Σταθερό θα παραμείνει το κόστος εξυπηρέτησης των ρυθμισμένων οφειλών προς το Δημόσιο με τροπολογία του υπουργείου Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή.
Με την τροπολογία παρατείνεται έως τον Απρίλιο του 2027 το ισχύον καθεστώς επιτοκίων.
Το «πάγωμα» των επιτοκίων διασφαλίζει προβλεψιμότητα για χιλιάδες φορολογούμενους και επιχειρήσεις που έχουν ενταχθεί σε πάγιες ρυθμίσεις.
Πιο αναλυτικά , το επιτόκιο για εξόφληση σε έως 12 δόσεις διατηρείται στο 4,34% για ακόμη ένα έτος, ενώ για προγράμματα αποπληρωμής από 24 έως 48 δόσεις παραμένει στο 5,84%.
Παράλληλα, «παγώνουν» έως τις 10 Αυγούστου 2027 και τα επιτόκια που συνδέονται με καθυστερήσεις και επιστροφές φόρων. Το επιτόκιο εκπρόθεσμης καταβολής διατηρείται στο 8,76% σε ετήσια βάση (0,73% μηνιαίως), ενώ στο 6% παραμένει το επιτόκιο για τον υπολογισμό τόκων σε περιπτώσεις επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθέντων φόρων . Υπενθυμίζεται ότι για κάθε καθυστέρηση πληρωμής, οι τόκοι υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα λήξης της νόμιμης προθεσμίας.
Η κυβερνητική παρέμβαση επιχειρεί να περιορίσει την αβεβαιότητα για τους οφειλέτες, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες χαρακτηρίζονται από αστάθεια. Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και η επιμονή του πληθωρισμού διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων ή καθυστέρησης στη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, η πάγια ρύθμιση εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό –και ουσιαστικά μοναδικό– εργαλείο διευκόλυνσης για όσους έχουν ληξιπρόθεσμα χρέη. Προβλέπει εξόφληση σε έως 24 δόσεις για τακτικές φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ο φόρος εισοδήματος και ο ΕΝΦΙΑ, και έως 48 δόσεις για έκτακτες οφειλές, όπως πρόστιμα ή φόροι που προκύπτουν από ελέγχους. Με την ένταξη στη ρύθμιση αναστέλλονται τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, ενώ υπό προϋποθέσεις παρέχεται και φορολογική ενημερότητα.
Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν περιορισμένη αξιοποίηση του μέτρου. Περίπου 4 εκατομμύρια φορολογούμενοι εμφανίζουν συνολικές οφειλές 114,24 δισ. ευρώ, όμως μόνο το 6,65% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου –περί τα 5,26 δισ. ευρώ από τα 80 δισ. ευρώ– έχει ενταχθεί σε ρύθμιση.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ρυθμισμένων οφειλών καταγράφεται στην κλίμακα από 10.000 έως 100.000 ευρώ (18,01%), με την υποκατηγορία 20.001–50.000 ευρώ να εμφανίζει ακόμη υψηλότερο ποσοστό (19,23%). Στα φυσικά πρόσωπα, η υψηλότερη συμμετοχή εντοπίζεται σε οφειλές μεταξύ 500 και 10.000 ευρώ (16,73%), ενώ κορυφώνεται για ποσά 2.000 έως 3.000 ευρώ (19,22%).
Αντίθετα, τα νομικά πρόσωπα εμφανίζουν μεγαλύτερη τάση ρύθμισης σε μεσαία επίπεδα οφειλών, με ποσοστό 26,03% για ποσά από 10.000 έως 100.000 ευρώ και 27,72% για την κατηγορία 20.001–50.000 ευρώ. Στον αντίποδα, περιορισμένη παραμένει η ένταξη τόσο σε πολύ χαμηλές οφειλές –κάτω των 500 ευρώ– όσο και σε ιδιαίτερα υψηλά ποσά, άνω των 50.000 ευρώ για φυσικά πρόσωπα και άνω των 300.000 ευρώ για επιχειρήσεις.