Λίγες ώρες μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε το πραγματικό στίγμα της επιχείρησης: «η πετρελαϊκή βιομηχανία της Βενεζουέλας ήταν ένα απόλυτο φιάσκο για πολύ καιρό», δήλωσε.
«Θα βάλουμε τις πολύ μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες να επενδύσουν δισεκατομμύρια, να φτιάξουν την κατεστραμμένη υποδομή και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα».
Η δήλωση αυτή, με τη χαρακτηριστική ωμότητα του Τραμπ, συμπύκνωσε το μεγαλύτερο κατά πολλούς γεωοικονομικό στοίχημα της νέας του θητείας: την αναβίωση της πετρελαϊκής βιομηχανίας μιας χώρας με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά της οποίας η παραγωγή έχει καταρρεύσει. Το τίμημα, σύμφωνα με αναλυτές, που επικαλείται το Bloomberg, μπορεί να ξεπεράσει τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια. Και το ρίσκο είναι τεράστιο.
Μια βιομηχανία σε ερείπια
Στα χαρτιά, η Βενεζουέλα είναι ενεργειακός γίγαντας. Στην πράξη, οι πετρελαϊκές της υποδομές θυμίζουν σκηνικό εμπόλεμης ζώνης. Δώδεκα χρόνια κακοδιαχείρισης, διαφθοράς, υποεπενδύσεων, πυρκαγιών και εκτεταμένων κλοπών έχουν αφήσει τα πάντα σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.
Στα λιμάνια εξαγωγής πετρελαίου, ο εξοπλισμός είναι τόσο απαρχαιωμένος, ώστε η φόρτωση ενός υπερδεξαμενόπλοιου μπορεί να διαρκέσει έως και πέντε ημέρες. Πριν από επτά χρόνια, η ίδια διαδικασία χρειαζόταν μόλις μία. Στη λεκάνη του Ορινόκο - μια από τις μεγαλύτερες πετρελαιοφόρες περιοχές του πλανήτη, με εκτιμώμενα ανακτήσιμα αποθέματα σχεδόν μισού τρισεκατομμυρίου βαρελιών - εξέδρες σκουριάζουν εγκαταλελειμμένες, διαρροές παραμένουν ανεξέλεγκτες και εγκαταστάσεις λεηλατούνται μέρα μεσημέρι για να πουληθούν ως παλιοσίδερα στη μαύρη αγορά.
Το δίκτυο πετρελαϊκών αγωγών είναι διάτρητο, ενώ τμήματά του έχουν κυριολεκτικά ξηλωθεί και πουληθεί ως παλιοσίδερα. Εκρήξεις και πυρκαγιές έχουν καταστρέψει κρίσιμες μονάδες, ενώ το τεράστιο συγκρότημα διυλιστηρίων της Παραγουανά λειτουργεί αποσπασματικά και πολύ κάτω από τη δυναμικότητά του. Υπερσύγχρονες, κάποτε, μονάδες αναβάθμισης βαρέος αργού παραμένουν κλειστές.
Από τα τέσσερα εκατ. βαρέλια πετρελαίου τη δεκαετία του 1970 στο ένα εκατ. σήμερα
Η κατάρρευση αποτυπώνεται στους αριθμούς: το 1974, η Βενεζουέλα παρήγαγε σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Σήμερα, μετά από 12 χρόνια διακυβέρνησης Μαδούρο, η παραγωγή κυμαίνεται γύρω στο ένα εκατομμύριο βαρέλια τη μέρα - και αυτό χάρη σε μεγάλο βαθμό στη Chevron.
Η αμερικανική εταιρεία, η μοναδική μεγάλη πετρελαϊκή των ΗΠΑ που παρέμεινε στη Βενεζουέλα, ευθύνεται για περίπου το 25% της σημερινής παραγωγής, λειτουργώντας υπό ειδική άδεια που της επιτρέπει να παρακάμπτει μέρος των αμερικανικών κυρώσεων. Χωρίς αυτήν, η παραγωγή θα ήταν ακόμη χαμηλότερη.
Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, εμφανίστηκε βέβαιος ότι η σύλληψη του Μαδούρο θα ανοίξει τον δρόμο για μαζική επιστροφή αμερικανικών εταιρειών στη Βενεζουέλα. «Δεν έχω μιλήσει τις τελευταίες ημέρες με πετρελαϊκές εταιρείες των ΗΠΑ», είπε στο ABC, «αλλά είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι θα υπάρξει τεράστιο ενδιαφέρον. Θα υπάρχει μεγάλη ζήτηση από τον ιδιωτικό τομέα, αν του δοθεί ο χώρος να δραστηριοποιηθεί».
Το κόστος του σχεδίου Τραμπ: 100 δισ. και βάλε
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι λιγότερο αισιόδοξη. Σύμφωνα με τον Φρανσίσκο Μονάλντι, διευθυντή ενεργειακής πολιτικής για τη Λατινική Αμερική στο Πανεπιστήμιο Rice, για να επιστρέψει η παραγωγή της Βενεζουέλας στα επίπεδα ακμής της θα απαιτηθούν επενδύσεις της τάξης των 10 δισ. δολαρίων ετησίως για μια δεκαετία. «Μια ταχύτερη ανάκαμψη θα απαιτούσε ακόμη περισσότερα κεφάλαια», προειδοποιεί.
Η συμβουλευτική Rystad Energy ανεβάζει τον λογαριασμό ακόμη ψηλότερα: περίπου 110 δισ. δολάρια μόνο για έρευνα και παραγωγή, προκειμένου η Βενεζουέλα να φτάσει στα επίπεδα παραγωγής πριν από 15 χρόνια. Πρόκειται για ποσό διπλάσιο του συνόλου των επενδύσεων που πραγματοποίησαν παγκοσμίως όλες οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές το 2024.
Πολιτική αστάθεια στη Βενεζουέλα και βαριά κληρονομιά
Πριν καν εξετάσουν τέτοια νούμερα οι εταιρείες θέλουν πολιτική σταθερότητα. «Για να μιλήσει σοβαρά οποιαδήποτε πετρελαϊκή για επενδύσεις στη Βενεζουέλα, θα πρέπει να υπάρχει νέο Κογκρέσο ή νέα Εθνοσυνέλευση», λέει ο Λίνο Καρίγιο, πρώην στέλεχος της κρατικής PDVSA. «Όχι αυτό που υπάρχει σήμερα. Σε καμία περίπτωση».
Οι Exxon Mobil και ConocoPhillips, οι άλλοι δύο αμερικανικοί κολοσσοί με εμπειρία στη χώρα, αποχώρησαν τη δεκαετία του 2000 μετά την κρατικοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων από τον Ούγκο Τσάβες. Συνολικά δυτικές εταιρείες έχουν καταθέσει απαιτήσεις περίπου 60 δισ. δολαρίων κατά της Βενεζουέλας και της PDVSA. Η μνήμη αυτών των απωλειών παραμένει νωπή.
Κορεσμός στη διεθνή αγορά πετρελαίου, έλλειψη ενδιαφέροντος από επενδυτές
Ακόμη κι αν λυθούν τα πολιτικά ζητήματα, υπάρχει ένα δομικό πρόβλημα: η παγκόσμια αγορά είναι κορεσμένη. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εκτιμά ότι η προσφορά πετρελαίου θα υπερβαίνει τη ζήτηση τουλάχιστον έως το τέλος της δεκαετίας, λόγω ισχυρής παραγωγής από χώρες όπως η Βραζιλία, η Γουιάνα και οι ίδιες οι ΗΠΑ, αλλά και λόγω υποτονικής αύξησης της ζήτησης.
Πολλοί αναλυτές προβλέπουν τιμές γύρω στα 50 δολάρια το βαρέλι - ή και χαμηλότερα - επίπεδα κάτω από το σημείο ισοσκέλισης για πολλά από τα υφιστάμενα κοιτάσματα της Βενεζουέλας. Τα νέα έργα είναι ακόμη λιγότερο ανταγωνιστικά.
Η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού και το θεσμικό κενό
Το ανθρώπινο δυναμικό της PDVSA, μιας από τις πιο τεχνοκρατικές κάποτε εθνικές πετρελαϊκές εταιρείες στον κόσμο, έχει αποψιλωθεί. Δεκάδες χιλιάδες μηχανικοί, γεωλόγοι και τεχνικοί έχουν εγκαταλείψει τη Βενεζουέλα και σήμερα μεγάλο μέρος της διοίκησής της ελέγχεται από τις ένοπλες δυνάμεις της χώρας.
Για να συνεργαστεί ισότιμα με δυτικές εταιρείες θα ήταν απαραίτητη μια ριζική αναδιάρθρωσή της - και αυτό δεν είναι έργο μηνών, αλλά ετών. «Η PDVSA μπορεί να μην είναι βιώσιμος εταίρος για πολύ καιρό», σημειώνουν αναλυτές.
Τι μπορεί ρεαλιστικά να συμβεί
Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, η Kpler εκτιμά ότι η παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας θα μπορούσε να φτάσει τα 1,7–1,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα έως το 2028. Αυτό θα άλλαζε τις εμπορικές ροές: οι αμερικανικές εταιρείες διύλιησης θα απορροφούσαν μεγάλες ποσότητες βαρέος αργού, η Κούβα θα αναζητούσε αλλού προμήθειες και τα κινεζικά «teapot» διυλιστήρια θα έμεναν εκτός παιχνιδιού.
Όμως η επιστροφή στα 2,5–3 εκατ. βαρέλια ημερησίως - επίπεδα αντίστοιχα με εκείναι του Κουβέιτ - είναι, σύμφωνα με τον Χόρχε Λεόν της Rystad Energy, ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο.
Ένα στοίχημα χωρίς γρήγορη ανταμοιβή για την Ουάσιγκτον
Η σύλληψη του Μαδούρο ήταν θεαματική και άμεση. Το οικονομικό όφελος, όμως, για την Ουάσιγκτον δεν θα είναι ούτε γρήγορο, αλλά ούτε είναι εγγυημένο. Στον Τραμπ απομένουν λίγο πάνω από τρία χρόνια στον Λευκό Οίκο και η υπομονή δεν είναι από τα «δυνατά του χαρτιά».
Όπως συνοψίζει εύστοχα ο Economist, «το πετρελαϊκό λάφυρο της Βενεζουέλας είναι τεράστιο, αλλά η εξόρυξή του θα είναι βασανιστική». Το μεγάλο στοίχημα του Τραμπ μπορεί να αλλάξει τους ενεργειακούς και γεωπολιτικούς συσχετισμούς - ή να μείνει ως ένα ακόμη παράδειγμα μεγαλεπήβολης υπόσχεσης που συνετρίβη στα βράχια της πραγματικότητας.