Η πρόσφατη συμφωνία εξαγοράς της εταιρείας επιχειρηματικού λογισμικού EntersoftOne από βρετανικό επενδυτικό όχημα (fund) φούντωσε πάλι τη συζήτηση για τον αφελληνισμό του εγχώριου επιχειρείν.
Η πραγματικότητα είναι λίγο πιο σύνθετη. Οι ξένοι όμιλοι ελέγχουν μόλις το 8% της απασχόλησης στη χώρα μας, αλλά το 90% της βιομηχανικής έρευνας. Από τη Chipita και την Pharmathen έως την ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και το Χρηματιστήριο Αθηνών, το πραγματικό ζητούμενο είναι πού λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Η ελληνική οικονομία δεν ανήκει στους ξένους. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: Πρώτον στο ότι οι διεθνείς όμιλοι αποκτούν τον αφρό του ελληνικού επιχειρείν και, δεύτερον, στο ότι η Ελλάδα διαχρονικά δημιουργεί ελάχιστους δικούς της πολυεθνικούς ομίλους. Όταν κάποιος καταφέρει να αποκτήσει μέγεθος, διεθνή σήματα, τεχνολογία και εξαγωγικό δίκτυο, γίνεται φυσιολογικά ελκυστικός στόχος για ομίλους με πολλαπλάσια κεφάλαια και εξαγοράζεται. Πόσο γρήγορα αναπληρώνουμε, όμως, τις Chipita και τους άλλους εθνικούς πρωταθλητές που χάνουμε ως χώρα όταν πωλούνται σε πολυεθνικούς ομίλους;
Η πολυετής οικονομική κρίση της περιόδου 2010-2018 διέκοψε μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1990, όταν οι τράπεζες, ο ΟΤΕ, η βιομηχανία τροφίμων Chipita, η τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ και η Σαράντης έχτιζαν δίκτυα στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η χρεοκοπία της χώρας, ο ακριβός ή ανύπαρκτος δανεισμός, οι κεφαλαιακοί έλεγχοι και η κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης οδήγησαν στην αποχώρηση των περισσότερων ελληνικών ομίλων (οι ΤΙΤΑΝ και Σαράντης είναι δύο από αυτές που άντεξαν) από τις διεθνείς αγορές. Το θετικό είναι πως τα τελευταία χρόνια βλέπουμε ελληνικές επιχειρήσεις να επιστρέφουν στο διεθνές πεδίο, από την ΔΕΗ μέχρι την Jumbo.
Σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat), το 2023 οι επιχειρήσεις υπό ξένο έλεγχο αντιστοιχούσαν μόλις στο 8% της απασχόλησης της ελληνικής επιχειρηματικής οικονομίας, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν περίπου 16%, ενώ σε Τσεχία και Σλοβακία έφθανε περίπου στο 28%. Στην προστιθέμενη αξία, οι επιχειρήσεις ξένου ελέγχου παρήγαγαν περίπου 18% στην Ελλάδα, έναντι 24% στην Ε.Ε.
Στο τέλος του 2023 το απόθεμα ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα ήταν 59,365 δισ. ευρώ και το απόθεμα ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό μόλις 19,217 δισ. ευρώ. Δηλαδή για κάθε 100 ευρώ ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου 32 ευρώ ελληνικού κεφαλαίου στο εξωτερικό. Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει ότι η καθαρή θέση της χώρας στις άμεσες επενδύσεις είναι αρνητική από το 2016.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στο μοντέλο της Τσεχίας και της Πορτογαλίας. Με μια κρίσιμη διαφορά: στην Τσεχία οι ξένες επιχειρήσεις απασχολούν περίπου 28% του εργατικού δυναμικού, στην Ελλάδα 8%, όπως προαναφέραμε. Η Ελλάδα είναι λίγο διεθνοποιημένη και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Οι μελέτες της τελευταίας δεκαετίας δεν καταλήγουν ότι μια ξένη εξαγορά είναι από τη φύση της αρνητική. Συχνά μετά την αλλαγή ιδιοκτησίας αυξάνονται η παραγωγικότητα, οι μισθοί, οι εξαγωγές, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και η τεχνολογική ικανότητα της εταιρείας. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως μειώνεται η απασχόληση, καθώς ο νέος ιδιοκτήτης αναδιοργανώνει την επιχείρηση. Τα αποτελέσματα εξαρτώνται από το ποιος αγοράζει, από ποια χώρα προέρχεται, από τον κλάδο και από τον τρόπο που η εταιρεία ενσωματώνεται στον νέο όμιλο.
Δηλαδή η αξιολόγηση πρέπει να γίνει μετά την πώληση. Αν, για παράδειγμα, τα 2 δισ. ευρώ από την πώληση μιας Chipita καταλήξουν σε ακίνητα, χρηματοοικονομικές τοποθετήσεις ή κατανάλωση, η οικονομία έχει ανταλλάξει ένα διεθνές κέντρο αποφάσεων με προσωπικό χρηματοοικονομικό πλούτο. Κάτι τέτοιο, ευτυχώς, δεν συνέβη στην περίπτωση της Chipita. Η τελευταία δημιουργήθηκε στην Ελλάδα και έγινε πραγματική πολυεθνική, με 13 εργοστάσια και προϊόντα σε περισσότερες από 50 χώρες, σύμφωνα με τη Mondelez, η οποία ολοκλήρωσε την εξαγορά στις αρχές του 2022 έναντι περίπου 2 δισ. ευρώ. Η παραγωγή δεν εξαφανίστηκε, ούτε τα κρουασάν που στήριξαν την ανάπτυξή της. Έπαψε όμως να υπάρχει μια ανεξάρτητη ελληνική εταιρεία που αποφάσιζε πού θα ανοίξει το επόμενο εργοστάσιο, ποια επιχείρηση θα αγοράσει και σε ποια χώρα θα επανεπενδύσει τα κέρδη. Ο ιδρυτής της Chipita Σπ. Θεοδωρόπουλος, συνεχίζει, όμως, να επενδύει στην ελληνική βιομηχανία και στην εγχώρια παραγωγή.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη αρνητική πλευρά, Η φαρμακοβιομηχανία Pharmathen πέρασε το 2015 στη BC Partners και το 2021 στην Partners Group, με αξία επιχείρησης περίπου 1,6 δισ. ευρώ. Υπό ξένο ιδιοκτήτη δεν φαίνεται να πηγαίνει όσο καλά πήγαινε πριν πωληθεί, στοιχείο που δείχνει ότι επιχειρηματική επιτυχία και μεταφορά του ελέγχου στο εξωτερικό ενίοτε δεν συμβαδίζουν. Ειδικά αν πρόκειται για funds…
Μήπως, τελικά, το καλύτερο κριτήριο δεν είναι αν οι ξένοι μπορούν να αγοράζουν ελληνικές εταιρείες, αλλά αν και οι ελληνικές μπορούν να αγοράζουν τις εταιρείες των άλλων;