Περισσότερα από 5,4 δισ. ευρώ συγκεντρώνουν, με βάση το νέο δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης, τέσσερις από τις μεγαλύτερες ηλεκτρικές διασυνδέσεις που έχει μπροστά του ο ΑΔΜΗΕ έως το 2030. Δωδεκάνησα, Βορειοανατολικό Αιγαίο, δεύτερη γραμμή Ελλάδας–Ιταλίας και Great Sea Interconnector δίνουν το μέτρο του επενδυτικού κύκλου που ανοίγει για τον Διαχειριστή και εξηγούν γιατί τα «καλώδια» βρέθηκαν στο επίκεντρο της χθεσινής ενημέρωσης των αναλυτών για τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου.
Η εικόνα που έδωσε η διοίκηση είναι αυτή ενός προγράμματος που περνά από τη μία γενιά μεγάλων διασυνδέσεων στην επόμενη. Η τέταρτη φάση των Κυκλάδων βρίσκεται πλέον στις τελικές δοκιμές, τα Δωδεκάνησα και το Βορειοανατολικό Αιγαίο προχωρούν προς την κατασκευαστική τους φάση, ενώ παράλληλα ωριμάζουν οι νέοι διεθνείς ηλεκτρικοί διάδρομοι προς την Ιταλία και την Ανατολική Μεσόγειο.
Πίσω από το τεχνικό σκέλος των έργων βρίσκεται και η βασική οικονομική εξίσωση του ΑΔΜΗΕ. Όσο οι νέες υποδομές ολοκληρώνονται και περνούν στη Ρυθμιζόμενη Περιουσιακή Βάση, αυξάνεται το κεφάλαιο πάνω στο οποίο ο Διαχειριστής λαμβάνει ρυθμιζόμενη απόδοση. Η εκτέλεση του επενδυτικού προγράμματος γίνεται έτσι ο μηχανισμός που συνδέει τα μεγάλα έργα μεταφοράς με τα μελλοντικά έσοδα και την κερδοφορία του Ομίλου.
Ο επικεφαλής του ΑΔΜΗΕ, Γιάννης Καράμπελας, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση ακριβώς σε αυτή τη διαδρομή, επισημαίνοντας ότι το πρόγραμμα περιλαμβάνει τόσο την ενίσχυση του ηπειρωτικού συστήματος όσο και τις νησιωτικές και διεθνείς διασυνδέσεις. Παράλληλα, σημείωσε ότι, όπως συμβαίνει συνήθως, το μεγαλύτερο μέρος των επενδυτικών δαπανών αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο δεύτερο μισό του έτους.
Για το 2026, οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα φθάσουν συνολικά τα 1,7 δισ. ευρώ, ενώ στο πρώτο εξάμηνο οι σχετικές δαπάνες διαμορφώθηκαν στα 157,2 εκατ. ευρώ. Σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, η διοίκηση έχει τοποθετήσει το επενδυτικό πρόγραμμα της περιόδου 2026-2029 κοντά στα 6 δισ. ευρώ. Το νέο Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2027-2036 ανοίγει ακόμη περισσότερο τον ορίζοντα, προβλέποντας συνολικές επενδύσεις 9 δισ. ευρώ, από τις οποίες περίπου 7 δισ. προγραμματίζεται να έχουν πραγματοποιηθεί έως το 2030.
Οι δύο αριθμοί δεν περιγράφουν διαφορετικές στρατηγικές, αλλά διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες του ίδιου επενδυτικού κύκλου. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις απορροφούν το βαρύτερο κομμάτι των κεφαλαίων.
Τα 2,39 δισ. των Δωδεκανήσων
Το μεγαλύτερο επιμέρους έργο είναι η διασύνδεση των Δωδεκανήσων με το ηπειρωτικό σύστημα, για την οποία το ΔΠΑ προβλέπει συνολικές δαπάνες περίπου 2,39 δισ. ευρώ έως το 2030. Πρόκειται για έργο ισχύος περίπου 1 GW και συνολικού μήκους περί τα 1.290 χιλιόμετρα, με βασικό άξονα τη σύνδεση της Ρόδου και στη συνέχεια των υπόλοιπων νησιών με το Εθνικό Σύστημα Μεταφοράς.
Η τελευταία ενημέρωση της διοίκησης δείχνει ότι το έργο έχει περάσει πλέον σε σαφώς πιο ώριμη φάση σε σχέση με εκείνη που αποτυπωνόταν στο προηγούμενο επενδυτικό update. Το καλωδιακό σκέλος βρίσκεται στη διαδικασία προσυμβατικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο, ενώ για τη βασική σύνδεση HVDC Κορίνθου–Κω έχει ήδη ανακοινωθεί σύμβαση ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ με την Hellenic Cables μέσω της Fulgor.
Το χρονοδιάγραμμα παραμένει προσανατολισμένο στο 2030. Είναι το έργο που, μετά την ολοκλήρωση των Κυκλάδων, περνά ουσιαστικά στην πρώτη γραμμή του νησιωτικού προγράμματος του Διαχειριστή.
Από τις Κυκλάδες στο Βορειοανατολικό Αιγαίο
Στις Κυκλάδες, αντίθετα, ο κύκλος πλησιάζει στο τέλος του. Το κατασκευαστικό σκέλος της τέταρτης και τελευταίας φάσης ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο και αυτή την περίοδο πραγματοποιούνται οι τελικές δοκιμές και οι εργασίες θέσης σε λειτουργία. Η πλήρης ηλεκτροδότηση του έργου αναμένεται μέσα στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, ολοκληρώνοντας ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα νησιωτικών διασυνδέσεων των τελευταίων ετών.
Τη σκυτάλη παίρνει και το Βορειοανατολικό Αιγαίο. Η διασύνδεση αφορά, μεταξύ άλλων, τη Λήμνο, τη Λέσβο, τη Σκύρο, τη Χίο και τη Σάμο και έχει ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2030. Στο ΔΠΑ οι σχετικές δαπάνες έως τότε υπολογίζονται σε περίπου 1,26 δισ. ευρώ, ενώ το έργο περιλαμβάνει και εκτεταμένη ανάπτυξη υποσταθμών στα νησιά.
Οι διαδικασίες για το καλωδιακό σκέλος και τους υποσταθμούς έχουν προχωρήσει, με το έργο να περνά σταδιακά από τον σχεδιασμό στην ανάθεση και την κατασκευή. Η σημασία του είναι διπλή: αφενός περιορίζει την εξάρτηση των μη διασυνδεδεμένων νησιών από τοπικές μονάδες παραγωγής και αφετέρου δημιουργεί περισσότερο ηλεκτρικό χώρο για την αξιοποίηση του ανανεώσιμου δυναμικού του Αιγαίου.
Νέα γραμμή 1 GW προς την Ιταλία
Στο διεθνές μέτωπο, κεντρική θέση έχει η δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, την οποία προωθούν από κοινού ο ΑΔΜΗΕ και η Terna. Το έργο προβλέπεται να προσθέσει περίπου 1 GW νέας μεταφορικής ικανότητας μεταξύ των δύο χωρών, ενισχύοντας έναν από τους βασικούς ηλεκτρικούς διαδρόμους της Ελλάδας προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Στο νέο ΔΠΑ, ο ορίζοντας ολοκλήρωσης μετατίθεται στο 2033, από το 2031 που προβλεπόταν προηγουμένως, έπειτα από επαναπρογραμματισμό σε συνεννόηση με την ιταλική πλευρά. Οι μελέτες σκοπιμότητας έχουν ολοκληρωθεί και έχει ήδη υπογραφεί μνημόνιο συνεργασίας των δύο Διαχειριστών. Για το έργο προβλέπονται δαπάνες περίπου 532 εκατ. ευρώ έως το 2030, πριν από την ολοκλήρωσή του τα επόμενα χρόνια.
Η οικονομική σημασία των διεθνών γραμμών γίνεται ήδη πιο ορατή στα αποτελέσματα του ΑΔΜΗΕ. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, τα έσοδα από δικαιώματα διασυνδέσεων αυξήθηκαν κατά 14,5 εκατ. ευρώ, φθάνοντας τα 52,4 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή δίνει και μια πρώτη εικόνα του πώς η διεύρυνση της διασυνοριακής δυναμικότητας μπορεί να αποκτήσει αυξανόμενο βάρος στο οικονομικό αποτύπωμα του Διαχειριστή.
Ο GSI και τα 1,2 δισ. του ΔΠΑ
Στην ίδια επενδυτική εικόνα έχει ενταχθεί για πρώτη φορά και η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου. Στο ΔΠΑ 2027-2036 που τέθηκε σε διαβούλευση, ο Great Sea Interconnector αποτυπωνόταν με προγραμματισμένες δαπάνες περίπου 1,23 δισ. ευρώ έως το 2030 και περίπου 1,6 δισ. ευρώ έως το 2036.
Έκτοτε, ωστόσο, η μετοχική και χρηματοδοτική δομή του έργου έχει μεταβληθεί μετά την είσοδο της Meridiam, με τον ΑΔΜΗΕ να παραμένει στρατηγικός μέτοχος και να διατηρεί τεχνικό ρόλο. Στη χθεσινή τηλεδιάσκεψη, η διοίκηση απέφυγε να δώσει νέα στοιχεία για την αποτίμηση της συναλλαγής, τα κεφάλαια που καταβλήθηκαν ή τις μελλοντικές χρηματοδοτικές υποχρεώσεις του ΑΔΜΗΕ, παραπέμποντας στις ήδη δημοσιοποιημένες πληροφορίες. Αυτό σημαίνει ότι τα ποσά που αποτυπώνονται στο ΔΠΑ αποτελούν την εικόνα του σχεδιασμού όπως είχε καταρτιστεί, ενώ η ακριβής κατανομή της χρηματοδότησης μετά την είσοδο της Meridiam μένει να αποσαφηνιστεί όταν υπάρξουν νεότερες ανακοινώσεις.
Τα καλώδια περνούν στα έσοδα
Η σύνδεση των έργων με τα οικονομικά μεγέθη είναι πλέον άμεση. Τα έσοδα του ΑΔΜΗΕ αυξήθηκαν στο πρώτο εξάμηνο κατά 22,6%, στα 270,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα EBITDA διαμορφώθηκαν στα 193 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 26,4%. Το EBIT ενισχύθηκε κατά 45%, στα 136,3 εκατ. ευρώ. Για το σύνολο του 2026, η διοίκηση διατηρεί guidance για EBITDA 350-380 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη 165-185 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, το ονομαστικό προ φόρων WACC έχει οριστεί στο 6,87% για το 2026 και στο 6,92% για το 2027 και το 2028.