. Το πραγματικό διακύβευμα, συνεπώς, είναι η ικανότητα να τηρηθεί με συνέπεια στην πράξη το χρονοδιάγραμμα. Αν οι προθεσμίες «κλειδώσουν», το 2027 μπορεί να εξελιχθεί σε έτος-ορόσημο για την επανεκκίνηση των γεωτρήσεων στη χώρα. Σε διαφορετική περίπτωση, το εγχείρημα κινδυνεύει να επιστρέψει σε έναν γνώριμο κύκλο μεταθέσεων και καθυστερήσεων, που έχει επανειλημμένα φρενάρει αντίστοιχες προσπάθειες στο παρελθόν.