Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ελλάδα συνδέονται με την άνοδο των διεθνών τιμών των προϊόντων ενέργειας, την αυξημένη αβεβαιότητα εξαιτίας των συρράξεων και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνής αγορές κεφαλαίων.
Ωστόσο, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας διαθέτει υγιή θεμελιώδη μεγέθη και έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητά τους σε ενδεχόμενες διαταραχές. Αυτό υπογραμμίζεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, που δόθηκε στη δημοσιότητα.
Θετικές παραμένουν οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα, καθώς, όπως τονίζεται, τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη λειτουργούν ως αντίβαρο στην αυξημένη αβεβαιότητας και στους εξωγενείς κινδύνους.
ΤτΕ: «Προτεραιότητα η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος»
«Ωστόσο, η παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς τη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών στην Ελλάδα, καθώς και την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών και την επίτευξη των στόχων τους για πιστωτική επέκταση. Συνεπώς, αποτελεί προτεραιότητα η περαιτέρω θωράκιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επιβάλλεται εγρήγορση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς», υπογραμμίζεται στην Έκθεση.
Πιο αναλυτικά ο ελληνικός τραπεζικός τομέας ενίσχυσε περαιτέρω τα θεμελιώδη μεγέθη του, καθώς τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν σε 4,7 δισ ευρώ έναντι 4,2 δισ ευρώ το 2024 και ο δείκτης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (ROE) διαμορφώθηκε σε 11,8%.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια μειώθηκαν σστα 5,7 δις ευρώ με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 3,3%, καθώς η πιστωτική επέκταση συνδυάστηκε με μείωση των ΜΕΔ. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με τον μέσο όρο των σημαντικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση.
Η ρευστότητα εξάλλου παραμένει πολύ υψηλή, με Δείκτη Κάλυψης Ρευστότητας (LCR) στο 200% και NSFR στο 136,3%, άνω των εποπτικών ορίων.
Σε ό,τι αφορά την κεφαλαιακή επάρκεια ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 15,3% (από 16% το 2024) και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου σε 19,7%, σε ικανοποιητικό επίπεδο. Σημειώνεται ότι οι αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις (DTCs) αντιπροσωπεύουν ακόμη σημαντικό ποσοστό του CET1 (40,1%), αν και η αποκατάστασή τους επιταχύνεται.
Με ικανοποιητικό ρυθμό η ανάπτυξη της οικονομίας
Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 2,1% (στο ίδιο επίπεδο με το 2024) και υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,4%).
Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το 2024) και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας βελτίωσε τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, υποδηλώνοντας τη σταδιακή εξάλειψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης περιόδου.
Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατέγραψαν ιστορικώς υψηλό επίπεδο, αντανακλώντας τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Επιπρόσθετα, η απασχόληση ενισχύθηκε το 2025, με ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με το 2024. Ο πληθωρισμός, όπως μετρείται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), υποχώρησε οριακά στο 2,9% το 2025, έναντι 3,0% το 2024, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,1%).