Για πρώτη φορά, περισσότερα από 8.200 χιλιόμετρα μη οριοθετημένων υδατορεμάτων σε περιοχές με αυξημένο πλημμυρικό κίνδυνο αποκτούν ενιαίο ψηφιακό αποτύπωμα. Μαζί τους, περίπου 800 υφιστάμενες οριοθετήσεις που μέχρι σήμερα βρίσκονταν διασκορπισμένες σε υπηρεσίες, φακέλους και αρχεία συγκεντρώνονται σε ένα κοινό πληροφοριακό σύστημα.
Τα υδατορέματα είναι οι φυσικές διαδρομές μέσα από τις οποίες απορρέουν τα νερά μιας λεκάνης απορροής, είτε πρόκειται για μόνιμη είτε για εποχική ροή. Η ακριβής θέση και τα όριά τους έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζουν τη δόμηση, τον πολεοδομικό σχεδιασμό και την αντιπλημμυρική προστασία μιας περιοχής. Γι’ αυτό και η οριοθέτησή τους δεν είναι μια τυπική χαρτογραφική διαδικασία, αλλά βασικό εργαλείο για το τι μπορεί να κατασκευαστεί και πού.
Το νέο Πληροφοριακό Σύστημα για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων εντάσσεται στον Ενιαίο Ψηφιακό Χάρτη και παρουσιάστηκε σε ημερίδα του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας στην Αίγλη Ζαππείου. Την υλοποίηση έχει αναλάβει το ΤΕΕ, με φορέα ευθύνης το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ενώ η χρηματοδότηση προέρχεται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Η αλλαγή μπορεί να ακούγεται τεχνική, έχει όμως πολύ πρακτική σημασία. Τα υδατορέματα οι φυσικές διαδρομές μέσα από τις οποίες απορρέει το νερό μιας περιοχής επηρεάζουν άμεσα το τι μπορεί να χτιστεί γύρω τους, πού μπορεί να προχωρήσει ένα έργο, πώς σχεδιάζεται μια περιοχή και πού απαιτείται αντιπλημμυρική προστασία.
Με απλά λόγια, η ύπαρξη ενός υδατορέματος δίπλα ή μέσα σε μια ιδιοκτησία μπορεί να επηρεάσει από μια οικοδομική άδεια μέχρι την αξιοποίηση ενός οικοπέδου. Και ακριβώς εκεί εντοπιζόταν μέχρι σήμερα ένα από τα βασικά προβλήματα: σε μεγάλο μέρος της χώρας τα υδατορέματα δεν έχουν οριοθετηθεί, ενώ ακόμη και όπου υπήρχε οριοθέτηση, η σχετική πληροφορία δεν βρισκόταν συγκεντρωμένη σε ένα σημείο.
Το νέο Πληροφοριακό Σύστημα για την Οριοθέτηση των Υδατορεμάτων έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Για τα 8.200 χιλιόμετρα που παραμένουν μη οριοθετημένα έχει ήδη παραχθεί μεγάλο μέρος του τεχνικού και γεωχωρικού υποβάθρου που απαιτείται, ώστε οι αρμόδιες υπηρεσίες να μπορούν πλέον να περάσουν στο επόμενο στάδιο, τις ίδιες τις μελέτες οριοθέτησης.
Αυτό είναι και το κρίσιμο σημείο. Η χαρτογράφηση δεν σημαίνει ότι τα 8.200 χιλιόμετρα απέκτησαν αυτομάτως θεσμοθετημένα όρια. Η οριοθέτηση εξακολουθεί να απαιτεί τη διαδικασία που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο. Εκείνο που αλλάζει είναι ότι υπουργεία, Περιφέρειες, Δήμοι και μελετητές δεν χρειάζεται πλέον να ξεκινούν την έρευνα από το μηδέν.
Τι σημαίνει στην πράξη για ένα ακίνητο
Για έναν ιδιοκτήτη, το βασικό ερώτημα είναι απλό: αν υπάρχει υδατόρεμα κοντά στο ακίνητό μου, τι σημαίνει αυτό για το τι μπορώ να κάνω;
Μέχρι σήμερα, η απάντηση μπορούσε να απαιτεί αναζήτηση σε διαφορετικές υπηρεσίες και παλιούς φακέλους. Σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και η διαπίστωση του αν υπήρχε θεσμοθετημένη οριοθέτηση και ποια ακριβώς ήταν αυτή δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Ακόμη δυσκολότερα ήταν τα πράγματα όταν ένα υδατόρεμα δεν είχε οριοθετηθεί. Εκεί προέκυπτε το βασικό ζήτημα του πού ακριβώς εκτείνεται, ποιες ζώνες επηρεάζει και, κατ' επέκταση, ποιο τμήμα μιας ιδιοκτησίας μπορεί να αξιοποιηθεί.
Η νέα ψηφιακή βάση δεν καταργεί τις απαραίτητες διαδικασίες και δεν αλλάζει από μόνη της τους όρους δόμησης. Κάνει όμως την πληροφορία πιο καθαρή και προσβάσιμη. Ένας μηχανικός μπορεί να δει συγκεντρωμένα τα διαθέσιμα στοιχεία για μια περιοχή, ενώ η διοίκηση αποκτά κοινή βάση δεδομένων πάνω στην οποία μπορούν να στηριχθούν οι επόμενες αποφάσεις.
Αυτό έχει σημασία και για επενδύσεις ή δημόσια έργα. Ένα έργο που σχεδιάζεται κοντά σε υδατόρεμα μπορεί να χρειάζεται προηγουμένως οριοθέτηση, με αποτέλεσμα η έλλειψη στοιχείων να μεταφράζεται σε χρόνο και καθυστερήσεις. Η ύπαρξη έτοιμου τεχνικού υποβάθρου δεν εξαφανίζει αυτά τα στάδια, μπορεί όμως να περιορίσει σημαντικά τη δουλειά που πρέπει να γίνει από την αρχή.
Γιατί τα υδατορέματα «μπλοκάρουν» και τον πολεοδομικό σχεδιασμό
Το θέμα δεν αφορά μόνο μεμονωμένες οικοδομικές άδειες. Τα υδατορέματα αποτελούν βασική παράμετρο και για τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια που εκπονούνται σε όλη τη χώρα.
Προκειμένου να αποφασιστεί πού θα επιτρέπεται η δόμηση, πού θα αναπτυχθούν νέες χρήσεις και ποιες περιοχές χρειάζονται προστασία, πρέπει προηγουμένως να υπάρχει σαφής εικόνα για το φυσικό ανάγλυφο και τις διαδρομές του νερού.
Γι' αυτό και η συγκέντρωση της πληροφορίας για τα υδατορέματα θεωρείται κρίσιμη για να προχωρήσει ο νέος πολεοδομικός σχεδιασμός. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς ότι «κάπου υπάρχει ένα ρέμα». Πρέπει να υπάρχει τεχνικά τεκμηριωμένη εικόνα της θέσης του και, στη συνέχεια, όπου απαιτείται, να ολοκληρωθεί η θεσμική οριοθέτηση.
Πώς χαρτογραφήθηκαν τα 8.200 χιλιόμετρα
Πίσω από τον νέο ψηφιακό χάρτη βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη δουλειά από την απλή ψηφιοποίηση παλαιών σχεδίων. Για τα μη οριοθετημένα υδατορέματα πραγματοποιήθηκαν εναέριες, επίγειες και βαθυμετρικές αποτυπώσεις, αξιοποιήθηκαν δεδομένα LiDAR, δημιουργήθηκαν ψηφιακά μοντέλα εδάφους και έγιναν υδρολογικές και υδραυλικές αναλύσεις.
Με τα δεδομένα αυτά εξετάστηκε η συμπεριφορά των υδατορεμάτων σε περίπτωση έντονων βροχοπτώσεων, υπολογίστηκαν γραμμές πλημμύρας και ιεραρχήθηκαν οι περιοχές ανάλογα με τον πλημμυρικό κίνδυνο.
Παράλληλα, συγκεντρώθηκαν περίπου 800 υφιστάμενοι φάκελοι οριοθέτησης από διαφορετικές πηγές σε όλη τη χώρα. Το πρόβλημα ήταν ότι τα στοιχεία αυτά δεν είχαν ενιαία μορφή ούτε βρίσκονταν σε ένα κοινό αρχείο. Πλέον εντάσσονται σε ένα ψηφιακό περιβάλλον όπου μπορούν να αναζητηθούν και να συνδυαστούν με τις υπόλοιπες γεωχωρικές πληροφορίες.
Από τον χάρτη στην έγκαιρη προειδοποίηση
Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού 100,8 εκατ. ευρώ, έχει όμως και δεύτερο σκέλος. Εκτός από την αποτύπωση των υδατορεμάτων, προβλέπει τη δημιουργία δικτύου 400 σταθμών παρακολούθησης σε όλη την Ελλάδα. Από αυτούς, οι 150 θα παρακολουθούν τη στάθμη των υδατορεμάτων, ενώ οι υπόλοιποι 250 θα είναι μετεωρολογικοί σταθμοί με βροχογράφους.
Στόχος είναι τα δεδομένα να μεταδίδονται σε πραγματικό χρόνο και να συνδυάζονται, ώστε οι αρμόδιες αρχές και η Πολιτική Προστασία να αποκτούν έγκαιρη εικόνα όταν εξελίσσεται ένα έντονο καιρικό φαινόμενο. Η λογική είναι απλή. Άλλο να γνωρίζεις πού βρίσκεται ένα υδατόρεμα και άλλο να μπορείς να παρακολουθείς πώς αντιδρά εκείνη τη στιγμή σε μια ισχυρή βροχόπτωση. Το σύστημα επιχειρεί να ενώσει αυτά τα δύο επίπεδα πληροφορίας.
Για τον λόγο αυτό η καταγραφή δεν ακολουθεί τα διοικητικά όρια ενός Δήμου ή μιας Περιφέρειας, αλλά οργανώνεται ανά Υδατικό Διαμέρισμα και Λεκάνη Απορροής Ποταμού. Το νερό, άλλωστε, δεν σταματά στα διοικητικά σύνορα. Ένα υδατόρεμα μπορεί να περνά από περισσότερους Δήμους ή ακόμη και από διαφορετικές Περιφέρειες και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ενιαίο φυσικό σύστημα.
Τα στοιχεία υπάρχουν, τώρα πρέπει να γίνουν οριοθετήσεις
Με την ολοκλήρωση της ψηφιακής καταγραφής κλείνει ένα μέρος του προβλήματος, όχι όμως ολόκληρο. Η πληροφορία που για χρόνια ήταν κατακερματισμένη συγκεντρώνεται πλέον σε ένα κοινό σύστημα και για περισσότερα από 8.200 χιλιόμετρα μη οριοθετημένων υδατορεμάτων υπάρχει ήδη σημαντικό τεχνικό υπόβαθρο.
Ο πρόεδρος του ΤΕΕ, Γιώργος Στασινός, έστειλε σαφές μήνυμα προς την Πολιτεία και την Αυτοδιοίκηση ότι το επόμενο βήμα είναι πλέον η αξιοποίηση των δεδομένων και η προώθηση των οριοθετήσεων. «Σας παραδίδουμε τα δεδομένα. Σας παραδίδουμε τα τεχνολογικά εργαλεία. Δεν υπάρχει πια καμία δικαιολογία για αδράνεια», ανέφερε, καλώντας υπουργεία, Περιφέρειες και Δήμους να προχωρήσουν άμεσα τις μελέτες οριοθέτησης και τα αναγκαία έργα αντιπλημμυρικής προστασίας.
Το επόμενο βήμα περνά πλέον στην Πολιτεία και την Αυτοδιοίκηση, να χρησιμοποιήσουν αυτά τα δεδομένα, να προχωρήσουν τις μελέτες οριοθέτησης και, εκεί όπου υπάρχει ανάγκη, να δρομολογήσουν τα αντίστοιχα αντιπλημμυρικά έργα.