Η εικόνα που σχημάτισε πριν από περίπου 250 χρόνια ο Άνταμ Σμιθ, πως η οικονομία συντονίζεται από το «αόρατο χέρι» μιας αγοράς μικρών παραγωγών, έχει ανατραπεί προ πολλού.
Όμως μια νέα μελέτη οικονομολόγων του University of Chicago και του Northwestern University, ανασυνθέτει την εξέλιξη της επιχειρηματικής συγκέντρωσης για περισσότερα από 120 χρόνια και τοποθετεί σε νέα βάση μια συζήτηση που μέχρι σήμερα στηριζόταν συχνά σε δεδομένα λίγων μόνο δεκαετιών. Η μελέτη επισημαίνει πως η οικονομία συντονίζεται από έναν περιορισμένο πυρήνα κολοσσών των οποίων η οικονομική βαρύτητα έχει αυξηθεί δραστικά, χωρίς ανάλογη αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούν.
Το συμπέρασμα της μελέτης είναι ανησυχητικό. Η κυριαρχία των μεγάλων επιχειρήσεων δεν είναι ούτε αμερικανικό φαινόμενο ούτε προϊόν των τελευταίων δεκαετιών, αλλά μια διεθνής, μακροχρόνια τάση που τρέχει εδώ και έναν αιώνα και αντανακλά βαθιές τεχνολογικές μεταβολές στον τρόπο που οργανώνεται η παραγωγή. Και η οικονομική ισχύς αυτών των κολοσσών μεγαλώνει μέσω του κεφαλαίου, όχι μέσω της εργασίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το πού πηγαίνει η προστιθέμενη αξία και ποιος τη μοιράζεται.
Για να οδηγηθούν σε αυτό το συμπέρασμα, οι ερευνητές αξιοποίησαν ιστορικά φορολογικά αρχεία επιχειρήσεων, εν μέρει τις ίδιες πηγές που τροφοδοτούν και την έρευνα του Γάλλου οικονομολόγου Τομά Πικετί για την ανισότητα εισοδήματος, με στοιχεία για πωλήσεις, κέρδη, κεφάλαιο και απασχόληση των μεγαλύτερων εταιρειών, και τα συνέδεσαν με συγκρίσιμες σειρές πωλήσεων που εκτείνονται σε διάστημα άνω των 125 ετών. Τα πρωτογενή δεδομένα είναι πίνακες κατάταξης επιχειρήσεων κατά μέγεθος, δημοσιευμένοι από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, με τα παλαιότερα να ανάγονται στο 1901. Το δείγμα περιλαμβάνει δέκα οικονομίες σε Ασία, Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ωκεανία: ΗΠΑ, Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Ελβετία, Δανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδά, Αυστραλία, Σιγκαπούρη και Νότια Κορέα.
Σύμφωνα με πρώτο σύνολο ευρημάτων σε όλες σχεδόν τις χώρες του δείγματος, οι πωλήσεις, τα κέρδη και το κεφάλαιο συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Το μερίδιο του 1% των μεγαλύτερων εταιρειών στις συνολικές πωλήσεις της οικονομίας, που κυμαινόταν τυπικά γύρω στο 50% τη δεκαετία του 1950, εκτοξεύθηκε σε περίπου 80% έως τη δεκαετία του 2010. Στις ΗΠΑ η εικόνα είναι εξίσου εντυπωσιακή με όρους κορυφαίων επιχειρήσεων: το μερίδιο των 50 μεγαλύτερων εταιρειών στις συνολικές πωλήσεις σχεδόν τριπλασιάστηκε, από περίπου 20% στις αρχές του 20ού αιώνα σε σχεδόν 50% σήμερα. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και στα κέρδη: στην Αυστραλία και τον Καναδά το μερίδιο του κορυφαίου 1% στο καθαρό εισόδημα ξεκίνησε από περίπου 50% τη δεκαετία του 1940, ανέβηκε στο 60% περίπου ως τη δεκαετία του 1980 και έφτασε γύρω στο 80% μετά το 2000· στη Σιγκαπούρη η ίδια πορεία καταγράφεται με καθυστέρηση μερικών δεκαετιών. Στο κεφάλαιο, για Γερμανία, Δανία και Ελβετία, το μερίδιο του κορυφαίου 1% στα ίδια κεφάλαια κινήθηκε από περίπου 40% στις αρχές του 1900 σε περίπου 60% τη δεκαετία του 1980 και σε άνω του 70% αργότερα.
Η διεθνής επανάληψη του φαινομένου είναι ίσως το ισχυρότερο επιχείρημα της μελέτης. Παρά τις διαφορετικές οικονομικές δομές και τα διαφορετικά μεγέθη των χωρών, οι συγγραφείς εντοπίζουν ένα κοινό παγκόσμιο μοτίβο που δύσκολα εξηγείται από τις ιδιαιτερότητες της κάθε αγοράς. Όταν προσαρμόζουν τους δείκτες ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος του πληθυσμο, επιλέγοντας, για παράδειγμα, τις 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις ανά εκατομμύριο κατοίκων, μικρές οικονομίες όπως η Ελβετία και η Σιγκαπούρη ευθυγραμμίζονται με τις μεγαλύτερες. Η τάση παραμένει ανοδική παντού.
Εδώ όμως εμφανίζεται το πραγματικό παράδοξο. Ενώ η συγκέντρωση σε πωλήσεις, κέρδη και κεφάλαιο αυξάνεται διαρκώς, το μερίδιο των μεγάλων επιχειρήσεων στη συνολική απασχόληση παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερό. Το κορυφαίο 1% των εταιρειών κατά αριθμό εργαζομένων απασχολούσε περίπου το 50% του συνόλου της απασχόλησης σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα και εξακολουθεί να απασχολεί περίπου το ίδιο ποσοστό σήμερα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, η συγκέντρωση της απασχόλησης φαίνεται να υποχώρησε ελαφρά μετά τη δεκαετία του 1980, όπως στη μεταποίηση της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Με άλλα λόγια, εδώ και πάνω από έναν αιώνα οι κολοσσοί έγιναν ασύγκριτα ισχυρότεροι σε τζίρο και κεφάλαιο, χωρίς να γίνουν ανάλογα μεγαλύτεροι σε προσωπικό.
Η εξήγηση που προτείνουν οι συγγραφείς είναι η αυτοματοποίηση. Στα κυρίαρχα οικονομικά μοντέλα, κεφάλαιο και εργασία θεωρούνται συμπληρωματικοί παράγοντες: όταν μια επιχείρηση μεγαλώνει, αυξάνει και τα δύο, οπότε όλοι οι δείκτες συγκέντρωσης θα έπρεπε να κινούνται παράλληλα. Τα δεδομένα δείχνουν το αντίθετο. Καθώς η σχετική τιμή του κεφαλαίου υποχωρεί με τον χρόνο και η παραγωγικότητά του ανεβαίνει, η ανάπτυξη στηρίζεται ολοένα περισσότερο σε επενδύσεις σε μηχανές, λογισμικό και βάσεις δεδομένων που αντικαθιστούν εργαζομένους. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν ευκολότερα το κόστος αυτής της αυτοματοποίησης λόγω μεγέθους και να επιτύχουν μεγαλύτερες οικονομίες κλίμακας. Εκεί όπου οι διαδικασίες αυτοματοποιούνται έντονα, όπως στη βιομηχανία, οι κορυφαίες εταιρείες αυξάνουν σημαντικά το μερίδιο αγοράς τους, αλλά η συγκέντρωση της απασχόλησης παραμένει σχεδόν αμετάβλητη.
Αντίθετα, σε κλάδους όπου η αυτοματοποίηση παραμένει δύσκολη, όπως το λιανικό και χονδρικό εμπόριο, αυξάνεται και η ένταση κεφαλαίου και η απασχόληση και έτσι η συγκέντρωση εργαζομένων ανεβαίνει σχεδόν όσο και η συγκέντρωση πωλήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους μεγαλύτερους εργοδότες της Γερμανίας οι παραδοσιακοί βιομηχανικοί γίγαντες όπως η Siemens ή η Volkswagen συναντούν σήμερα αλυσίδες σούπερ μάρκετ όπως οι Aldi, Edeka, Lidl και Rewe.
Οι εναλλακτικές ερμηνείες εξετάζονται και απορρίπτονται, τουλάχιστον ως αποκλειστικές αιτίες. Αν η συγκέντρωση οφειλόταν σε αύξηση τιμών ή σε συγχωνεύσεις που αποκλείουν τον ανταγωνισμό, τότε τα περιθώρια κέρδους θα έπρεπε να είχαν διογκωθεί παράλληλα με τη συγκέντρωση. Όμως τα περιθώρια αυξήθηκαν κυρίως μετά το 2000, ενώ η συγκέντρωση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ούτε η εξωτερική ανάθεση (outsourcing) επαρκεί ως εξήγηση: αν οι μεγάλες επιχειρήσεις μετέφεραν συστηματικά εργασία σε τρίτους, αυτό θα άφηνε εμφανές αποτύπωμα στους εθνικούς λογαριασμούς, με μεταβολή της σχέσης ακαθάριστου προϊόντος προς ΑΕΠ, κάτι που δεν παρατηρείται, καθώς ο λόγος αυτός παραμένει σταθερός σε όλες τις χώρες του δείγματος με διαθέσιμα στοιχεία.
Ένα δεύτερο σημείο που τονίζουν οι συγγραφείς είναι ότι το μέγεθος δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με μονοπώλιο. Η αυξανόμενη συγκέντρωση δεν σημαίνει κατ' ανάγκη λιγότερο ανταγωνισμό ή λιγότερο δυναμική οικονομία. Μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί να είναι απλώς πιο αποδοτική. Το αν υπάρχει μονοπωλιακή δύναμη εξαρτάται από την ίδια την λειτουργία της αγοράς και όχι μόνο από το μέγεθος της εταιρείας. Με άλλα λόγια μπορεί στην Ελλάδα να έχουμε μικρότερες εταιρείες σε σχέση με τις αμερικανικές, αλλά συναντάμε συχνότερα φαινόμενα περιορισμού του ανταγωνισμού.
Σε στήριξη αυτού του επιχειρήματος για τις ΗΠΑ, η κινητικότητα στην κορυφή παραμένει υψηλή: από τις κορυφαίες αμερικανικές επιχειρήσεις του 1955, σήμερα παραμένει περίπου το 30%, ενώ συμπληρωματική έρευνα για ΗΠΑ, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο δείχνει ότι οι ίδιες οι εταιρείες στην κορυφή έχουν αλλάξει ουσιαστικά με τον χρόνο, οι κολοσσοί έγιναν πιο ισχυροί, αλλά δεν είναι οι ίδιοι κολοσσοί. Στην Ελλάδα, κάτι που δείχνει και την αδυναμία της εγχώριας οικονομίας να στρίψει προς άλλους διεθνώς πιο ανταγωνιστικούς τομείς, οι έξι - επτά στους δέκα μεγαλύτερους ομίλους του 2025 βρίσκονταν στην ίδια θέση και το 1980!
Αντίθετα στη δυναμική αμερικανική οικονομία η μεταμόρφωση φαίνεται και στη σύνθεση της κορυφής. Από τις 1.000 μεγαλύτερες αμερικανικές επιχειρήσεις σήμερα, οι μισές δραστηριοποιούνται σε τομείς που δεν υπήρχαν καν πριν από 100 χρόνια. Η οικονομία απέχει παρασάγγας από εκείνη των κρεοπωλών, ζυθοποιών και αρτοποιών που είχε στο μυαλό του ο Smith. Και η επόμενη φάση αυτής της μακρόχρονης τάσης μπορεί να την εντείνει ακόμη περισσότερο: η άνοδος της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί τεράστιες επενδύσεις σε υπολογιστική ισχύ, δεδομένα και υποδομές, δηλαδή ακριβώς το είδος της έντασης κεφαλαίου που ευνοεί τους μεγαλύτερους παίκτες. Δείτε, για παράδειγμα, τις αποτιμήσεις των OpenAI και Anthropic στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Αν το μοτίβο του προηγούμενου αιώνα συνεχιστεί, οι πωλήσεις και το κεφάλαιο θα συγκεντρώνονται ολοένα περισσότερο στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, χωρίς όμως να αυξάνεται ανάλογα το μερίδιό τους στην απασχόληση.