Δύο παράλληλες εξελίξεις, η μία τεχνολογική και η άλλη που συνδέεται με την κατανομή των βαρών, πιέζουν και το ελληνικό φορολογικό σύστημα προς μία ριζική ανασύνταξη μέσα στην επόμενη πενταετία - δεκαετία.
Από τη μία πλευρά, η σταδιακή υποχώρηση των αυτοκινήτων με μηχανές εσωτερικής καύσης και η αντικατάστασή τους με ηλεκτρικά οχήματα απειλεί να εξανεμίσει δισεκατομμύρια ευρώ εσόδων που σήμερα θεωρούνται δεδομένα. Από την άλλη, η ολοένα πιο έντονη συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας ανοίγει στη συζήτηση για νέες μορφές φορολόγησης που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν πολιτικά απαγορευτικές. Πρόκειται για δύο τάσεις που είναι παγκόσμιες, ενώ απασχολούν ήδη όσους σχεδιάζουν τη φορολογική πολιτική των επόμενων ετών και αναζητούν νέα φορολογικά εργαλεία.
Η πρώτη μεγάλη ανατροπή συνδέεται με τον κίνδυνο να στερηθεί το ελληνικό δημόσιο έσοδα ύψους περίπου 7 – 7,5 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 10% των συνολικών εσόδων του προϋπολογισμού, και συγκεντρώνεται σήμερα από τους ιδιοκτήτες αυτοκινήτων μέσω φόρων καυσίμων, τελών κυκλοφορίας και ΦΠΑ επί διοδίων. Η μερίδα του λέοντος, περίπου 6 δισ. ευρώ, προέρχεται από τους φόρους στα καύσιμα, ενώ 1,2 – 1,3 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στα τέλη κυκλοφορίας και περίπου 200 - 250 εκατ. ευρώ στον ΦΠΑ από τα διόδια.
Πρόκειται για μια δεξαμενή εσόδων που τροφοδοτείται από τη μαζική κατανάλωση βενζίνης και πετρελαίου, Ακριβώς αυτή η βάση αρχίζει να συρρικνώνεται λόγω της αύξησης χρήσης των ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Η Ελλάδα βρίσκεται πίσω από αρκετές χώρες της Ευρώπης στην εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων, και λόγω του περιορισμού δικτύου σταθμών φόρτισης. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εμπόρων Αυτοκινήτων, στα τέλη του προηγούμενου έτους το 91,5% των 6,7 εκατομμυρίων οχημάτων που κυκλοφορούσαν στη χώρα λειτουργούσαν με συμβατικά καύσιμα. Αυτή όμως η καθυστέρηση είναι προσωρινή ασφάλεια, όχι μόνιμη λύση. Οι επενδύσεις των Κινέζων και οι ανησυχίες στην Ευρώπη (πρόσφατα η Κομισιόν έδωσε παράταση στη χρήση ΙΧ με μηχανές εσωτερικής καύσης) δείχνουν πως το μέλλον πλησιάζει απειλητικά.
Ο ρυθμός της μετάβασης είναι ήδη ορατός σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) εκτιμούσε προ διετίας ότι, καθώς αυξάνεται το παγκόσμιο απόθεμα ηλεκτρικών οχημάτων, τα έσοδα από φόρους ορυκτών καυσίμων θα υποχωρήσουν στα 520 δισ. δολάρια ετησίως έως το 2030, τη στιγμή που το 2024 τα αντίστοιχα έσοδα από βενζίνη και πετρέλαιο έφταναν τα 560 δισ. Η Ευρώπη αναμένεται να υποστεί τη μεγαλύτερη απώλεια, με καθαρή μείωση εσόδων περίπου 40 δισ. δολαρίων έως το 2030 IEA. Έκθεση της εξειδικευμένες συμβουλευτικής εταιρείας Ptolemus, την οποία τοποθετεί τον κίνδυνο απώλειας μόνο για τις ΗΠΑ σε περισσότερα από 20 δισ. δολάρια ετησίως εφόσον επιτευχθεί ο στόχος του 50% των πωλήσεων σε ηλεκτρικά οχήματα έως εκείνη τη χρονιά. Αντίστοιχα, πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Sustainability υπολογίζει ότι το 2023 τα παγκόσμια δημόσια έσοδα από φόρους καυσίμων άγγιξαν τα 900 δισ. δολάρια, με την έκθεση στον κίνδυνο να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη για τις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος.
Ένα από τα αντίδοτα που εξετάζουν οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο είναι η χρέωση χρήσης οδικού δικτύου ανά χιλιόμετρο, γνωστή ως Road Usage Charging (RUC), η οποία εφαρμόζεται ήδη πιλοτικά σε αμερικανικές πολιτείες και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες. Ένα σενάριο για την Ελλάδα, που είχε παρουσιαστεί προ δύο ετών, προέβλεπε χρέωση περί τα 0,11 ευρώ ανά χιλιόμετρο, ως ισοδύναμη εναλλακτική για τα φορολογικά έσοδα που σήμερα συγκεντρώνονται από τα καύσιμα, τα τέλη κυκλοφορίας και τα διόδια μαζί. Για την εφαρμογή απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις σε δορυφορική τεχνολογία, κινητή τηλεφωνία, συσκευές οχημάτων και, κυρίως, αναθεώρηση των υφιστάμενων συμβάσεων παραχώρησης που εκτείνονται μέχρι το 2040 ή, για την Αττική Οδό, μέχρι το 2050.
Η δεύτερη πηγή πίεσης είναι κατανεμητικής φύσης και αναδεικνύεται με ιδιαίτερη ένταση στην πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Wealth Taxation, Including Net Wealth, Capital and Exit Taxes». Η έκθεση, 327 σελίδων, καταγράφει ότι η ανισότητα πλούτου αυξάνεται σε σειρά κρατών-μελών και ότι η σημερινή φορολογική αρχιτεκτονική αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη. Στην Ελλάδα, το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατέχει σήμερα (στοιχεία 2023) το 61% του συνολικού εθνικού πλούτου, ποσοστό αυξημένο κατά έντεκα μονάδες σε σχέση με το 2007. Το μερίδιο του ανώτερου 1% έχει αυξηθεί κατά 8,6 ποσοστιαίες μονάδες την ίδια περίοδο, ενώ η χώρα φιλοξενεί δεκατρείς δισεκατομμυριούχους με συνολική περιουσία 37,1 δισ. ευρώ.
Η μελέτη προχωρά σε εκτιμήσεις δυνητικών εσόδων από έναν συντονισμένο ευρωπαϊκό φόρο πλούτου τύπου Ζυκμάν. Ο Γκαμπριέλ Ζυκμάν είναι Γάλλος οικονομολόγος που προωθεί την ιδέα πρόσθετης φορολογίας στους υπερ-πλούσιους. Σε συντελεστή 2%, η Ελλάδα θα μπορούσε να εισπράξει 1 δισ. ευρώ ετησίως, εκ των οποίων τα 700 εκατ. ευρώ από τους δισεκατομμυριούχους. Σε συντελεστή 3%, τα συνολικά έσοδα θα ανέρχονταν σε 1,9 δισ. ευρώ. Σε αντιπαραβολή, τα έσοδα από τους σημερινούς φόρους σε πραγματοποιημένες υπεραξίες κεφαλαίου ιδιωτών στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία ΟΟΣΑ του 2022, περιορίζονται στο 0,06% του ΑΕΠ και στο 0,14% των συνολικών κρατικών εσόδων. Η κρίσιμη παρατήρηση της Επιτροπής είναι ότι κανένας από τους φόρους που σχετίζονται με τον πλούτο και εφαρμόζονται σήμερα στην ΕΕ δεν αποφέρει ουσιαστικά έσοδα, καθώς η απόδοσή τους υπονομεύεται από πληθώρα εξαιρέσεων, φορολογικού σχεδιασμού και σταδιακής μείωσης των συντελεστών.
Η πρόταση Ζικμάν απορρίφθηκε προ μηνών από τη γαλλική Γερουσία, αλλά η δυναμική της δεν εξασθενεί. Η πρότασή του έχει τοποθετηθεί στο τραπέζι των G20, των 20 πλουσιότερων χωρών του πλανήτη, και προβλέπει ετήσιο φορολογικό συντελεστή 2% στην καθαρή περιουσία όσων υπερβαίνουν τα 100 εκατ. ευρώ. Ο ίδιος ο Ζικμάν εκτιμά ότι μια τέτοια ελάχιστη φορολόγηση θα αποφέρει παγκοσμίως άνω των 200 δισ. δολαρίων ετησίως, ενώ αντλεί νομιμοποίηση από τη λογική του παγκόσμιου ελάχιστου εταιρικού φόρου 15% που ήδη εφαρμόζεται σε περισσότερες από 130 χώρες.
Η σύγκλιση των δύο τάσεων –της διάβρωσης των έμμεσων φόρων επί της κινητικότητας και της πίεσης για αποτελεσματικότερη φορολόγηση των υπερ-πλουσίων– ανοίγει ένα παράθυρο αναδιάταξης που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνοψίζει σε πέντε σημεία. Οι φόροι πλούτου ενδέχεται να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία τα επόμενα χρόνια· οι επιδράσεις τους στην αποταμίευση και την επιχειρηματικότητα είναι περιορισμένες και μπορούν ακόμη να είναι θετικές· η φορολόγηση των πραγματικών αποδόσεων μέσω εισοδηματικών φόρων κεφαλαίου θεωρείται πιο δίκαιη από τη φορολόγηση του αποθέματος· ο σχεδιασμός των φόρων είναι κρίσιμος· και η πολιτική αντίσταση παραμένει το σημαντικότερο εμπόδιο. Για την Ελλάδα, η οποία εμφανίζει ταυτοχρόνως υψηλή εξάρτηση από φόρους καυσίμων και ραγδαία συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή, η πίεση να αναδιατάξει το φορολογικό της σύστημα τα επόμενα χρόνια θα είναι ακόμα μεγαλύτερη.