Μέχρι το τέλος του έτους έχουν περιθώριο οι φορολογούμενοι να καλύψουν το απαιτούμενο όριο ηλεκτρονικών δαπανών, ώστε να μην επιβαρυνθούν με πρόσθετο φόρο 22% για το ποσό που υπολείπεται.
Το μέτρο αφορά μισθωτούς, συνταξιούχους, επαγγελματίες, αγρότες και όσους αποκτούν εισοδήματα από ακίνητα, οι οποίοι οφείλουν να πραγματοποιούν ηλεκτρονικές αγορές και πληρωμές ίσες με το 30% του ετήσιου εισοδήματός τους.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς το τεκμαρτό εισόδημα, μαζί με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις, μπορεί να αυξήσει αισθητά το ύψος των δαπανών που πρέπει να συγκεντρώσουν. Για τον λόγο αυτό, ο έλεγχος των συναλλαγών που έχουν καταγραφεί στις τράπεζες και στα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αποτελεί κρίσιμο βήμα πριν από την εκπνοή της προθεσμίας.
Το οικονομικό βάρος από την αδυναμία κάλυψης του απαιτούμενου ποσού αποτυπώνεται στα στοιχεία της ΑΑΔΕ. Το 2024 οι φορολογούμενοι που δεν συγκέντρωσαν τις αναγκαίες ηλεκτρονικές αποδείξεις κλήθηκαν να πληρώσουν συνολικά επιπλέον φόρους 87,21 εκατ. ευρώ, έναντι 55,48 εκατ. ευρώ το 2023. Η αύξηση έφτασε σχεδόν το 60%, καταδεικνύοντας ότι σημαντικός αριθμός πολιτών εξακολουθεί να μην καλύπτει το προβλεπόμενο όριο.
Πώς υπολογίζεται ο πρόσθετος φόρος
Με βάση το ισχύον πλαίσιο, οι επιλέξιμες ηλεκτρονικές δαπάνες πρέπει να αντιστοιχούν στο 30% του ετήσιου εισοδήματος, με ανώτατο όριο τις 20.000 ευρώ. Στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη συναλλαγές για την αγορά αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, εφόσον έχουν εξοφληθεί με πιστωτική ή χρεωστική κάρτα ή με άλλα ηλεκτρονικά μέσα, όπως προπληρωμένες κάρτες και υπηρεσίες ηλεκτρονικής τραπεζικής.
Η ΑΑΔΕ προσυμπληρώνει τα σχετικά ποσά στις φορολογικές δηλώσεις, ωστόσο οι φορολογούμενοι μπορούν να προχωρήσουν σε διορθώσεις, εφόσον διαθέτουν τα απαραίτητα παραστατικά που αποδεικνύουν τις συναλλαγές τους.
Η επιβάρυνση υπολογίζεται με συντελεστή 22% επί της διαφοράς ανάμεσα στις απαιτούμενες και στις πραγματικές ηλεκτρονικές δαπάνες. Έτσι, φορολογούμενος με ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ πρέπει να έχει συγκεντρώσει αποδείξεις αξίας 6.000 ευρώ. Εάν οι συναλλαγές του ανέρχονται σε 5.000 ευρώ, το έλλειμμα των 1.000 ευρώ οδηγεί σε πρόσθετο φόρο 220 ευρώ.
Ποιοι δικαιούνται χαμηλότερο όριο
Για ορισμένες κατηγορίες φορολογουμένων προβλέπεται μειωμένο ποσοστό απαιτούμενων δαπανών. Ειδικότερα, όταν οι πληρωμές για φόρο εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, δόσεις δανείων και ενοίκια υπερβαίνουν αθροιστικά το 60% του ετήσιου πραγματικού εισοδήματος, το απαιτούμενο ποσοστό ηλεκτρονικών συναλλαγών περιορίζεται στο 20% αντί του 30%.
Παράλληλα, για φορολογουμένους των οποίων οι τραπεζικοί λογαριασμοί έχουν κατασχεθεί, το σχετικό όριο δαπανών μειώνεται στις 5.000 ευρώ.
Οι δαπάνες υπολογίζονται ξεχωριστά για κάθε σύζυγο ή μέρος συμφώνου συμβίωσης. Ωστόσο, όταν υποβάλλεται κοινή φορολογική δήλωση και ο ένας από τους δύο έχει συγκεντρώσει ποσό μεγαλύτερο από το απαιτούμενο, το πλεόνασμα μπορεί να μεταφερθεί στον άλλο, προκειμένου να καλυφθεί τυχόν έλλειμμα ηλεκτρονικών αποδείξεων.
Ποιες αγορές αναγνωρίζονται
Στις δαπάνες που προσμετρώνται περιλαμβάνονται οι αγορές τροφίμων, ποτών, ενδυμάτων, υποδημάτων και ειδών οικιακής χρήσης, καθώς και οι αγορές ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, επίπλων και άλλων διαρκών αγαθών. Επιλέξιμες είναι επίσης οι πληρωμές για επισκευές, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, κοινόχρηστα, δίδακτρα, ιατρικές επισκέψεις, εξετάσεις, νοσήλια και ασφάλιστρα.
Αντίθετα, δεν προσμετρώνται οι πληρωμές ενοικίων, δανείων και φόρων, τα τέλη προς το Δημόσιο, καθώς και οι αγορές ακινήτων, οχημάτων, σκαφών, αεροσκαφών και αποταμιευτικών ή επενδυτικών προϊόντων.
Από την υποχρέωση συγκέντρωσης ηλεκτρονικών αποδείξεων εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι φορολογούμενοι ηλικίας 70 ετών και άνω, όσοι διαμένουν μόνιμα σε χωριά έως 500 κατοίκους ή σε νησιά έως 3.100 κατοίκους που δεν αποτελούν τουριστικούς προορισμούς, καθώς και όσοι υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία.
Για τους υπόλοιπους, ο έλεγχος των ηλεκτρονικών συναλλαγών πριν από το τέλος του έτους μπορεί να αποτρέψει μια πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, ιδίως όταν υπάρχει ακόμη περιθώριο να καλυφθεί η διαφορά με επιλέξιμες αγορές και πληρωμές.