Μπορεί όλοι να ασχολούμαστε τις τελευταίες ημέρες με τις παροχές που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ), αλλά ο κ. Μητσοτάκης είπε και πολλά άλλα στην ίδια ομιλία.
Αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας και την ανάγκη για «δέκα άλματα, με κομβικότερο την ποιότητα της ανάπτυξης και την αύξηση της παραγωγικότητας». Ο πρωθυπουργός είπε πως μέχρι το 2031 πρέπει η μεταποίηση να φτάσει στο 12% του ελληνικού ΑΕΠ από περίπου 10% το 2024.
Πρόκειται για στόχο που μοιάζει δύσκολος αλλά ρεαλιστικός. Ταυτόχρονα βρίσκεται αρκετά μακριά από τους αντίστοιχες επιδιώξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο διακηρυγμένος στρατηγικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η αύξηση της συμμετοχής της μεταποίησης στο 20% του ΑΕΠ της Ε.Ε. έως το 2035 από περίπου 14% σήμερα. Βέβαια, η Κομισιόν δε φημίζεται για την επίτευξη των στόχων που βάζει αφού το 20% είχε τεθεί ως επιδίωξη για το 2020 μέσω της πρωτοβουλίας για «βιομηχανική αναγέννηση» αλλά η αποβιομηχάνιση στην Ευρώπη συνεχίζεται με επιταχυνόμενους ρυθμούς.
Γιατί ο πρωθυπουργός έβαλε ως πρώτο από τα δέκα άλματα την ποιότητα της ανάπτυξης και την παραγωγικότητα; Επειδή μόνο με επενδύσεις στη βιομηχανία και άλλους τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας (όπως π.χ. η τεχνολογία) θα αυξηθούν σημαντικά οι απολαβές των εργαζομένων στην Ελλάδα. Μόνο έτσι θα ξεφύγει η χώρα από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού που μπορεί να στηρίζει τη χώρα αλλά συνοδεύεται από χαμηλούς μισθούς, πίεση σε τοπικά οικοσυστήματα (δείτε τι συμβαίνει σε πολλά ελληνικά νησιά ή παραλιακές περιοχές) και άλλες δυσάρεστες παρενέργειες όπως στις τιμές των ακινήτων.
Αν δεν υπάρξουν κυβερνητικές πρωτοβουλίες και επενδύσεις για να κλείσει το τεράστιο κενό παραγωγικότητας μεταξύ Ελλάδας και υπόλοιπης Ευρώπης, τότε θα χάσουμε άλλη μια δεκαετία πανηγυρίζοντας για την ανάπτυξη της οικονομίας, χωρίς να βλέπουν κάποιο ουσιαστικό όφελος οι εργαζόμενοι. Τα στοιχεία είναι εξαιρετικά δυσάρεστα. Το 2000 η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα έφτανε τα 38 δολάρια την ώρα. Δηλαδή σε μια ώρα ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα παρήγαγε προϊόν αξίας 38 δολαρίων. Σχεδόν 25 χρόνια μετά, το 2024, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκονται στα 38,4 δολάρια ανά ώρα σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Είχε αυξηθεί κατά μόλις 0,9% σε ένα τέταρτο του αιώνα! Σήμερα η χώρα μας βρίσκεται χαμηλότερα από το επίπεδο παραγωγικότητας που είχε πριν από την κρίση του 2010.
Το 2000 η Ελλάδα ήταν σαφώς πιο παραγωγική από χώρες όπως η Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία, Λιθουανία, ακόμα και από τη Νότια Κορέα. Το 2024 όλες αυτές οι χώρες βρίσκονται πάνω από την Ελλάδα. Το 2000 η Ελλάδα βρίσκονταν στα 38 δολάρια και στις ΗΠΑ στα 56,9 δολάρια. Η Ελλάδα βρισκόταν δηλαδή περίπου στο 67% της αμερικανικής παραγωγικότητας. Το 2024 η χώρα μας βρισκόταν στα 38,4 δολάρια και οι ΗΠΑ στα 84,1 δολάρια. Δηλαδή η Ελλάδα έχει πέσει στο 46% της αμερικανικής παραγωγικότητας. Δεν υπήρξε σύγκλιση, αλλά μεγάλη απόκλιση. Το 2024 ο σταθμισμένος μέσος όρος του ΟΟΣΑ βρίσκεται περίπου στα 65,8 δολάρια ανά ώρα, έναντι 38,4 της Ελλάδας. Η ελληνική παραγωγικότητα βρίσκεται περίπου στο 58% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά την κατάρρευση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων κατά τη διάρκεια της πολυετούς ελληνικής κρίσης. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα για να αναπληρωθεί αυτό το μεγάλο κενό, αλλά χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα και πρωτοβουλίες που θα βοηθήσουν ώστε να προχωρήσουν οι επενδύσεις πιο γρήγορα. Τον Απρίλιο, κατά την τελευταία αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας, ο ΟΟΣΑ τόνισε πως το επενδυτικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη έχει μεν αρχίσει να κλείνει, αλλά παραμένει μεγάλο.
Η πολύ μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και το επενδυτικό χάσμα δεν είναι οι μοναδικές εξηγήσεις για το μεγάλο κενό παραγωγικότητας με την υπόλοιπη Ευρώπη. Εξαιρετικά αρνητικά λειτουργεί και το γεγονός πως οι μικρές ελληνικές επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν! Λόγω των χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας οι μικρομεσαίοι παραμένουν προβληματικοί! Δεν μεγαλώνουν μέσω συγχωνεύσεων / εξαγορών ώστε να μετακινηθεί εργατικό δυναμικό από επιχειρήσεις με χαμηλή παραγωγικότητα προς επιχειρήσεις με δυναμισμό, καλύτερο εξαγωγικό προφίλ, κ.α. Οι πολύ χαμηλές επενδύσεις των επιχειρήσεων σε έρευνα και καινοτομία επηρεάζουν, επίσης, αρνητικά. Ο πρωθυπουργός το Σάββατο μίλησε και για την ανάγκη ενός καλύτερου κράτους. Η γραφειοκρατία, το ρυθμιστικό περιβάλλον και η λειτουργία των θεσμών δε βοηθούν για να αποκτήσει ποιοτικότερα χαρακτηριστικά η ελληνική ανάπτυξη. Και η αγορά περιμένει συγκεκριμένες ανακοινώσεις για την υλοποίηση του στόχου αλλαγής παραγωγικού μοντέλου.