Όπως η κρίση στην Ουκρανία αποκάλυψε την επικίνδυνη εξάρτηση από το ρωσικό αέριο, η επανάσταση του AI αποκαλύπτει μια νέα αδυναμία της Ευρώπης: την εξάρτηση από ξένη υπολογιστική ισχύ και ενεργειακή τεχνολογία.
Στις Βρυξέλλες, ο Επίτροπος Ενέργειας της Ε.Ε. Ντ. Γιόργκενσεν προειδοποιεί πως η κατάσταση με το κόστος της ενέργειας είναι τόσο δύσκολη που πρέπει να ενισχυθεί η τηλεεργασία, να μειωθούν τα όρια ταχύτητας των αυτοκινήτων και να αυξηθεί η χρήση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς. Προέβλεψε πως ακόμα και αν υπάρξει άμεσα ειρηνική διευθέτηση του πολέμου στο Ιράν «δεν θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα στο άμεσο μέλλον». Στην Ιταλία, ο υπουργός Άμυνας Γκ. Κροσέτο δήλωσε πως οι ενημερώσεις που λαμβάνει σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία και την καθημερινότητά είναι τόσο ανησυχητικές που δεν μπορεί να κοιμηθεί.
Η Ευρώπη καλείται να επιταχύνει σημαντικά την παραγωγή και τη διανομή ενέργειας, αλλά και να προχωρήσει σε μέτρα μείωσης του ενεργειακού κόστους, όχι μόνο για να κρατήσει όρθια τα νοικοκυριά της Γηραιάς Ηπείρου. Το παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι ορίζεται πλέον και από την ικανότητας μιας δύναμης να τροφοδοτεί με ηλεκτρισμό τους επεξεργαστές της, τα κέντρα δεδομένων στα οποία στηρίζεται η τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) δεν αποτελεί απλώς μια νέα εφαρμογή λογισμικού, είναι μια ενεργοβόρα βιομηχανική επανάσταση. Αν η Ευρώπη δεν καταφέρει να εξασφαλίσει άφθονη και φθηνή ηλεκτρική ενέργεια τότε σύντομα θα καταστεί αποικία των ΗΠΑ και της Κίνας στο ΑΙ, ένας ψηφιακός παρίας.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο του European Council on Foreign Relations (ECFR), υπενθυμίζεται πως η ανάπτυξη των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων (LLMs) και των εφαρμογών AI απαιτεί μια πρωτοφανή κλιμάκωση της υπολογιστικής ισχύος. Κάθε αίτημα στο ChatGPT καταναλώνει περίπου 2,9 βατώρες (Wh) ηλεκτρικής ενέργειας, ποσότητα σχεδόν δεκαπλάσια από μια αναζήτηση στο Google (0,3 Wh). Η μετάβαση από την «οικονομία της πληροφορίας» στην «οικονομία της παραγωγικής AI» σημαίνει ότι η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια στη Δύση, η οποία παρέμενε στάσιμη για δεκαετίες, πρόκειται να εκτιναχθεί.
Οι αναλυτές του ECFR υποστηρίζουν πως η Ευρώπη βρίσκεται σε δυσμενή θέση. Ενώ η Κίνα το 2024 πρόσθεσε στο δίκτυό της 429 GW νέας ισχύος ηλεκτρικής ενέργειας, μέγεθος που προκαλεί ίλιγγο αν αναλογιστεί κανείς ότι αντιστοιχεί στο ένα τρίτο της συνολικής ισχύος των ΗΠΑ, η Γηραιά Ήπειρος παραμένει εγκλωβισμένη σε αργόσυρτες διαδικασίες. Η έλλειψη ενέργειας δεν είναι απλώς ένα οικονομικό ζήτημα, είναι ένας δομικός περιορισμός που εμποδίζει την ίδρυση data centers, τη λειτουργία προηγμένων εργοστασίων μικροεπεξεργαστών (τσιπ) και, τελικά, την εθνική κυριαρχία.
Η Ευρώπη υστερεί σε τρεις τομείς όταν καλείται να ανταγωνιστεί ΗΠΑ και Κίνα στην ηλεκτρική ενέργεια. Πρώτον, ο μέσος χρόνος για την αδειοδότηση ενός νέου αιολικού πάρκου ή μιας γραμμής μεταφοράς υψηλής τάσης κυμαίνεται από 5 έως 10 χρόνια. Σε έναν κλάδο όπως το AI, όπου οι κύκλοι καινοτομίας μετριούνται σε μήνες, αυτή η καθυστέρηση είναι καταστροφική. Οι επενδυτές επιλέγουν περιοχές όπου η υποδομή μπορεί να είναι έτοιμη σε 18 - 24 μήνες.
Δεύτερον, η Ευρώπη έχει παραδοσιακά υψηλότερο κόστος ενέργειας λόγω της έλλειψης εγχώριων πόρων και της περίπλοκης δομής της αγοράς. Όταν το κόστος λειτουργίας ενός data center στην Ευρώπη είναι 30 - 50% υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ, η «μετανάστευση» των ευρωπαϊκών start-ups προς την άλλη πλευρά του Ατλαντικού καθίσταται αναπόφευκτη. Τρίτον, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) είναι απαραίτητες για την πράσινη μετάβαση, αλλά το AI απαιτεί συνεχή τροφοδοσία 24 ώρες το 24ωρο. Χωρίς επαρκή αποθήκευση ή ισχυρή ενέργεια βάσης, όπως η πυρηνική ενέργεια ή οι μονάδες φυσικού αερίου, τα ευρωπαϊκά δίκτυα αδυνατούν να υποστηρίξουν τα λεγόμενα hyperscale data centers, τα τεράστια κέντρα δεδομένων που χρειάζεται η ΑΙ.
Στην έκθεση του ECFR τονίζεται πως η ΕΕ πρέπει να θεσπίσει έναν μηχανισμό έκτακτης ανάγκης που θα χαρακτηρίζει τα έργα υποδομής AI και Ενέργειας ως «υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος». Αυτό θα επέτρεπε την παράκαμψη τοπικών ενστάσεων και γραφειοκρατικών αγκυλώσεων που συχνά «παγώνουν» στρατηγικές επενδύσεις για χρόνια. Επιπλέον, η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να αποκλείει πηγές ενέργειας για ιδεολογικούς λόγους. Το άρθρο υποστηρίζει ότι η πυρηνική ενέργεια, και ειδικά οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMRs), πρέπει να επανέλθουν στο επίκεντρο. Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιηθεί το φυσικό αέριο με τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα (CCS) ως μεταβατικό καύσιμο, διασφαλίζοντας ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν θα θυσιαστεί στον βωμό μιας άκαμπτης μετάβασης.
Τέλος, η κατάτμηση των ευρωπαϊκών ενεργειακών αγορών εμποδίζει την αποτελεσματική μεταφορά ενέργειας από τον «πλούσιο» σε πόρους Βορρά (αιολικά) ή Νότο (ηλιακά) προς τα βιομηχανικά κέντρα. Απαιτείται μια μαζική επένδυση στα δίκτυα και στις διασυνοριακές διασυνδέσεις, μετατρέποντας την Ευρώπη σε ένα ενιαίο, ανθεκτικό ενεργειακό σύστημα. Η αποτυχία της Ευρώπης να κινηθεί γρήγορα στην ενέργεια θα έχει άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλειά της. Αν τα μοντέλα AI που χρησιμοποιούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και στρατοί εκπαιδεύονται και φιλοξενούνται σε υποδομές εκτός ΕΕ, η ήπειρος χάνει τον έλεγχο των δεδομένων της και της στρατηγικής της κατεύθυνσης.
Όπως η κρίση στην Ουκρανία αποκάλυψε την επικίνδυνη εξάρτηση από το ρωσικό αέριο, η επανάσταση του AI αποκαλύπτει μια νέα αδυναμία της Ευρώπης: την εξάρτηση από ξένη υπολογιστική ισχύ και ενεργειακή τεχνολογία. Η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης περνά πλέον μέσα από τους μετασχηματιστές και τα καλώδια υψηλής τάσης.