Περισσότερες από 300.000 οικιακές παροχές λιγότερες βρίσκονται στα πράσινα τιμολόγια από τις αρχές του 2026, με τη μετακίνηση προς άλλα «χρώματα» να συνεχίζεται.
Σημαντικές ανακατατάξεις καταγράφονται στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς όλο και περισσότεροι καταναλωτές εγκαταλείπουν τα ειδικά τιμολόγια, αναζητώντας εναλλακτικές επιλογές για τον λογαριασμό του ρεύματος. Μάλιστα, η υποχώρηση της συγκεκριμένης κατηγορίας είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή αν η σύγκριση γίνει με τις αρχές του 2024, όταν καθιερώθηκε το σύστημα των χρωματιστών τιμολογίων.
Η τάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμη λόγο: όσο περισσότερα νοικοκυριά απομακρύνονται από τα πράσινα τιμολόγια, τόσο περιορίζεται η «δεξαμενή» των καταναλωτών που παραμένουν εκτεθειμένοι στις μηνιαίες διακυμάνσεις των τιμών χωρίς να έχουν επιλέξει ενεργά ένα κυμαινόμενο προϊόν. Κατά συνέπεια, μειώνεται και η δυνητική ανάγκη κρατικών επιδοτήσεων, εφόσον κάποια στιγμή αποφασιστεί να υπάρξει νέα παρέμβαση για την προστασία των νοικοκυριών από τις ανατιμήσεις.
Πάνω από 300.000 λιγότερες παροχές στα πράσινα
Σύμφωνα με τη νεότερη έκθεση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), για τον Αύγουστο του 2026, οι οικιακές παροχές στα πράσινα τιμολόγια είχαν περιοριστεί σε 3.087.208, έναντι 3.399.199 τον Ιανουάριο. Επομένως, μέσα σε επτά μήνες καταγράφεται μείωση κατά 311.991 παροχές, που αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 9,2%.
Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο των πράσινων τιμολογίων έχει περιοριστεί αισθητά. Ενώ τον Ιανουάριο σε αυτά υπαγόταν το 57,28% των οικιακών παροχών, τον Αύγουστο το ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 51,79%. Με άλλα λόγια, σχεδόν οι μισές οικιακές παροχές της χώρας βρίσκονται πλέον σε διαφορετική κατηγορία τιμολόγησης.
Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ αποτυπώνουν την κατάσταση μέχρι τον Αύγουστο. Επομένως, δεν περιλαμβάνουν τις μετακινήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τον Σεπτέμβριο και μετά, με τις πληροφορίες από την αγορά να συγκλίνουν στο ότι η στροφή προς τα σταθερά προϊόντα έχει ενισχυθεί περαιτέρω.
Πού στρέφονται τα νοικοκυριά
Από την άλλη πλευρά, η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταναλωτών εκτός πράσινων τιμολογίων καταγράφεται στα σταθερά προϊόντα, τα οποία προσφέρουν συγκεκριμένη τιμή χρέωσης της κιλοβατώρας για προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Πρόκειται για τα λεγόμενα μπλε τιμολόγια, που επιτρέπουν στα νοικοκυριά να γνωρίζουν εκ των προτέρων πόσο θα πληρώνουν για την ενέργεια που καταναλώνουν, ανεξάρτητα από τις μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς.
Ειδικότερα, τον Αύγουστο οι οικιακές παροχές με σταθερά τιμολόγια ανέρχονταν σε 1.885.702, έναντι 1.695.697 τον Ιανουάριο. Αυτό σημαίνει ότι μέσα στο 2026 προστέθηκαν καθαρά περίπου 190.000 παροχές στη συγκεκριμένη κατηγορία, με το μερίδιό της να ενισχύεται από 28,57% σε 31,63%.
Ανοδική πορεία καταγράφουν και τα υπόλοιπα κυμαινόμενα, δηλαδή τα κίτρινα τιμολόγια. Οι οικιακές παροχές σε αυτά αυξήθηκαν από 839.703 τον Ιανουάριο σε 988.383 τον Αύγουστο, σημειώνοντας άνοδο κατά περίπου 149.000. Έτσι, το μερίδιό τους διαμορφώθηκε σε 16,58%, έναντι 14,15% στις αρχές του έτους.
Η διαφορά τους από τα μπλε είναι ότι η χρέωση της κιλοβατώρας δεν παραμένει σταθερή, αλλά μεταβάλλεται με βάση τον μηχανισμό τιμολόγησης κάθε προϊόντος. Επομένως, η επιλογή τους δεν εξαλείφει την έκθεση στις μεταβολές της αγοράς, αν και μπορεί να συνοδεύεται από διαφορετικούς εμπορικούς όρους και τρόπους υπολογισμού της τιμής.
Η μεγάλη αλλαγή από το 2024
Η σημερινή εικόνα της αγοράς απέχει σημαντικά από εκείνη που είχε διαμορφωθεί τον Ιανουάριο του 2024, όταν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά τα χρωματιστά τιμολόγια. Τότε, τα πράσινα προϊόντα αποτελούσαν τη συντριπτικά κυρίαρχη επιλογή, καθώς σε αυτά είχαν ενταχθεί 5.261.997 οικιακές παροχές.
Συγκρίνοντας τον αριθμό αυτό με τα 3.087.208 του Αυγούστου 2026, προκύπτει ότι οι παροχές στα πράσινα έχουν μειωθεί κατά περίπου 2,17 εκατομμύρια. Πρόκειται για υποχώρηση μεγαλύτερη του 41%, η οποία αποτυπώνει την έκταση των αλλαγών που έχουν συντελεστεί σε λιγότερο από τρία χρόνια.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πορεία των μπλε τιμολογίων. Τον Ιανουάριο του 2024 αριθμούσαν μόλις 161.461 οικιακές παροχές, ενώ τον Αύγουστο του 2026 προσέγγιζαν τα 1,9 εκατομμύρια. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη κατηγορία έχει αυξηθεί κατά περισσότερες από 1,72 εκατ. παροχές, υπερενδεκαπλασιάζοντας το αρχικό της μέγεθος.
Την ίδια περίοδο, τα κίτρινα τιμολόγια σχεδόν διπλασίασαν την παρουσία τους, καθώς από 497.257 παροχές έφτασαν τις 988.383. Αντίθετα, τα δυναμικά πορτοκαλί τιμολόγια παραμένουν ουσιαστικά ανύπαρκτα στην οικιακή αγορά, καθώς τον Αύγουστο είχαν μόλις 13 παροχές.
Πάντως, οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν τις καθαρές μεταβολές ανά κατηγορία τιμολογίων και όχι υποχρεωτικά ισάριθμες απευθείας μετακινήσεις καταναλωτών από το ένα «χρώμα» στο άλλο.
Γιατί περιορίζεται η ανάγκη για ενδεχόμενες επιδοτήσεις
Η σταδιακή ενίσχυση των σταθερών τιμολογίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μία περίοδο κατά την οποία οι διακυμάνσεις των διεθνών ενεργειακών αγορών διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων στο ηλεκτρικό ρεύμα.
Κι αυτό γιατί οι καταναλωτές που έχουν επιλέξει μπλε τιμολόγιο διαθέτουν προστασία από μία ενδεχόμενη αύξηση της χονδρεμπορικής τιμής, τουλάχιστον για όσο διάστημα ισχύει η σταθερή χρέωση της σύμβασής τους. Αντίθετα, όσοι παραμένουν στα πράσινα προϊόντα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε μία νέα άνοδο, καθώς η τιμή της κιλοβατώρας αναπροσαρμόζεται κάθε μήνα.
Επομένως, αν κάποια στιγμή η κυβέρνηση αποφασίσει να επαναφέρει τις επιδοτήσεις στο ρεύμα, η επέκταση των σταθερών τιμολογίων θα μπορούσε να περιορίσει σημαντικά τον αριθμό των νοικοκυριών που θα χρειάζονταν οικονομική ενίσχυση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα αν ένα νέο σχήμα στήριξης επικεντρωνόταν στα πράσινα τιμολόγια, όπως είχε συμβεί με προηγούμενες παρεμβάσεις.
Μάλιστα, η πραγματική «περίμετρος» των δυνητικών δικαιούχων θα μπορούσε να είναι αρκετά μικρότερη ακόμη και από τα 3,087 εκατομμύρια παροχών που βρίσκονταν στα πράσινα τον Αύγουστο. Ο λόγος είναι ότι στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται και μη κύριες κατοικίες, όπως εξοχικά ή κλειστά σπίτια, τα οποία έχουν περιορισμένη ή ακόμη και μηδενική κατανάλωση.
Κατά συνέπεια, αν μια ενδεχόμενη νέα κρατική παρέμβαση αφορούσε αποκλειστικά τις κύριες κατοικίες, η ομάδα των καταναλωτών που θα μπορούσαν να ενισχυθούν θα ήταν ακόμη μικρότερη. Βέβαια, ο ακριβής αριθμός θα εξαρτιόταν από τα κριτήρια που θα επιλέγονταν, καθώς και από το εύρος των ανατιμήσεων που θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν τα νοικοκυριά.
Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση από τα πράσινα τιμολόγια μεταβάλλει σταδιακά όχι μόνο την εικόνα του ανταγωνισμού στη λιανική αγορά, αλλά και τα δεδομένα πάνω στα οποία θα μπορούσε να σχεδιαστεί ένα μελλοντικό πρόγραμμα στήριξης των καταναλωτών.