Σε αρνητικό έδαφος για δεύτερη διαδοχική συνεδρίαση έκλεισε το Χρηματιστήριο με τις πιέσεις να επικεντρώνονται στις τράπεζες και να υπερισχύουν της ανοδικής αντίδρασης των διυλιστηρίων.
Η αγορά ξεκίνησε κοντά στο υψηλό ημέρας, υποχώρησε αισθητά και ανέκτησε μέρος των απωλειών της πριν από τις τελικές δημοπρασίες.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε στις 2.651,07 μονάδες, σημειώνοντας πτώση 0,76%. Ενδοσυνεδριακά κινήθηκε μεταξύ 2.636,84 και 2.668,36 μονάδων. Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE/ΧΑ Large Cap υποχώρησε κατά 0,88% και διαμορφώθηκε στις 6.788,24 μονάδες, ενώ ο τραπεζικός δείκτης έχασε 1,88%. Η αξία των συναλλαγών ανήλθε σε περίπου 321,4 εκατ. ευρώ, διατηρώντας τη δραστηριότητα σε υψηλά επίπεδα.
Η εικόνα στον FTSE 25 ήταν σαφώς αρνητική, καθώς μόλις πέντε μετοχές έκλεισαν ανοδικά. Την καλύτερη επίδοση κατέγραψε η Motor Oil, με άνοδο 2,95% στα 66,20 ευρώ. Ακολούθησαν η HELLENiQ Energy με κέρδη 2,61% στα 17,29 ευρώ, η Metlen με 1,92% στα 48,82 ευρώ, η Cenergy Holdings με 0,69% στα 23,26 ευρώ και η Jumbo με 0,40% στα 25,10 ευρώ. Η ανάκαμψη των ενεργειακών τίτλων περιόρισε τις απώλειες των βασικών δεικτών.
Στον αντίποδα, τη μεγαλύτερη πτώση στην υψηλή κεφαλαιοποίηση εμφάνισε η Alpha Bank, η οποία υποχώρησε 2,76% και έκλεισε στα 4,504 ευρώ. Η ElvalHalcor έχασε 2,09%, στα 3,75 ευρώ, ο ΟΤΕ 2,07%, στα 19,39 ευρώ, η Πειραιώς 1,98%, στα 10,15 ευρώ, και η Εθνική Τράπεζα 1,93%, στα 17,04 ευρώ. Οι πιέσεις στις συστημικές τράπεζες καθόρισαν την κατεύθυνση, παρά την αντίδραση από τα ενδοσυνεδριακά χαμηλά.
Τον υψηλότερο τζίρο συγκέντρωσε η Εθνική Τράπεζα, με συναλλαγές αξίας 47,77 εκατ. ευρώ. Ακολούθησαν η Eurobank με 45,15 εκατ. ευρώ και η Πειραιώς με 43,38 εκατ. ευρώ. Οι τρεις τίτλοι κάλυψαν περισσότερο από το 42% της συνολικής αξίας συναλλαγών, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του τραπεζικού κλάδου στη ρευστότητα.
Το κλείσιμο διατήρησε τον Γενικό Δείκτη πάνω από τις 2.650 μονάδες, όμως η επιδείνωση του τραπεζικού δείκτη και η αρνητική αναλογία στον FTSE 25 έδειξαν ότι οι επενδυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Η βραχυπρόθεσμη τάση θα εξαρτηθεί πλέον από τη δυνατότητα των τραπεζών να σταθεροποιηθούν και από τη συνέχεια της επιλεκτικής ζήτησης σε ενέργεια και βιομηχανία. Η μεταβλητότητα, πάντως, παρέμεινε αυξημένη σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.