Με σαφώς ισχυρότερο «μαξιλάρι» νερού σε σχέση με πέρυσι κλείνει η τρέχουσα υδρολογική περίοδος, την ώρα που οι πρώτες ενδείξεις για τον επόμενο χειμώνα αφήνουν περιθώριο συγκρατημένης αισιοδοξίας. Η καλύτερη εικόνα, ωστόσο, δεν αλλάζει τον βασικό σχεδιασμό. Αντίθετα, δίνει στη χώρα χρόνο για να οργανώσει ένα πραγματικό Plan B για το νερό, με εφεδρικές πηγές, ασφαλέστερα δίκτυα, αποθέματα, αφαλατώσεις εκεί όπου χρειάζονται και συγκεκριμένα σχέδια για την περίπτωση που η βασική τροφοδοσία διακοπεί.
Τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ αποτυπώνουν καθαρά τη βελτίωση. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2026 το συνολικό απολήψιμο απόθεμα στους ταμιευτήρες Ευήνου, Μαραθώνα, Μόρνου και Υλίκης ανερχόταν σε 591,051 εκατ. κυβικά μέτρα, έναντι 414,625 εκατ. κυβικών μέτρων την ίδια ημέρα του 2025. Μέσα σε έναν χρόνο, δηλαδή, έχουν προστεθεί περίπου 176,4 εκατ. κυβικά μέτρα, με το διαθέσιμο απόθεμα να εμφανίζεται αυξημένο κατά 42,5%.
Η διαφορά προέρχεται κυρίως από τον Μόρνο. Στις 22 Σεπτεμβρίου το απόθεμά του έφθανε τα 389,816 εκατ. κυβικά μέτρα, όταν έναν χρόνο πριν βρισκόταν στα 183,161 εκατ., δηλαδή είχε υπερδιπλασιαστεί. Βελτιωμένη ήταν και η εικόνα σε Εύηνο και Μαραθώνα, ενώ στην Υλίκη καταγραφόταν υποχώρηση, στα 128,523 εκατ. κυβικά μέτρα από 166,890 εκατ. πέρυσι. Η συνολική εικόνα, επομένως, είναι αισθητά καλύτερη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι επιμέρους ταμιευτήρες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση.
Υπάρχει και μια δεύτερη ένδειξη της αλλαγής. Την 1η Οκτωβρίου 2025, όταν άνοιγε το υδρολογικό έτος που τώρα ολοκληρώνεται, τα συνολικά αποθέματα βρίσκονταν στα 402,16 εκατ. κυβικά μέτρα. Σήμερα είναι σχεδόν 189 εκατ. κυβικά περισσότερα, παρά το γεγονός ότι έχει μεσολαβήσει ολόκληρη η θερινή περίοδος, κατά την οποία οι ανάγκες και οι απολήψεις αυξάνονται σημαντικά.
Πηγές με γνώση των πρώτων μετεωρολογικών ενδείξεων αναφέρουν στο iefimerida.gr ότι τα αρχικά σήματα για τον επόμενο χειμώνα είναι θετικά και παραπέμπουν σε υγρότερες συνθήκες. Πρόκειται, ωστόσο, για μια πρώτη εικόνα που δεν επιτρέπει ακόμη ασφαλείς προβλέψεις για το σύνολο της περιόδου. Άλλωστε, το νέο υδρολογικό έτος αρχίζει επισήμως την 1η Οκτωβρίου και η πραγματική του επίδραση στα αποθέματα θα κριθεί από την κατανομή, τη διάρκεια και κυρίως τη γεωγραφία των βροχοπτώσεων και των χιονοπτώσεων.
Η καλή χρονιά αγοράζει χρόνο
Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα βρίσκεται πίσω από τη στροφή που επιχειρείται σήμερα στην πολιτική για το νερό. Το ζητούμενο παύει σταδιακά να είναι μόνο πόσα κυβικά μέτρα υπάρχουν στους ταμιευτήρες και μεταφέρεται στην ικανότητα του συστήματος να συνεχίσει να λειτουργεί όταν οι συνθήκες αλλάξουν απότομα.
Με άλλα λόγια, μια καλή υδρολογική χρονιά μπορεί να αγοράσει χρόνο. Δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις επενδύσεις ούτε να εξαλείψει τις αδυναμίες ενός δικτύου. Η διεθνής εμπειρία που παρουσιάστηκε πρόσφατα στην ημερίδα «Υδάτινες Συμμαχίες» κινήθηκε ακριβώς σε αυτή τη γραμμή: η ανθεκτικότητα δεν χτίζεται όταν έχει ήδη εκδηλωθεί η κρίση, αλλά νωρίτερα, με συντήρηση, αξιόπιστα δεδομένα, εφεδρείες, εκπαιδευμένο προσωπικό και σαφές σχέδιο αντίδρασης.
Η λογική αυτή περνά πλέον και στον ελληνικό σχεδιασμό. Η ΕΤΕπ και το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχουν συμφωνήσει στη διαμόρφωση ενός επενδυτικού πλαισίου για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας κρίσιμων υπηρεσιών και υποδομών, με νερό και ενέργεια να αποτελούν τους πρώτους δύο τομείς προτεραιότητας. Η συνεργασία περιλαμβάνει αξιολόγηση αναγκών, ιεράρχηση παρεμβάσεων και ωρίμανση έργων που θα ενισχύουν τη συνέχεια της παροχής ακόμη και υπό δυσμενείς συνθήκες.
Το πρώτο Plan B και τα δίκτυα
Πριν, πάντως, ανοίξει η συζήτηση για νέες πηγές, το πρώτο μέτωπο βρίσκεται κάτω από τους δρόμους: στα ίδια τα δίκτυα. Η θέση που διατύπωσε ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων Πέτρος Βαρελίδης στην ημερίδα «Υδάτινες Συμμαχίες» είναι χαρακτηριστική. Η κατασκευή μιας νέας αφαλάτωσης δεν λύνει το πρόβλημα όταν το δίκτυο που θα παραλάβει το παραγόμενο νερό εμφανίζει απώλειες ακόμη και της τάξης του 70%.
Γι' αυτό η σειρά των παρεμβάσεων αποκτά κρίσιμη σημασία. Πρώτα απαιτούνται αξιόπιστες μετρήσεις, εντοπισμός των απωλειών και αποκατάσταση των πλέον προβληματικών τμημάτων. Μόνο όταν υπάρχει σαφής εικόνα του πραγματικού υδατικού ελλείμματος μπορεί να κριθεί πόση νέα παραγωγή χρειάζεται και με ποια τεχνολογία.
Η νέα εθνική στρατηγική για τα ύδατα κινείται επίσης προς μια περισσότερο ολοκληρωμένη διαχείριση του πόρου, με το ΥΠΕΝ να έχει θέσει ως στόχο την ποσοτική και ποιοτική επάρκεια και την προσαρμογή των υποδομών τόσο στη λειψυδρία όσο και στα ακραία φαινόμενα.
Η δεύτερη γραμμή άμυνας στα νησιά
Plan B φαίνεται πως αναζητούν όμως και τα άνυδρα νησιά, όπου οι επιλογές είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένες. Εκεί η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ βάζει στο τραπέζι ένα διαφορετικό μοντέλο αφαλάτωσης. Μικρότερες μονάδες που δεν θα κατασκευάζονται αποκλειστικά για να καλύψουν τη θερινή αιχμή, αλλά θα μπορούν να λειτουργούν για μεγαλύτερο μέρος του έτους, παράγοντας νερό το οποίο θα αποθηκεύεται για τις περιόδους αυξημένης ζήτησης ή για έκτακτες ανάγκες.
Η πρόταση για την οποία μίλησε ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης στην εν λόγω ημερίδα μετατοπίζει τη συζήτηση από το απλό ερώτημα «χρειάζεται αφαλάτωση;» στην αρχιτεκτονική ολόκληρου του υδρευτικού συστήματος. Μια μονάδα από μόνη της δεν συνιστά ασφάλεια τροφοδοσίας. Αν παρουσιάσει σοβαρή βλάβη και δεν υπάρχει δεύτερη πηγή ή επαρκές αποθηκευμένο νερό, ένα απομονωμένο νησιωτικό σύστημα μπορεί να βρεθεί πολύ γρήγορα χωρίς εναλλακτική.
Ως εκ τούτου, το αποθηκευμένο νερό αποκτά ρόλο αντίστοιχο ενός αποθέματος ασφαλείας. Η μικρότερη μονάδα μπορεί να λειτουργεί πιο σταθερά, να αξιοποιείται για μεγαλύτερο μέρος του χρόνου και ταυτόχρονα να μειώνει το ρίσκο μιας απότομης διακοπής. Η λογική είναι περισσότερο επιχειρησιακή παρά απλώς κατασκευαστική: η υποδομή σχεδιάζεται εξαρχής με το ενδεχόμενο της αστοχίας μέσα στην εξίσωση.
Αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα διδάγματα που έρχονται από το εξωτερικό. Στο Σικάγο, για παράδειγμα, η εμπειρία δείχνει ότι η ανθεκτικότητα δεν μεταφράζεται υποχρεωτικά σε ένα ακόμη μεγάλο έργο. Συστηματική συντήρηση, αισθητήρες, έγκαιρος εντοπισμός βλαβών και στοχευμένη αντικατάσταση των πιο ευάλωτων τμημάτων μπορούν να περιορίσουν τον κίνδυνο αποτελεσματικότερα από μια ακριβή νέα υποδομή.
Κάθε πάροχος πρέπει να ξέρει τι κάνει
Το Plan B αποκτά πλέον και θεσμική διάσταση. Το νέο πλαίσιο προβλέπει Σχέδιο Ασφάλειας Τροφοδοσίας Νερού για τους παρόχους, στο οποίο θα πρέπει να περιγράφονται οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, οι διαθέσιμες πηγές, οι εναλλακτικές πηγές τροφοδοσίας, τα απαραίτητα έργα ενίσχυσης, το σύστημα παρακολούθησης των αποθεμάτων και ο τρόπος διαχείρισης μιας κρίσης. Για τους παρόχους που εξυπηρετούν περισσότερους από 100.000 κατοίκους προβλέπεται προθεσμία έως τις 30 Ιουνίου 2027, ενώ για τους μικρότερους έως τις 30 Ιουνίου 2028.
Η ουσία της αλλαγής είναι ότι κάθε σύστημα θα πρέπει εκ των προτέρων να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα, πόσο νερό μπορεί να διαθέσει αν τεθεί εκτός η βασική του πηγή, ποια εναλλακτική ενεργοποιείται, πόσο χρόνο χρειάζεται και ποια έργα πρέπει να προηγηθούν ώστε η εφεδρεία να είναι πραγματική και όχι θεωρητική.
Αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο για τα νησιά. Ένας σεισμός, μια κατολίσθηση, μια βλάβη σε κεντρικό αγωγό, μια παρατεταμένη διακοπή ρεύματος ή ακόμη και ένα σοβαρό ψηφιακό περιστατικό μπορούν να επηρεάσουν την υδροδότηση ανεξάρτητα από το εάν εκείνη τη στιγμή οι ταμιευτήρες είναι γεμάτοι. Η ανθεκτικότητα, επομένως, αφορά εξίσου την ποσότητα του πόρου και τη δυνατότητα της υποδομής να τον παραδώσει με ασφάλεια στον καταναλωτή. Η διεθνής εμπειρία δείχνει επίσης ότι δεν υπάρχει μία τεχνική λύση για όλες τις περιοχές, εκείνο που μπορεί να είναι κοινό είναι η αξιολόγηση του κινδύνου και η ύπαρξη εναλλακτικών πριν αυτές χρειαστούν.