Τα στοιχεία είναι αμείλικτα και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το στεγαστικό πρόβλημα λαμβάνει τον χαρακτήρα του επείγοντος.
Οι τιμές των ακινήτων, αν και έχουν «φρενάρει», συνεχίζουν να αυξάνονται. Ειδικά όσον αφορά στο Λεκανοπέδιο, τα στοιχεία του spitogatos δείχνουν αύξηση 6,5%. Αποκαρδιωτικά είναι και τα στοιχεία για τις τιμές των ενοικίων, καθώς επισήμως- είναι γνωστό το πρόβλημα των «μαύρων» μισθωμάτων- «τρέχουν» με 7,6%.
Την ίδια στιγμή, περίπου 800.000 σπίτια παραμένουν «κλειστά», με ό,τι συνεπάγεται αυτό για το ισοζύγιο προσφοράς-ζήτησης κατοικιών, οι περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις είναι απολύτως στοχευμένοι και επί του παρόντος απέχουν από το μοντέλο των γενικών απαγορεύσεων που υιοθετούν άλλες χώρες, ενώ, όπως τόνισε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής, οι τιμές των ακινήτων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Δύο ακόμα στοιχεία, που αναδεικνύουν το πρόβλημα της στέγασης στη χώρα μας: 1) το ποσοστό ιδιοκατοίκησης έχει υποχωρήσει από το 77,2% το 2010, στο 69,7% το 2024, κάτι που σημαίνει ότι 3 στα 10 νοικοκυριά ζουν πλέον στο ενοίκιο και 2) το 58% των νέων 25-34 ετών ζει ακόμα με το γονείς του, καθώς δεν αντέχουν το βάρος ιδιόκτητης ή μισθωμένης κατοικίας.
Νέα κίνητρα
Ο πρωθυπουργός άνοιξε ξαφνικά το «παράθυρο» για ένα «Σπίτι μου 3», παρά το ότι πριν από μόλις λίγες μερικές ημέρες ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, Ν. Παπαθανάσης δήλωνε ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν υπάρχει «σπασμένο τηλέφωνο», αλλά ότι η κυβέρνηση αναζητά χρηματοδοτικό «εργαλείο», σε συνεννόηση με τις Βρυξέλλες, όπως έπραξε με το νέο «Ανακαινίζω». Τα δύο προηγούμενα «Σπίτι μου» ως γνωστόν χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο έχει «κλείσει». Ποιες είναι οι εναλλακτικές; Η αναζήτηση πόρων από το ΕΣΠΑ, με ανακατανομή κονδυλίων, πάντα σε συμφωνία με την Κομισιόν ή η χρηματοδότηση με εθνικούς πόρους, που δεν φαίνεται να είναι η επικρατέστερη επιλογή.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έδειξε, όμως, και προς μία ακόμα κατεύθυνση: τη βελτίωση των κινήτρων για το άνοιγμα «κλειστών» κατοικιών. Όπως συμφωνούν οι αναλυτές της κτηματαγοράς, αλλά και τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες, ένα από τα «κλειδιά» του στεγαστικού είναι η τόνωση της προσφοράς ακινήτων και όχι της ζήτησης, όπως κάνουν τα επιδοτούμενα προγράμματα απόκτησης κατοικίας («Σπίτι μου»). Τα στοιχεία δείχνουν ότι η 3ετής απαλλαγή φόρου εισοδήματος για όσους «ανοίξουν» τα σπίτια τους και τα εκμισθώσουν μακροχρόνια, δεν έχει κάνει «γκελ» κατά το κοινώς λεγόμενο, καθώς λείπει το παράλληλο κίνητρο της επιδότησης δαπανών επισκευής- ανακαίνισης. Το νέο «Ανακαινίζω» έρχεται να απαντήσει μόνο εν μέρει σ’ αυτό το πρόβλημα, καθώς το κονδύλι των 500 εκ. ευρώ εκτιμάται ότι δεν μπορεί να καλύψει πάνω από 20.000 τέτοιες κατοικίες.
Με αυτά τα δεδομένα, εξετάζονται νέα κίνητρα (επιδοτήσεις- φοροαπαλλαγές) ή ενίσχυση των υφιστάμενων, πάντα με στόχο το stock των 800.000 κατοικιών, οι οποίες παραμένουν εκτός αγοράς. Στο τραπέζι υπάρχουν και «σκληρές» εισηγήσεις, για πλαφόν στις αυξήσεις των ενοικίων, κάτι που εφαρμόζουν ήδη η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Η Κομισιόν νίπτει τας χείρας της
Αυτό που έχει γίνει σαφές είναι ότι η απάντηση στο στεγαστικό πρόβλημα, που ταλανίζει όλη την Ευρώπη, δεν θα δοθεί κεντρικά αλλά από κάθε χώρα ξεχωριστά. Το τεχνικό κείμενο της Κομισιόν, που συζητήθηκε στο Eurogroup, επιβεβαίωσε του λόγου το αληθές, καθώς το πνεύμα που αποπνέει είναι ότι τι δεν υπάρχουν λύσεις που να ταιριάζουν σε όλους και να μπορούν να εφαρμοστούν ομοιόμορφα παντού κι ότι εθνικές ιδιαιτερότητες συχνά απαιτούν διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις.
Για παράδειγμα, στο φλέγον θέμα των «κλειστών» ακινήτων, η Κομισιόν μοιάζει περισσότερο να νίπτει τας χείρας της, παρά να δίνει λύσεις, πόσο μάλλον νέα χρηματοδοτικά εργαλεία. «Ορισμένες χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ελλάδα, διαθέτουν σημαντικό απόθεμα κενών κατοικιών, το οποίο συχνά αντανακλά δημογραφικές τάσεις, την κατοχή δεύτερης κατοικίας ή εδαφικές ανισορροπίες. Φορολογικά μέτρα και νομικές εγγυήσεις για τους ιδιοκτήτες, σε συνδυασμό με προσαρμογές στους κανόνες της αγοράς ενοικίασης – συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών για τις βραχυπρόθεσμες μισθώσεις – μπορούν να ενθαρρύνουν την ενοικίαση ή την πώληση κενών ακινήτων, αυξάνοντας τη διαθεσιμότητα μακροπρόθεσμης στέγασης», αναφέρει χαρακτηριστικά η Κομισιόν, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για το πώς θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν τα προτεινόμενα φορολογικά μέτρα...