Τρεις νέες εμβληματικές ηλεκτρικές διασυνδέσεις βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο του επενδυτικού σχεδιασμού του ΑΔΜΗΕ, με στόχο υλοποίησης το 2030.
Κοινός παρονομαστής των πρότζεκτ είναι πως αλλάζουν τον ενεργειακό χάρτη της χώρας και ενισχύουν καθοριστικά τη θέση της Ελλάδας ως ενεργειακού κόμβου στην ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για τη διασύνδεση των Δωδεκανήσων, τη διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου και τη δεύτερη ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Ιταλίας, έργα που συνδυάζουν οικονομικά, γεωπολιτικά και περιβαλλοντικά οφέλη.
Τα συγκεκριμένα πρότζεκτ δεν αποτελούν απλώς μεγάλες ενεργειακές υποδομές. Συνιστούν ουσιαστικά νέες «ηλεκτρικές λεωφόρους», οι οποίες θα περιορίσουν το κόστος ηλεκτροδότησης των νησιών και θα ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, μέσα σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Η υλοποίησή τους πρόκειται να «κλειδώσει» χρηματοδοτικά, μέσω της επικείμενης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ. Η ΑΜΚ, η οποία τοποθετείται χρονικά προς το τέλος Ιουνίου, θα ενισχύσει σημαντικά τα ίδια κεφάλαια του Διαχειριστή, επιτρέποντάς του να αντλήσει πρόσθετο τραπεζικό δανεισμό για την οικονομική στήριξη του οικονομικού του προγράμματος.
Οι νησιωτικές διασυνδέσεις
Η οικονομική και γεωπολιτική σημασία που έχουν τα asset του ΑΔΜΗΕ εξηγεί γιατί η κυβέρνηση επέλεξε το Δημόσιο να διατηρήσει την πλειοψηφία (51%) στη μετοχική σύνθεση του Διαχειριστή μετά την ΑΜΚ, καταβάλλοντας 510 εκατ. περίπου. Μάλιστα, το Δημόσιο έχει φροντίσει να έχει στη φαρέτρα του επιπλέον 245 εκατ., για να καλύψει αν χρειαστεί και το ποσοστό της αύξησης που θα γίνει μέσω της Δημόσιας Προσφοράς για μετοχές της ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών.
Ψηλά στην ατζέντα του επενδυτικού προγράμματος βρίσκονται οι δύο νέες νησιωτικές διασυνδέσεις, καθώς, εκτός από την ενεργειακή αναβάθμιση των νησιών, αναμένεται να συμβάλλουν και στη μείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Ο λόγος είναι ότι μέσω των υποβρύχιων καλωδίων περιορίζεται δραστικά η ανάγκη λειτουργίας των αυτόνομων πετρελαϊκών μονάδων στα νησιά, μειώνοντας το κόστος των Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), το οποίο σήμερα επιβαρύνει όλους τους καταναλωτές.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μεγάλη διασύνδεση Κρήτης - Αττικής, η οποία εκτιμάται ότι μόνο φέτος θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση περίπου 450 εκατ. ευρώ από τις ΥΚΩ. Αντίστοιχα οφέλη αναμένεται να προκύψουν και από τις νέες διασυνδέσεις των Δωδεκανήσων και του Βορείου Αιγαίου.
Σύνθετα τεχνικά έργα
Η ηλεκτρική διασύνδεση των Δωδεκανήσων περιλαμβάνει τη διασύνδεση της Ρόδου, της Κω, της Καρπάθου και των υπόλοιπων νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα μέσω σύγχρονων υποβρύχιων καλωδίων. Το έργο θα επιτρέψει την οριστική απεξάρτηση από τις ακριβές και ρυπογόνες τοπικές μονάδες παραγωγής, ενώ θα δημιουργήσει και σημαντικό χώρο για την ανάπτυξη νέων μονάδων ΑΠΕ στην περιοχή.
Αντίστοιχα, η διασύνδεση των νησιών του Βορείου Αιγαίου αφορά τη σύνδεση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Λήμνου με το ηπειρωτικό σύστημα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για ένα σύνθετο τεχνικά έργο, εξαιτίας των μεγάλων αποστάσεων και των ιδιαίτερων γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της περιοχής. Ωστόσο, η ολοκλήρωσή του θεωρείται κρίσιμη τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια των νησιών όσο και για την ενίσχυση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, τα έργα θα είναι έτοιμα να τεθούν σε λειτουργία το 2030. Το υπολειπόμενο κόστος χρηματοδότησης φτάνει τα 2,9 δισ. ευρώ για τα Δωδεκάνησα και τα 1,4 δισ. ευρώ για το Βόρειο Αιγαίο. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι και τα δύο πρότζεκτ έχουν εξασφαλίσει χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), γεγονός που περιορίζει σημαντικά το χρηματοδοτικό ρίσκο και επιταχύνει τη δυνατότητα υλοποίησής τους. Επίσης, θα χρηματοδοτηθούν με 700 εκατ. από το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νησιών.
Το νέο καλώδιο Ελλάδας - Ιταλίας
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η νέα ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας - Ιταλίας, η οποία θεωρείται κομβικής σημασίας για τη διεθνή ενεργειακή θέση της χώρας. Η νέα γραμμή θα λειτουργήσει συμπληρωματικά στην υφιστάμενη διασύνδεση των δύο χωρών, αυξάνοντας σημαντικά τη μεταφορική ικανότητα μεταξύ των δύο αγορών.
Το έργο αποκτά ξεχωριστή σημασία σε μία περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα ενισχύει με ταχύτητα το χαρτοφυλάκιό της σε ΑΠΕ, με αποτέλεσμα σε αρκετές χρονικές περιόδους να εμφανίζονται πλεονάσματα πράσινης παραγωγής. Η Ιταλία, από την άλλη πλευρά, εμφανίζει κατά κανόνα υψηλότερες χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες εξαγωγών ελληνικής «πράσινης» ηλεκτροπαραγωγής.
Παράλληλα, οι διεθνείς διασυνδέσεις λειτουργούν και ως κρίσιμο εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας, καθώς διαφοροποιούν τις οδούς τροφοδοσίας ηλεκτρικής ενέργειας και ενισχύουν την ανθεκτικότητα του συστήματος απέναντι σε κρίσεις ή έκτακτες συνθήκες. Το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, η Ευρώπη επενδύει συστηματικά στη διασύνδεση των αγορών ηλεκτρισμού, ακριβώς για να περιορίσει την εξάρτηση από μεμονωμένες πηγές ή περιοχές παραγωγής.