Ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές.
Ο S&P είναι ο τέταρτος κατά σειρά από τους πέντε αναγνωρισμένους από την ΕΚΤ οίκους αξιολόγησης που αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στο β' εξάμηνο του 2026.
Τον Σεπτέμβριο, ο οίκος Scope αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ+, ενώ τον ίδιο μήνα ο Moody's και ο DBRS αναβάθμισαν σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές του αξιόχρεου στη βαθμίδα Baa3 και ΒΒΒ, αντίστοιχα.
Τον κύκλο των αξιολογήσεων για το 2026 κλείνει ο Fitch τον Νοέμβριο.
Σύμφωνα με τον οίκο, η Ελλάδα αναμένεται να υπερβεί τους δημοσιονομικούς στόχους για το 2026.
Τα στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο προϋπολογισμός κινείται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, κυρίως χάρη στην αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και τον φόρο εισοδήματος, την υποχώρηση της ανεργίας και τις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση.
Η S&P προβλέπει πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 0,8% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% για το 2026, έναντι αρχικού στόχου 2,8%.
S&P: Τι προβλέπει για την περίοδο 2027-29
Για την περίοδο 2027-2029 εκτιμά ότι η Ελλάδα θα διατηρήσει δημοσιονομικά πλεονάσματα, με μέσο πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 3,2% του ΑΕΠ.
Η δημοσιονομική πειθαρχία και η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να συμβάλουν στη μείωση του καθαρού δημόσιου χρέους, από 123% του ΑΕΠ φέτος στο 107% έως το τέλος του 2029.
Η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Ο τουρισμός και οι επενδύσεις αποτελούν βασικούς μοχλούς ανάπτυξης, ενώ το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ενίσχυσε την υλοποίηση έργων.
Η S&P αναμένει ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2027-2029, καθώς οι επενδύσεις θα συνεχιστούν και μετά την ολοκλήρωση των εκταμιεύσεων του Ταμείου, με αξιοποίηση άλλων ευρωπαϊκών κονδυλίων και περισσότερων εγχώριων πόρων.
Παρά τη θετική εικόνα, ο οίκος επισημαίνει ότι οι εξωτερικές ανισορροπίες, η αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας, η γήρανση του πληθυσμού και οι διαρθρωτικές αδυναμίες εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι οι αγορές προϊόντων και η αντιμετώπιση της διαφθοράς παραμένουν πεδία στα οποία απαιτείται περαιτέρω πρόοδος.