Δύο σημαντικά πλεονεκτήματα που έχουν οι «έξυπνοι» μετρητές ρεύματος και ο ΔΕΔΔΗΕ αναμένεται να επιλέξει ποιες παροχές στη χαμηλή τάση θα συμπεριληφθούν στο αμέσως επόμενο «κύμα» εγκαταστάσεων.
Το πρώτο πλεονέκτημα είναι ότι με τα ψηφιακά «ρολόγια» τα δεδομένα κατανάλωσης είναι προσβάσιμα από απόσταση, επομένως δεν υπάρχει πλέον η ανάγκη για «επίσκεψη» στην παροχή από συνεργεία του Διαχειριστή, με σκοπό την καταγραφή της κατανάλωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, στη νέα φάση του roll-out, ο Διαχειριστής θα προτεραιοποιήσει καταναλωτές με μετρητές στους οποίους είναι δύσκολη ή προβληματική η πρόσβαση.
Επίσης, ένα ατού των ψηφιακών «ρολογιών» είναι ότι η διακοπή και επαναλειτουργία των παροχών μπορεί να γίνει και πάλι από απόσταση – δηλαδή άμεσα και χωρίς κόστος. Έτσι, στις επόμενες εγκαταστάσεις ο ΔΕΔΔΗΕ θα συμπεριλάβει ασυνεπείς καταναλωτές, δηλαδή καταναλωτές με ιστορικό εντολών αποκοπής από τους προμηθευτές τους λόγω καθυστέρησης στην εξόφληση των λογαριασμών.
Επομένως, αποκτώντας πλέον «έξυπνο» μετρητή, αν για αυτούς τους καταναλωτές υπάρξει στο μέλλον νέα εντολή αποκοπής, αυτή θα μπορεί να εκτελεστεί άμεσα. Εξίσου άμεσα, και χωρίς κόστος, θα μπορεί να γίνει και η επανηλεκτροδότηση των παροχών, στην περίπτωση που τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις προχωρήσουν στην εξόφληση ή στη ρύθμιση των χρεών τους.
«Τρέχουν» οι εγκαταστάσεις
Στην προτεραιοποίηση των δύο παραπάνω κατηγοριών καταναλωτών αναφέρθηκαν υψηλόβαθμα στελέχη του ΔΕΔΔΗΕ, σε συνάντηση που είχαν την προηγούμενη εβδομάδα με εκπροσώπους του Ελληνικού Σύνδεσμου Προμηθευτών Ενέργειας (ΕΣΠΕΝ). Από την ΔΕΔΔΗΕ επισημάνθηκε επίσης ότι οι εγκαταστάσεις εξελίσσονται με βάση το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, ώστε μέχρι το 2030 να έχουν αποκτήσει ψηφιακό «ρολόι» και τα 7,7 εκατομμύρια ενεργές παροχές στη χαμηλή τάση.
Επίσης, με βάση τον ΔΕΔΔΗΕ, μέχρι τα μέσα Μαΐου (που είναι η καθορισμένη προθεσμία) όλοι οι εγκατεστημένοι «έξυπνοι» μετρητές θα παρέχουν μη πιστοποιημένα δεδομένα σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, δίνοντας τη δυνατότητα τόσο στους προμηθευτές όσο και στους ίδιους τους καταναλωτές να έχουν άμεση εικόνα της κατανάλωσής τους. Τα πιστοποιημένα δεδομένα θα είναι διαθέσιμα σε έξι ημέρες.
Όσον αφορά τα ψηφιακά «ρολόγια» τα οποία δεν μπορούν αυτή τη στιγμή να υποστηρίξουν την αποστολή μετρήσεων real time, το πρόβλημα θα λυθεί με την προσθήκη ειδικού hardware και την αναβάθμιση του λογισμικού τους. Οι μετρητές αυτοί εκτιμώνται σε περίπου 300.000 και αφορούν όλες τις κατηγορίες καταναλωτών (συγκεκριμένα αφορούν παροχές από Νο 1 έως 7).
Τα πορτοκαλί τιμολόγια
Σύμφωνα με στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί τον Σεπτέμβριο του 2025 από τον ΔΕΔΔΗΕ, οι παροχές με «έξυπνο» μετρητή είχαν φτάσει ήδη τότε τα 1,3 εκατομμύρια. Ο στόχος για το τέλος του 2026 είναι 1,87 εκατομμύρια παροχές, που αντιστοιχούν περίπου στο 30% του συνόλου των 7,7 εκατομμυρίων ενεργών παροχών στη χαμηλή τάση.
Από το 2027 και μετά, ο ρυθμός εγκαταστάσεων αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω, ξεπερνώντας το 1,3 εκατομμύριο ετησίως, με ορίζοντα ολοκλήρωσης του έργου το 2030. Το πρότζεκτ, προϋπολογισμού 1,2 δισ. ευρώ, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την μετάβαση της αγοράς σε πιο ευέλικτα μοντέλα χρέωσης, αφού μόνο οι καταναλωτές με «έξυπνο» μετρητή μπορούν να συμβληθούν σε ένα δυναμικό (πορτοκαλί) τιμολόγιο.
Ήδη, από την 1η Απριλίου λανσαρίστηκαν τα πρώτα «πορτοκαλί» τιμολόγια για νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις, ενώ για τους λεγόμενους «μεγάλους πελάτες» τα αντίστοιχα προϊόντα είναι διαθέσιμα από τον Φεβρουάριο.
Οι μηνιαίες καταμετρήσεις
Στη συνάντηση ΔΕΔΔΗΕ και ΕΣΠΕΝ συζητήθηκε επίσης η ταχύτητα διεκπεραίωσης των αιτήσεων για αλλαγή προμηθευτή, μία παράμετρος που είναι κρίσιμη για την ενίσχυση του ανταγωνισμού καθώς και τη διευκόλυνση της κινητικότητας των καταναλωτών. Όπως τονίστηκε από τον Διαχειριστή, ο χρόνος ολοκλήρωσης της αλλαγής έχει μειωθεί πλέον κατά κανόνα στις τρεις ημέρες.
Τέλος, σε ό,τι αφορά τη συχνότητα καταμέτρησης, ο ΔΕΔΔΗΕ ανέφερε ότι περίπου το 90% των καταναλωτών βρίσκεται ήδη σε μηνιαίο κύκλο καταγραφής της κατανάλωσης. Επομένως, για τους συγκεκριμένους καταναλωτές πλέον αποτελούν παρελθόν οι έναντι λογαριασμοί ρεύματος. Πάντως, από την πλευρά του ΕΣΠΕΝ εκτιμάται ότι το ποσοστό αυτό κινείται χαμηλότερα, κοντά στο 70%.