Διανύοντας ήδη την τρίτη εβδομάδα πολέμου στον Περσικό, αν υπάρχει ένας κερδισμένος, αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Β. Πούτιν, βλέποντας τις τιμές του ρωσικού πετρελαίου.
Στις 27 Φεβρουαρίου, δηλαδή μια ημέρα πριν από την έναρξη των βομβαρδισμών στο Ιράν, η τιμή του ρωσικού πετρελαίου βρισκόταν στα 59 δολάρια, δηλαδή όσο προέβλεπε σε ετήσια βάση ο προϋπολογισμός της ρωσικής Ομοσπονδίας για το σύνολο του 2026, το οποίο έχει το “στίγμα” του ελλείμματος στο 1,6% του ΑΕΠ ή των 3,8 τρισ ρουβλίων.
Το βάρος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων για το Κρεμλίνο, δεν είναι νέο. Όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του ρωσικού υπουργείου Οικονομικών, από το 2022 και μετά, οι προϋπολογισμοί είναι ελλειμματικοί. Ενδεικτικά, το περσινό έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 5,6 τρισ ρούβλια. Η αιτία προφανής: από τη μια, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία κι από την άλλη, τα μειωμένα έσοδα από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, που μέχρι πρότινος ήταν ο στυλοβάτης του ρωσικού προϋπολογισμού.
Το 2022, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος με την Ουκρανία και ο ενεργειακός πόλεμος με την Ευρώπη, τα έσοδα από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου ανήλθαν σε 11,6 τρισ ρούβλια, αντιστοιχώντας στο 42% του συνόλου των εσόδων του προϋπολογισμού. Πέρσι, μετά τις αλλεπάλληλες ευρωπαϊκές κυρώσεις και την ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, οι εισπράξεις από πετρέλαιο και φυσικό αέριο δεν “έπιασαν” ούτε τα 8,5 τρισ ρούβλια, αντιστοιχώντας στο 23% του συνόλου των εσόδων. Ανάλογη είναι- ή μάλλον ήταν- η πρόβλεψη και για φέτος, αλλά ο πόλεμος στον Περσικό έφερε χαμόγελα στο Κρεμλίνο.
Η εκτόξευση του ρωσικού πετρελαίου
Έχοντας πιάσει ακόμα και τα 100 δολάρια στις 9 Μαρτίου, η τιμή του ρωσικού πετρελαίου έχει στρογγυλοκαθίσει, πλέον, γύρω στα 94 δολάρια. Πρακτικά πρόκειται για μια αύξηση 70% μέσα έναν μήνα και 86% από την αρχή του χρόνου!
Αναμφίβολα ο Ρώσος πρόεδρος μπορεί να “ευχαριστεί” τον Αμερικανό πρόεδρο, όχι μόνο για το σοκ που έχει προκληθεί στις διεθνείς αγορές καυσίμων, αλλά και για τη μερική άρση των αμερικανικών κυρώσεων έτσι ώστε κατ’ αρχάς η Ινδία να μπορεί να προμηθεύεται ρωσικό πετρέλαιο χωρίς πρόβλημα. Πέρα από τις “ανάσες” στον ρωσικό προϋπολογισμό, είναι προφανές ότι αυτές οι αυξήσεις στο πετρέλαιο, ρίχνουν νέο “καύσιμο” στην πολεμική μηχανή για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, την ώρα που η Δύση έχει μοιραία στραμμένη την προσοχή της στον Περσικό.
Οι πιέσεις στην Κίνα
Στον αντίποδα, βρίσκεται ο “δράκος” της Α. Ανατολής. Σύμφωνα με την ανάλυση του Bruegel, η διαταραχή των παγκόσμιων ενεργειακών ροών που προκλήθηκε από τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν αποτελεί σοβαρή δοκιμασία για την ενεργειακή ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των εξαγωγών και τη γεωπολιτική στρατηγική της Κίνας, του μεγαλύτερου εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο. Ενώ τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου του Πεκίνου και η διαφοροποιημένη προμήθεια προσφέρουν βραχυπρόθεσμη προστασία, μια παρατεταμένη σύγκρουση για το Ιράν θα μπορούσε να επιδεινώσει τις εγχώριες οικονομικές πιέσεις και να υπονομεύσει τους παγκόσμιους στόχους της Κίνας.
Από την έναρξη των επιθέσεων ΗΠΑ-Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, η ιρανική παραγωγή πετρελαίου και οι εξαγωγές έχουν καταρρεύσει εν μέσω ζημιών στις υποδομές και διακοπής της ναυτιλίας. Για την Κίνα, αυτό έχει δημιουργήσει άμεσο έλλειμμα 1 έως 1,4 mbd στις εισαγωγές πετρελαίου από το Ιράν. Τα διυλιστήρια Teapot έχουν χάσει την πρόσβαση σε αργό πετρέλαιο χαμηλού κόστους και πλέον αντιμετωπίζουν υψηλές τιμές αντικατάστασης σε μια αγορά που έχει ήδη υποστεί πιέσεις από τις παγκόσμιες εντάσεις.
Μια άλλη σημαντική αρνητική επίδραση στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού είναι το πολύ υψηλότερο κόστος μεταφοράς, λόγω τόσο της απότομης αύξησης των τιμών του πετρελαίου όσο και των μεγαλύτερων διαδρομών για την αποφυγή της σύγκρουσης. Το αυξημένο κόστος ασφάλισης και οι καθυστερήσεις ασκούν επίσης πιέσεις στο εμπόριο εμπορευματοκιβωτίων και χύδην φορτίου, δημιουργώντας σημαντικά σημεία συμφόρησης στην αλυσίδα εφοδιασμού. Οι εξαγωγές της Κίνας προς τη Μέση Ανατολή – αυτοκίνητα στα ΗΑΕ, χάλυβας στη Σαουδική Αραβία – αυξήθηκαν ραγδαία το 2025 εν μέσω εμπορικών τριβών με τις ΗΠΑ, αλλά τώρα θα αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις.
Για την Κίνα, η κύρια απειλή από τη σύγκρουση στο Ιράν είναι ότι θα μπορούσε να επιβραδύνει την κατανάλωση παγκοσμίως, με προφανείς συνέπειες για τις κινεζικές εξαγωγές. Η εξάρτηση της Κίνας από τις εξαγωγές για την επίτευξη του στόχου αύξησης του ΑΕΠ (4,5% έως 5%), είναι η κύρια αδυναμία της. Μια απότομη μείωση της παγκόσμιας ανάπτυξης θα οδηγήσει σε πρόσθετη πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα και ακόμη πιο μειωμένα εταιρικά κέρδη, με σοβαρές συνέπειες για την οικονομική υγεία των κινεζικών εταιρειών. Η αύξηση των μισθών ανέρχεται ήδη σε μόλις 1% και θα μπορούσε να μειωθεί. Αυτό θα ενισχύσει περαιτέρω την αδυναμία της εγχώριας ζήτησης στην Κίνα, με λιγότερες επενδύσεις από μη κερδοφόρες εταιρείες και επιβράδυνση της κατανάλωσης.