Τράπεζες: Γιατί άνοιξε ξανά η συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο -Προειδοποίηση για κεφαλαιακό κενό 8 δισ. ευρώ - iefimerida.gr

Τράπεζες: Γιατί άνοιξε ξανά η συζήτηση για τον αναβαλλόμενο φόρο -Προειδοποίηση για κεφαλαιακό κενό 8 δισ. ευρώ

σήμα τράπεζας
Σήμα τράπεζας / Φωτογραφία: Ευρωκίνηση-ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
NEWSROOM IEFIMERIDA.GR

Η λειτουργία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα αποτελέσει βασικό κεφάλαιο στην προεκλογική ατζέντα για μία ακόμα φορά.

Από τα βασικά θέματα κριτικής είναι η χρηματοδότηση των νοικοκυριών και των μικρών επιχειρήσεων, η ψαλίδα μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων και συνολικά τα υψηλά κέρδη των τραπεζών.

Στον δημόσιο διάλογο επανήλθε τα τελευταία εικοσιτετράωρα και η αναβαλλόμενη φορολογία (DTC) με τον Αλέξη Τσίπρα να καλεί από το βήμα της 1ης Συνόδου του Εθνικού Συμβουλίου της ΕΛΑΣ, τις τράπεζες να ολοκληρώσουν την απόσβεση του DTC το 2028, αντί το 2035, αλλιώς θα βρεθούν αντιμέτωπες με έκτακτη εισφορά στα κέρδη τους.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Χθες, τραπεζικές πηγές «σήκωσαν το γάντι» και θέλοντας να δώσουν τη σωστή διάσταση του θέματος υπογράμμιζαν ότι το νομικό πλαίσιο του DTC θεσπίστηκε αρχικά το 2014 από την κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου και στη συνέχεια, επί το ευνοϊκότερο για τις τράπεζες, το 2017 από την κυβέρνηση Τσίπρα καθώς επέκτεινε τον χρονικό ορίζοντα απόσβεσης.

«Επομένως, δημιουργεί ερωτήματα η διαρκής επαναφορά του θέματος από κόμματα ή στελέχη κομμάτων όταν μάλιστα αυτά είχαν άμεση συμμετοχή στις σχετικές αποφάσεις και νομοθετήματα», όπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές.

Κυρίως όμως επισημαίνεται ότι η επιτάχυνση της απόσβεσης του αναβαλλόμενου φόρου έχει ήδη αποφασιστεί από τις ίδιες τις τράπεζες και με τη σύμφωνη γνώμη των εποπτικών αρχών, μετά από διαπραγματεύσεις. Με την επιμονή και επιχειρηματολογία των συστημικών τραπεζών, εγκρίθηκε ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και οι τράπεζες έχουν προχωρήσει ήδη από τη χρήση του 2025 σε απόσβεση του DTC μεγαλύτερη από εκείνη που ορίζει ο σχετικός νόμος, με πρωταρχικό σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των κεφαλαίων τους. Συγκεκριμένα, πέρα από την απόσβεση που ορίζει ο νόμος, το DTC αποσβένεται εποπτικά και με το επιπλέον ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που καταβάλλονται στους μετόχους. Όσο μεγαλύτερο είναι το μέρισμα, τόσο ταχύτερη και η απόσβεση του DTC. Το 2025 η απόσβεση του DTC ανήλθε στο ποσό των 1,5 δισ. ευρώ αντί των περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε ο νόμος του 2017.

Με βάση τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών και τα προβλεπόμενα μερίσματα, η πλήρης απόσβεση του DTC θα ολοκληρωθεί 8-10 έτη νωρίτερα από την αρχική πρόβλεψη του σχετικού νόμου.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Δηλαδή αναμένεται η πλήρης απόσβεση του DTC το 2032 ή 2033, σε σχέση με το 2042 που είχε καθοριστεί βάσει του νόμου, όπως αυτός είχε τροποποιηθεί το 2017 από την τότε κυβέρνηση», αναφέρουν τραπεζικές πηγές.

Τι θα σήμαινε η απόσβεση του DTC το 2028; Σύμφωνα με τις τράπεζες εκτιμάται ότι θα δημιουργεί κενό περί τα 8 δισ. ευρώ στα κεφάλαια CET1 – ποσοστό 30% επί των εποπτικών κεφαλαίων. Αυτό θα σήμαινε ότι θα πρέπει να γίνουν νέες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που δεν είχαν αναπτυξιακό χαρακτήρα. Και κάτι τέτοιο θα είχε επιπτώσεις και στην αξιοπιστία της χώρας, αλλά και την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας που εξαρτάται από την ευρωστία του τραπεζικού συστήματος.

Στόχος της νομοθεσίας για την αναβαλλόμενη φορολογία δεν ήταν η προστασία των συμφερόντων των τραπεζών, οι οποίες τότε ανήκαν, σε σημαντικό ποσοστό, στο Δημόσιο, όπως αναφέρουν τραπεζικές πηγές. «Η ρύθμιση θεσπίστηκε, αφενός, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι δημόσιοι πόροι οι οποίοι είχαν δοθεί για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών θα παρέμεναν διαθέσιμοι στο Ελληνικό Δημόσιο για την κάλυψη άλλων δημοσιονομικών αναγκών και, αφετέρου, διότι, χωρίς το πλαίσιο του αναβαλλόμενου φόρου, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών και, κατ’ επέκταση, τα απαιτούμενα ποσά για την ανακεφαλαιοποίησή τους θα ήταν σημαντικά υψηλότερα, επιβαρύνοντας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το Ελληνικό Δημόσιο».

Η διαπίστωση ότι «οι τράπεζες δεν πληρώνουν φόρους» είναι ανακριβής και δεν αποτυπώνει το σύνολο της φορολογικής τους επιβάρυνσης, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές καθώς: οι τράπεζες, σε αντίθεση με τις λοιπές επιχειρήσεις, φορολογούνται με συντελεστή 29% (έναντι 22% των λοιπών εταιρειών), δεν μεταφέρουν στο τελικό καταναλωτή τον ΦΠΑ που καταβάλλουν στους προμηθευτές τους, καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ. Έτσι, ο ΦΠΑ αποτελεί για αυτές πραγματικό κόστος και όχι ουδέτερο φόρο, όπως σε όλες τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα να καταβάλλουν ετησίως 350-400 εκατομμύρια ευρώ που επιβαρύνουν άμεσα τα λειτουργικά τους έξοδα και αποδίδονται στον κρατικό προϋπολογισμό. Και οι τράπεζες πληρώνουν στο Δημόσιο ετήσια αμοιβή για την εγγύηση του αναβαλλόμενου φόρου, η οποία έχει καθορισθεί με όρους αγοράς και εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ανταγωνισμού.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε ό,τι αφορά το θέμα της χρηματοδότησης νοικοκυριών και επιχειρήσεων οι τράπεζες απαντούν ότι με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ (2022-2025) η Ελλάδα είχε μέσο ετήσιο ρυθμό πιστωτικής επέκτασης προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (ΜΧΕ) δηλαδή προς την πραγματική οικονομία στο 10,9% - τον 3ο μεγαλύτερο στην Ευρωζώνη. Σε σχέση με το στεγαστικό ζήτημα, επισημαίνεται ότι ειδικά τα επιτόκια για νέα στεγαστικά δάνεια στην Ελλάδα είναι χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με σταθερό επιτόκιο για τα 5 πρώτα χρόνια 3,16% έναντι 3,43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ τράπεζες αναβαλλόμενος φόρος
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ