Πάνω από το μισό της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα προέρχεται από ΑΠΕ, με τη χώρα να έχει πραγματοποιήσει άλμα στη διείσδυση της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής.
Πέρα όμως από την περιβαλλοντική διάσταση, η ενίσχυση των ΑΠΕ αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία και ως «όχημα» για τη συγκράτηση των χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρισμού.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 δείχνουν ότι οι ΑΠΕ κάλυψαν πάνω από το 50% της καθαρής ηλεκτροπαραγωγής στην Ελλάδα. Σε μηνιαία βάση, σύμφωνα με τα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, το μερίδιο διαμορφώθηκε στη χώρα μας σε 52,5% τον Απρίλιο, 53,2% τον Μάιο και 51,6% τον Ιούνιο. Έτσι, σε όλη τη διάρκεια του τριμήνου περισσότερο από μία στις δύο κιλοβατώρες που παράγονταν στην Ελλάδα προερχόταν από ανανεώσιμες πηγές.
Η επίδοση τοποθετεί την Ελλάδα κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στο σύνολο της ΕΕ, οι ΑΠΕ αντιπροσώπευαν το 54,1% της ηλεκτροπαραγωγής το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 54,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Στην κορυφή της Ευρώπης βρέθηκαν η Λετονία με 97,7%, η Δανία με 94,3% και η Κροατία με 92,2%, ενώ στον αντίποδα τα χαμηλότερα μερίδια καταγράφηκαν στη Σλοβακία με 19,8%, στην Τσεχία με 20,9% και στη Μάλτα με 24,5%.
Εκτός ατζέντας προς το παρόν οι επιδοτήσεις στο ρεύμα
Η συμβολή των ΑΠΕ στη συγκράτηση του κόστους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην τρέχουσα συγκυρία, καθώς η νέα γεωπολιτική κρίση έχει αρχίσει να μεταδίδει πιέσεις από τα καύσιμα και το φυσικό αέριο προς την αγορά ηλεκτρισμού. Παρά την άνοδο της χονδρικής, πάντως, σύμφωνα με υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, δεν βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι νέες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση θεωρεί το μέτωπο του ηλεκτρισμού κλειστό. Το ΥΠΕΝ παρακολουθεί την εξέλιξη της χονδρεμπορικής αγοράς και τον βαθμό στον οποίο οι ανατιμήσεις περνούν στα τιμολόγια λιανικής, ενώ, εκτός από τις τιμές των πράσινων τιμολογίων, στο «ραντάρ» έχουν μπει πλέον και οι διαθέσιμες σταθερές χρεώσεις. Όπως επισημαίνει το ίδιο στέλεχος, στην αγορά υπάρχουν σήμερα αρκετά ανταγωνιστικά μπλε τιμολόγια, τα οποία δίνουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να «κλειδώσουν» την τιμή τους και να προστατευθούν από ενδεχόμενες νέες ανατιμήσεις.
Αυτή είναι και μία από τις διαφορές που βλέπει το υπουργείο μεταξύ ηλεκτρισμού και πετρελαίου θέρμανσης, για το οποίο δρομολογούνται άμεσες παρεμβάσεις. Στο ρεύμα ο καταναλωτής διαθέτει μέσω των σταθερών συμβολαίων ένα εργαλείο προστασίας από τις διακυμάνσεις της αγοράς. Ωστόσο, η στάση αυτή μπορεί να επανεξεταστεί εάν η χονδρική κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ή εάν ακριβύνουν σημαντικά και τα μπλε τιμολόγια.
Το νέο ενεργειακό τοπίο στην Ελλάδα
Σε αυτό το περιβάλλον, τα στοιχεία της Eurostat αποτυπώνουν τη σταδιακή αλλαγή του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος, καθώς φωτοβολταϊκά και αιολικά έχουν αναλάβει πολύ μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, περιορίζοντας αντίστοιχα την ανάγκη λειτουργίας θερμικών μονάδων. Η σημασία αυτής της μεταβολής γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε περιόδους διεθνούς αναταραχής, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου είναι άμεσα εκτεθειμένες στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών καυσίμου.
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι απαραίτητο για την κάλυψη της ζήτησης όταν δεν υπάρχει επαρκής παραγωγή από ΑΠΕ. Αυτό σημαίνει όμως ότι μία νέα κρίση στις διεθνείς αγορές αερίου ή μία γεωπολιτική εξέλιξη που θα εκτόξευε τις τιμές του καυσίμου, όπως αυτή που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη, μπορεί να μεταφερθεί γρήγορα στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού. Όσο μεγαλύτερο κομμάτι της ζήτησης καλύπτεται από αιολικά και φωτοβολταϊκά, τόσο περιορίζονται οι ώρες κατά τις οποίες οι ακριβότερες θερμικές μονάδες καθορίζουν τις τιμές.
Αυτή ακριβώς τη σχέση μεταξύ μεγαλύτερης διείσδυσης των ΑΠΕ και φθηνότερου ηλεκτρισμού ανέδειξε πρόσφατα και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, παρουσιάζοντας τον σχεδιασμό για σταδιακή μείωση του κόστους ρεύματος έως και κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου και ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος περιέγραψαν ένα πλέγμα παρεμβάσεων που περιλαμβάνει περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ, αποθήκευση, εξοικονόμηση, αυτοκατανάλωση, περιορισμό των ρευματοκλοπών και μεγαλύτερη ευελιξία της κατανάλωσης.
Στα 73 ευρώ η χονδρική όταν κυριαρχούν οι ΑΠΕ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η αναφορά της ηγεσίας του ΥΠΕΝ στη συμπεριφορά της χονδρεμπορικής αγοράς ανάλογα με το ενεργειακό μείγμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, όταν οι ΑΠΕ κυριαρχούν στην ηλεκτροπαραγωγή, η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά κινείται στην περιοχή των 73 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Πρόκειται για μία ένδειξη του οικονομικού αποτυπώματος που μπορεί να έχει η περαιτέρω διείσδυση της πράσινης ενέργειας. Αιολικά και φωτοβολταϊκά δεν έχουν κόστος καυσίμου και, όταν υπάρχει άφθονη παραγωγή τους, πιέζουν τις τιμές της Αγοράς Επόμενης Ημέρας προς τα κάτω. Το αποτέλεσμα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας, όταν η μεγάλη παραγωγή των φωτοβολταϊκών μπορεί να οδηγήσει τις τιμές ακόμη και σε εξαιρετικά χαμηλά ή μηδενικά επίπεδα.
Η εικόνα αυτή εξηγεί και γιατί το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η εγκατάσταση περισσότερων ΑΠΕ, αλλά η δυνατότητα του ηλεκτρικού συστήματος να αξιοποιεί μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους. Η ανάπτυξη μπαταριών, οι διασυνδέσεις και η μεταφορά της κατανάλωσης στις ώρες μεγάλης πράσινης παραγωγής μπορούν να περιορίσουν τις περικοπές και να μεταφέρουν μέρος της φθηνής ενέργειας από τις μεσημεριανές ώρες στις ώρες κατά τις οποίες σήμερα αυξάνεται η συμμετοχή των μονάδων φυσικού αερίου.
Η αποθήκευση το επόμενο «κλειδί»
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποθήκευση αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες του σχεδιασμού που παρουσίασε το ΥΠΕΝ. Προβλέπεται επιτάχυνση των επενδύσεων σε μπαταρίες, με 400 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και επιπλέον 200 εκατ. ευρώ από τη ρήτρα διαφυγής. Παράλληλα, προωθείται η παραγωγή και αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας για ίδια χρήση από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Στόχος είναι ουσιαστικά να μεγαλώσει το χρονικό διάστημα μέσα στην ημέρα κατά το οποίο η ελληνική αγορά μπορεί να αξιοποιεί φθηνή ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ. Η μπαταρία μπορεί να αποθηκεύσει την περίσσεια ηλεκτρικής ενέργειας όταν η ηλιακή παραγωγή βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της και να την επιστρέψει στο σύστημα αργότερα, περιορίζοντας την ανάγκη ενεργοποίησης ακριβότερων μονάδων.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση συνδέει τη μεγαλύτερη διείσδυση των ΑΠΕ με τον ευρύτερο σχεδιασμό για αποκλιμάκωση του κόστους ηλεκτρισμού. Στην πρόσφατη παρουσίαση επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει μία μεμονωμένη παρέμβαση που μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε μείωση 30% της λιανικής τιμής. Ο σχεδιασμός έχει ορίζοντα τριετίας και συνδυάζει επενδύσεις στην παραγωγή με δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση και μέτρα για τη μείωση των υπόλοιπων επιβαρύνσεων του λογαριασμού.