Η κρίση στον Περσικό προκάλεσε αναταράξεις και στον εγχώριο κλάδο καυσίμων, οδηγώντας πάντως σε συγκρατημένη κάμψη της κατανάλωσης τους προηγούμενους μήνες.
Παράλληλα, η κρίση ανέδειξε για ακόμη μία φορά την ευαλωτότητα της ευρωπαϊκής αγοράς απέναντι στις γεωπολιτικές αναταράξεις, αλλά και τη σημασία της έγκαιρης προετοιμασίας της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Τα παραπάνω ανέφερε ο Γιάννης Αληγιζάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Εμπορίας Πετρελαιοειδών (ΣΕΕΠΕ), κατά τη χθεσινή συνέντευξη Τύπου του Συνδέσμου για την παρουσίαση της νέας έρευνας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου για την παραβατικότητα στον κλάδο. Όπως σημείωσε, η ενεργειακή αγορά βιώνει τους τελευταίους μήνες μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων ετών, με διαρκείς ανατροπές και υψηλή αβεβαιότητα.
«Ζούμε σε έναν κόσμο εκπλήξεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, αλλά και οι δυσκολίες στις θαλάσσιες μεταφορές, ανέδειξαν τις αδυναμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιδράσει συντονισμένα. Όπως υποστήριξε, οι αποσπασματικές παρεμβάσεις της Κομισιόν και οι γενικές συστάσεις προς τα κράτη-μέλη δεν επαρκούν σε μία κρίση τέτοιου μεγέθους, δημιουργώντας στρεβλώσεις και διαφορετικές ταχύτητες στην αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Η Ελλάδα απέφυγε τα χειρότερα
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΕΠΕ, η Ελλάδα κατάφερε να περιορίσει τις συνέπειες της κρίσης χάρη στην έγκαιρη αντίδραση των δύο εγχώριων διυλιστηρίων. Όπως εξήγησε, οι δύο Όμιλοι αντικατέστησαν εγκαίρως τις ποσότητες αργού που χάθηκαν από τις διαταραχές στις διεθνείς ροές, ώστε σε συνδυασμό με την απελευθέρωση περίπου 2 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα, να διασφαλιστεί η ομαλή τροφοδοσία της αγοράς.
Έτσι, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου καταγράφηκαν προβλήματα στον εφοδιασμό, επιβλήθηκαν περιορισμοί στα αεροπορικά δρομολόγια ή εξετάστηκε η εφαρμογή δελτίου, στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ελλείψεις ούτε χρειάστηκε να ληφθούν έκτακτα μέτρα για τις μεταφορές ή τις αερομεταφορές. Οι τιμές αυξήθηκαν, ωστόσο η αγορά συνέχισε να λειτουργεί χωρίς σοβαρές δυσλειτουργίες.
Παράλληλα, ο κ. Αληγιζάκης χαρακτήρισε ιδιαίτερα θετική την επιλογή της κυβέρνησης να στηρίξει τους καταναλωτές μέσω οριζόντιας επιδότησης στην αντλία για το ντίζελ κίνησης. Όπως υποστήριξε, μία ενδεχόμενη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης θα είχε πολύ μικρότερη επίδραση στην τελική τιμή, καθώς η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει ελάχιστα επίπεδα φορολόγησης στα καύσιμα. Πρόσθεσε δε ότι το ντίζελ αποτελεί καύσιμο κομβικής σημασίας για το σύνολο της οικονομίας. Αντίθετα, το Fuel Pass στη βενζίνη, το οποίο -κατά την εκτίμησή του- δεν απέδωσε ουσιαστικά αποτελέσματα.
Ήπια υποχώρηση της κατανάλωσης
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που παρέθεσε ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, η κρίση επηρέασε τη ζήτηση και στην ελληνική αγορά, αν και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ενώ σε πανευρωπαϊκό επίπεδο η κατανάλωση καυσίμων υποχώρησε κατά περίπου 8%, στην Ελλάδα η υποχώρηση της ζήτησης δεν έχει ξεπεράσει κανένα μήνα το 5%.
Ενδεικτικά, τον Μάρτιο οι βενζίνες και το ντίζελ κίνησης εμφάνισαν ακόμη οριακή αύξηση της κατανάλωσης κατά 0,7%, πριν η κατάσταση επιδεινωθεί. Από τον Απρίλιο η εικόνα αντιστράφηκε. Η κατανάλωση βενζίνης μειώθηκε κατά 5%, ενώ το ντίζελ κίνησης υποχώρησε κατά 1%.
Τον Μάιο η πτώση έγινε εντονότερη, με το ντίζελ να καταγράφει μείωση 5% και τις βενζίνες 4,9%, ενώ σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, αντίστοιχα επίπεδα διατηρούνται και τον Ιούνιο. Όπως σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, η αβεβαιότητα επηρεάζει τόσο τις μετακινήσεις των νοικοκυριών όσο και τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων.
Συγκρατημένη αισιοδοξία
Για την επόμενη ημέρα, ο κ. Αληγιζάκης εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η αγορά θα συνεχίσει να κινείται σε περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας. Όπως ανέφερε, ακόμη και μία πολιτική δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ή ένα περιστατικό στα Στενά του Ορμούζ (με τον εγκλωβισμό π.χ. ενός τάνκερ) μπορεί να πυροδοτήσει νέο κύμα ανατιμήσεων.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την ενεργειακή κρίση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, όταν το μπρεντ εκτινάχθηκε στα 130 δολάρια ανά βαρέλι, η σημερινή αγορά εμφανίζεται περισσότερο ανθεκτική. Απόδειξη το γεγονός ότι οι τιμές του «μαύρου χρυσού» δεν έχουν ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Παρότι θεωρητικά έχουν χαθεί περί τα 20 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την παγκόσμια προσφορά, η αξιοποίηση των στρατηγικών αποθεμάτων, η ασθενέστερη ζήτηση από την Κίνα, η αυξημένη παραγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς (μέσω της Ερυθράς Θάλασσας) περιορίζουν το πραγματικό έλλειμμα σε περίπου 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ίδιος εκτίμησε πως, εφόσον δεν υπάρξει νέα κλιμάκωση στην περιοχή, το μπρεντ θα κινηθεί το επόμενο διάστημα στην περιοχή των 70-80 δολαρίων ανά βαρέλι. Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση της ομαλότητας στις διεθνείς αγορές αναμένεται να απαιτήσει χρόνο.