Μπορεί η συζήτηση για την ενεργειακή φτώχεια στην Ευρώπη να ξεκινά πάντα από τις τιμές του ρεύματος, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, όμως μια πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κατοικιών μετατοπίζει το κέντρο βάρους αλλού.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους αναλυτές, αρχίζει από τους ίδιους τους τοίχους. Ένα νοικοκυριό μπορεί να δυσκολεύεται να πληρώσει την ενέργεια επειδή το εισόδημά του είναι χαμηλό, αλλά βυθίζεται ακόμη βαθύτερα στην ενεργειακή φτώχεια όταν το ίδιο το σπίτι είναι κακής ποιότητας, με ανεπαρκή μόνωση, παλιά κουφώματα, απουσία αποτελεσματικής θέρμανσης ή ψύξης και συσκευές που σπαταλούν ενέργεια.
Η αφετηρία της ανάλυσης αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται το φαινόμενο. Δεν αρκεί να μετρά κανείς πόσα πληρώνει ένα νοικοκυριό, αλλά τι είδους κατοικία έχει στη διάθεσή του. Ένα καλά μονωμένο σπίτι χρειάζεται λιγότερη ενέργεια για να διατηρήσει αποδεκτή θερμοκρασία, ένα κακό σπίτι χρειάζεται περισσότερη για το ίδιο αποτέλεσμα. Αν το νοικοκυριό έχει χρήματα, πληρώνει υψηλότερους λογαριασμούς. Αν δεν έχει, περιορίζει τη θέρμανση ή την ψύξη και ζει σε συνθήκες θερμικής δυσφορίας. Το ίδιο πρόβλημα παίρνει έτσι δύο μορφές, είτε υπερβολικής δαπάνης είτε κρυφής στέρησης.
Η δεύτερη μορφή είναι συχνά αόρατη. Όλοι γνωρίζουμε τι κάνουν τα ενεργειακά φτωχά νοικοκυριά, όπως η θέρμανση μόνο ενός δωματίου, τα περισσότερα ρούχα μέσα στο σπίτι, η αλλαγή καθημερινών συνηθειών ώστε οι κάτοικοι να αποφεύγουν ψυχρούς ή υπερθερμασμένους χώρους, η αναζήτηση δημόσιων χώρων και η χρήση φθηνών καυσίμων. Η ενεργειακή φτώχεια δεν φαίνεται πάντα σε έναν φουσκωμένο λογαριασμό. Κρύβεται σε ένα παγωμένο υπνοδωμάτιο, σε ένα σπίτι με μούχλα, σε ένα παιδί που διαβάζει χωρίς επαρκή θέρμανση, σε έναν ηλικιωμένο που φοβάται τον επόμενο λογαριασμό.
Στην ελληνική περίπτωση τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα δυσάρεστα. Η χώρα περιλαμβάνεται μαζί με την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Μάλτα στις χώρες της Νότιας Ευρώπης όπου παραμένουν διαδεδομένα αναποτελεσματικά στοιχεία των κτιρίων, όπως τα μονά τζάμια και τα συστήματα θέρμανσης ανά δωμάτιο, για παράδειγμα φορητά ηλεκτρικά θερμαντικά σώματα ή μεμονωμένες σόμπες. Το πιο χαρακτηριστικό μέγεθος αφορά τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης (ΠΕΑ). Στην Ελλάδα, το 80,3% των κτιρίων με ΠΕΑ κατατάσσεται στην κατηγορία Δ ή χαμηλότερα το 2025, σε κλίμακα από A+ έως Η. Η επίδοση αυτή δεν αποτυπώνει κατ’ ανάγκη το σύνολο του κτιριακού αποθέματος, καθώς τα πιστοποιητικά αφορούν μόνο κτίρια για τα οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό, παραμένει όμως ένδειξη ενός αποθέματος κατοικιών με χαμηλή ενεργειακή ποιότητα.
Η σημασία του στοιχείου δεν είναι τεχνική, αλλά κοινωνική. Ένα κτίριο χαμηλής ενεργειακής κατηγορίας έχει μεγαλύτερες ανάγκες για θέρμανση και ψύξη, και όταν κατοικείται από νοικοκυριό με περιορισμένο εισόδημα, η χαμηλή απόδοση μετατρέπεται σε καθημερινή πίεση. Το σπίτι γίνεται ακριβό στη χρήση, όχι μόνο στην αγορά ή στο ενοίκιο. Σε μια χώρα όπου η συζήτηση για τη στέγη επικεντρώνεται στο ύψος των ενοικίων και στις τιμές των ακινήτων, η έκθεση υπενθυμίζει ότι υπάρχει και μια λιγότερο εμφανής διάσταση του κόστους, εκείνη του να κρατήσεις το σπίτι κατοικήσιμο.
Τα κουφώματα φωτίζουν την ίδια πραγματικότητα. Ο τύπος των παραθύρων αποτελεί κρίσιμο δείκτη, καθώς τα μονά τζάμια συνεπάγονται μεγαλύτερη απώλεια θερμότητας και υψηλότερη κατανάλωση. Για την Ελλάδα αναφέρεται ειδικά ότι το 7,2% του πληθυσμού δήλωσε μεικτό τύπο κουφωμάτων, δηλαδή συνδυασμό μονών και διπλών τζαμιών, εικόνα που η έκθεση συνδέει με την αδυναμία πολλών νοικοκυριών να χρηματοδοτήσουν πλήρη αντικατάσταση παραθύρων, ιδίως όταν τα προγράμματα δεν καλύπτουν το 100% του κόστους. Εδώ βρίσκεται ένας πυρήνας του προβλήματος. Ακόμη και όταν υπάρχει επιδότηση, συχνά απαιτείται ίδια συμμετοχή, προκαταβολή, γραφειοκρατική ικανότητα, τεχνική γνώση, επιλογή αξιόπιστου συνεργείου και αντοχή στη διαδικασία. Για ένα ευάλωτο νοικοκυριό όλα αυτά λειτουργούν αποτρεπτικά, οπότε η κατοικία παραμένει ενεργειακά κακή και ο κύκλος αναπαράγεται.
Το πιο πολιτικά κρίσιμο εύρημα προκύπτει από τον ρυθμό διόρθωσης. Στην ΕΕ, το 25,5% του πληθυσμού δήλωσε το 2023 ότι βελτίωσε την ενεργειακή αποδοτικότητα της κατοικίας του την τελευταία πενταετία. Στην κορυφή βρίσκονται η Ολλανδία με 58,5%, η Εσθονία με 46,7% και η Λετονία με 36,7%. Στον αντίποδα, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά, μόλις 11,9%, πάνω μόνο από τη Μάλτα που βρίσκεται στο 8,4%. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το βάθος των παρεμβάσεων. Στην κατηγορία των δύο μέτρων ενεργειακής αποδοτικότητας, τα χαμηλότερα επίπεδα καταγράφονται στην Ελλάδα με 1,3% και στην Ιταλία με 1,8%. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι κάνουν παρεμβάσεις, αλλά και πόσο ουσιαστικές είναι αυτές, καθώς άλλη επίδραση έχει η αντικατάσταση μίας συσκευής και άλλη μια συνδυασμένη αναβάθμιση που περιλαμβάνει μόνωση, κουφώματα και συστήματα θέρμανσης ή ψύξης.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια τριπλή υστέρηση, μεγάλο ποσοστό χαμηλής ενεργειακής κατάταξης στα πιστοποιημένα κτίρια, χαμηλό ποσοστό πρόσφατων βελτιώσεων και περιορισμένο βάθος παρεμβάσεων. Στο φαινόμενο προστίθεται και η θερινή διάσταση. Η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα κατατάσσονται ψηλά στη θερινή δυσφορία, γεγονός που συνδέεται με αναποτελεσματικά κτίρια, απουσία ή αναποτελεσματικότητα συστημάτων ψύξης και αυξανόμενη συχνότητα καυσώνων. Η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα δεν μπορεί επομένως να αντιμετωπίζεται μόνο ως πρόβλημα θέρμανσης, καθώς η έκθεση συνδέει τις κακές συνθήκες κατοίκησης με επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική υγεία και με αυξημένη έκθεση σε κινδύνους για ευάλωτες ομάδες.
Η χαμηλή συμμετοχή των ευάλωτων νοικοκυριών σε ανακαινίσεις δεν εξηγείται μόνο από το κόστος. Υπάρχουν διάφορα άλλα εμπόδια - κοινωνικά, τεχνικά και θεσμικά - από το υψηλό αρχικό κόστος και την περιορισμένη πληροφόρηση μέχρι το γνωστό πρόβλημα των διαιρεμένων κινήτρων ανάμεσα σε ιδιοκτήτες και ενοικιαστές. Ο ιδιοκτήτης καλείται να πληρώσει την αναβάθμιση, ενώ ο ενοικιαστής απολαμβάνει χαμηλότερους λογαριασμούς χωρίς κίνητρο να επενδύσει σε ξένο ακίνητο. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούν βασική μορφή κατοίκησης στις ελληνικές πόλεις, η λήψη αποφάσεων δυσχεραίνεται από τα πολλά κέντρα απόφασης, την τεχνική πολυπλοκότητα και τα διαφορετικά συμφέροντα.
Το συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή αποδοτικότητα πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο ως εργαλείο κλιματικής ή ενεργειακής πολιτικής, αλλά και ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής. Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό σημαίνει στόχευση στους πραγματικά ευάλωτους, τεχνική υποστήριξη, απλούστερες διαδικασίες, αξιόπιστους ενδιάμεσους φορείς, δυνατότητα υψηλότερης επιδότησης όπου υπάρχει πραγματική αδυναμία ίδιας συμμετοχής και ειδική μέριμνα για τους ενοικιαστές. Χωρίς τέτοιους μηχανισμούς, τα οφέλη των ανακαινίσεων κινδυνεύουν να κατευθυνθούν κυρίως σε όσους ήδη έχουν την οικονομική και διοικητική ικανότητα να συμμετάσχουν, αφήνοντας πίσω εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και τη μικρότερη δυνατότητα να πληρώσουν.
Μέχρι τότε θα αναρωτιόμαστε γιατί αποτυγχάνουν τα προγράμματα «Εξοικονομώ»…