Τις εκτιμήσεις των προμηθευτών ρεύματος, οι οποίοι μείωσαν τις χρεώσεις τους στα «πράσινα» τιμολόγια για τον Μάρτιο προβλέποντας ότι οι χονδρεμπορικές τιμές θα παραμείνουν συγκρατημένες παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή, επιβεβαιώνει η πορεία της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.
Απόδειξη το γεγονός ότι διαμορφώνεται σήμερα Τρίτη στα 84,9 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, με συνέπεια να είναι η τέταρτη φθηνότερη στην Ε.Ε., πίσω μόνο από τη Φινλανδία (31,35 ευρώ ανά MWh), την Εσθονία (46,76 ευρώ ανά MWh) και τη Σουηδία (52,8 ευρώ ανά Mwh).
Παρόμοιος είναι ο απολογισμός συγκρίνοντας την «επίδοση» των 27 χωρών για τις πρώτες 10 ημέρες του Μαρτίου, με τη μέση τιμή για την Ελλάδα (85,48 ευρώ ανά MWh) να τη χρίζει 6η φθηνότερη πανευρωπαϊκά -πίσω μόνο από τη Φινλανδία (44,29 ευρώ ανά MWh), τη Σουηδία (56,4 ευρώ ανά MWh), την Πορτογαλία (64,65 ευρώ ανά ανά MWh), την Ισπανία (66,92 ευρώ ανά MWh) και τη Γαλλία (72,25 ευρώ ανά Mwh).
Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή -με το καύσιμο να διαπραγματεύεται χθες στο TTF μέχρι και στα 66 ευρώ ανά MWh- οι ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού δείχνουν πολύ πιο ήπιες ανατιμητικές τάσεις.
Βασικός λόγος είναι πως σχεδόν σε καμία χώρα το κόστος του αερίου δεν τιμολογείται με τέτοιο τρόπο ώστε να ενσωματώνει άμεσα τα «σκαμπανεβάσματα» του TTF. Ακόμη όμως και με αυτό τον «κοινό ευρωπαϊκό παρονομαστή» της χρονικής υστέρησης, η ελληνική αγορά ξεχωρίζει για τις συγκριτικά χαμηλές τιμές που καταγράφει.
Οι μονάδες αερίου
Με την ίδια λογική, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, οι διαφορές στις χονδρεμπορικές τιμές ρεύματος, ανάμεσα στις 27 χώρες, σε μικρό βαθμό μπορούν να αποδοθούν στις διαφοροποιήσεις στον τρόπο με τον οποίο τιμολογείται σε κάθε μία το αέριο.
Σύμφωνα με τους ίδιους παράγοντες, όσον αφορά τις «χαμηλές πτήσεις» της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού, σημαντικότερος παράγοντας είναι το γεγονός ότι η χώρα μας διαθέτει μεγάλο δυναμικό θερμοηλεκτρικών σταθμών αερίου.
Ως συνέπεια, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός περιορίζει το χονδρεμπορικό κόστος κατά τις απογευματινές ώρες (όταν είναι μειωμένη η συμμετοχή των ΑΠΕ), συγκρατώντας επομένως τις τιμές και σε επίπεδα ημέρας. Κάτι που δεν ισχύει στην Κεντρική Ευρώπη, καθώς, για παράδειγμα, στη Γερμανία υπάρχουν λίγοι σταθμοί αερίου, ενώ στην Ουγγαρία ο διαθέσιμος στόλος είναι ακόμη πιο ανεπαρκής.
Ευνοϊκή συγκυρία οι καιρικές συνθήκες
Ακόμη όμως πιο σημαντικός λόγος για την «ελληνική εξαίρεση» των χονδρεμπορικών τιμών είναι οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες - οι οποίες στη δεδομένη φάση έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική συμμετοχή του δυναμικού «καθαρής» ενέργειας (και μηδενικού λειτουργικού κόστους) στην ηλεκτροπαραγωγή.
Η ευνοϊκή συγκυρία ξεκινά κατ΄αρχάς από τις σημαντικές ποσότητες αποθεμάτων στους υδροηλεκτρικούς σταθμούς, με συνέπεια να είναι ενισχυμένο το μερίδιο των σταθμών στο μείγμα. Την ίδια στιγμή, η ολοένα μεγαλύτερη εγκατάσταση ΑΠΕ οδηγεί σε ολοένα μεγαλύτερη «πράσινων» Μεγαβατώρων. Έτσι, με δεδομένο ότι η ζήτηση κινείται σε χαμηλά επίπεδα, η «καθαρή» παραγωγή καλύπτει μεγάλο ποσοστό των αναγκών σε ρεύμα, εκτοπίζοντας τη χρήση των (ακριβότερων) μονάδων αερίου.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυση από το powergame.gr, των δεδομένων για τις πρώτες 9 ημέρες του μήνα, το μερίδιο των ΑΠΕ αγγίζει το 44% και των υδροηλεκτρικών στο 19%, συγκρατώντας τις θερμοηλεκτρικές μονάδες στο 37%. Μάλιστα, το μερίδιο των ΑΠΕ θα ήταν μεγαλύτερο αν υπήρχαν μπαταρίες για να αξιοποιηθούν 78 «πράσινες» Μεγαβατώρες, που μέσω των περικοπών πήγαν στα… σκουπίδια, αντί να καλύψουν ζήτηση.
Περιορισμένες οι αυξήσεις τον Απρίλιο
Αν συνεχιστεί η κρίση στη Μέση Ανατολή και διατηρηθεί το άλμα στις τιμές του αερίου, τότε αυτό θα επηρεάσει τις χονδρεμπορικές τιμές κατά κύριο λόγο τον Απρίλιο. Κι αυτό γιατί οι προσφορές των μονάδων αερίου τον επόμενο μήνα θα είναι σημαντικά ενισχυμένες, λόγω του αυξημένου κόστους για καύσιμο με το οποίο θα επιβαρύνονται.
Ακόμη όμως κι έτσι, όπως σημειώνουν οι ειδικοί του κλάδου, η ευνοϊκή συγκυρία του Απριλίου (που εκτός απροόπτου θα συνεχιστεί και τον Μάιο) θα «ψαλιδίσει» τις αυξήσεις που θα περάσουν στην αγορά ηλεκτρισμού. Ο λόγος είναι πως ειδικά στη μεσημβρινή ζώνη οι ΑΠΕ θα είναι απόλυτος πρωταγωνιστής στο μείγμα (με δεδομένη την κυριαρχία των φωτοβολταϊκών), ώστε οι τιμές να διαμορφώνονται εξαιρετικά χαμηλά - ακόμη και με αρνητικό πρόσημο. Ως συνέπεια, παρά το γεγονός ότι τις απογευματινές ώρες (που σχεδόν μονοπωλούνται από τις μονάδες αερίου) το χονδρεμπορικό κόστος θα αυξάνεται, θα είναι συγκρατημένη η μέση χονδρεμπορική τιμή του 24ωρου.
Σύμφωνα τους ίδιους αναλυτές, η σχετικά σταθερή εικόνα της εγχώριας λιανικής ηλεκτρισμού, εν μέσω μιας νέας γεωστρατηγικής κρίσης, δείχνει με οδυνηρό τρόπο ότι η Ευρώπη έχει σωστά προκρίνει την ενεργειακή «πράσινη στροφή», σε συνδυασμό με την ενίσχυση του εξηλεκτρισμού, ώστε να απεξαρτηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων. Κι αυτό γιατί οι ανανεώσιμες πηγές είναι ο μόνος τρόπος για να θωρακιστεί από τα σκαμπανεβάσματα στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, τα οποία μόνο σπάνια δεν είναι την τελευταία 10ετία.