Έχοντας μπει στον τέταρτο μήνα του πολέμου στον Περσικό, σε όλη την Ευρώπη είναι διάχυτη η αίσθηση ότι όλα (ξανα)ακριβαίνουν.
Τα είδη παντοπωλείου, τα νωπά τρόφιμα, τα ενοίκια, οι μεταφορές, τα βασικά είδη προσωπικής φροντίδας φαίνεται να γίνονται πιο ακριβά κάθε μήνα, και το ζητούμενο είναι αν οι μισθοί μπορούν να απορροφήσουν αυτές τις ανατιμήσεις.
Οι πιο ακριβές πόλεις
Ξεκινώντας από τις τιμές, όπως τις καταγράφει και τις αναλύει στην επικαιροποιημένη έρευνά της η Tradingpedia, το Λονδίνο αναδεικνύεται ως η πιο ακριβή πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2026, με εκτιμώμενα μηνιαία έξοδα διαβίωσης που φτάνουν τα 3.611 ευρώ για έναν μόνο κάτοικο, κατακτώντας την κορυφή της κατάταξης για στέγαση, ψυχαγωγία και μεταφορές. Η Βέρνη, η πρωτεύουσα της Ελβετίας, ακολουθεί με μέσο μηνιαίο κόστος διαβίωσης 3.244 ευρώ, ενώ στην τρίτη θέση κατατάσσεται το Ρέικιαβικ της Ισλανδίας, με μέσο μηνιαίο κόστος που πλησιάζει τα 2.972 ευρώ.
«Μπαίνοντας» στα όρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Άμστερνταμ είναι η τέταρτη πιο ακριβή πρωτεύουσα στην Ευρώπη, με εκτιμώμενα μηνιαία έξοδα διαβίωσης συνολικά 2.668 ευρώ. Το κόστος στέγασης στην ολλανδική πρωτεύουσα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, περίπου 1.908 ευρώ τον μήνα, λόγω της σοβαρής έλλειψης στέγης που συσσωρεύεται εδώ και δεκαετίες. Το Δουβλίνο της Ιρλανδίας είναι η πέμπτη πιο ακριβή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, με μέσο μηνιαίο κόστος διαβίωσης 2.396 ευρώ. Η στέγαση αποτελεί το μεγαλύτερο σημείο πίεσης, με το ενοίκιο και τα κοινόχρηστα για ένα επιπλωμένο στούντιο να κοστίζουν κατά μέσο όρο 1.639 ευρώ τον μήνα. Το κόστος ψυχαγωγίας είναι, επίσης, από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, στα 483 ευρώ μηνιαίως.
Στον αντίποδα βρίσκονται πόλεις χωρών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, φυσικά εκτός ΕΕ. Το Σαράγεβο κατατάσσεται ως η φθηνότερη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα το 2026, με μέσο μηνιαίο κόστος διαβίωσης για ένα άτομο να ανέρχεται σε μόλις 584 ευρώ. Το μηνιαίο κόστος στέγασης για ένα άτομο που νοικιάζει ένα στούντιο 45 τ.μ. στην πόλη, μαζί με τις τυπικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, το Διαδίκτυο και τα οικιακά είδη, ανέρχεται σε μόλις 337 ευρώ κατά μέσο όρο - το φθηνότερο μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών πρωτευουσών.
Η αγοραστική δύναμη και η θέση της Αθήνας
Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η σύγκριση των τιμών από μόνη της μπορεί να είναι παραπλανητική, επειδή ο πραγματικός αντίκτυπος του κόστους διαβίωσης εξαρτάται από το πόσα κερδίζουν οι άνθρωποι τοπικά. Μια πόλη μπορεί να φαίνεται «φθηνή» στα χαρτιά, αλλά, αν οι μέσοι μισθοί είναι χαμηλοί, τα καθημερινά έξοδα μπορούν να απορροφούν ένα μεγάλο μέρος του εισοδήματος των κατοίκων. Με απλά λόγια, αυτό που μετράει είναι η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών σε κάθε πόλη, σε κάθε χώρα.
Με αυτό το κριτήριο, η εικόνα αλλάζει. Είναι ενδεικτικό ότι, αν και στις Βρυξέλλες τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης για ένα άγαμο άτομο ανέρχονται σε 1.444 ευρώ, αντιπροσωπεύουν μόλις το 49% του μέσου μηνιαίου μισθού της πόλης μετά από φόρους, που είναι 2.945 ευρώ, με αποτέλεσμα η πρωτεύουσα του Βελγίου να αναδεικνύεται ως η πιο προσιτή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για τους κατοίκους της το 2026.
Στον αντίποδα, η πρωτεύουσα της Πορτογαλίας, η Λισαβόνα, κατατάσσεται ως η λιγότερο προσιτή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα για ένα άτομο το 2026. Παρότι οι μέσοι μηνιαίοι μισθοί φτάνουν τα 1.343 ευρώ, υψηλότεροι απ' ό,τι σε πόλεις όπως η Αθήνα (1.157 ευρώ) και το Βελιγράδι (1.084 ευρώ), οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν εκτιμώμενα έξοδα διαβίωσης 1.631 ευρώ, δηλαδή περίπου το 127% του τυπικού μηνιαίου μισθού στην πόλη! Η δεύτερη λιγότερο προσιτή για τους κατοίκους είναι τα Τίρανα, κυρίως λόγω των πολύ χαμηλών μισθών. Ο μέσος μηνιαίος μισθός στην πρωτεύουσα της Αλβανίας ανέρχεται σε μόλις 760 ευρώ, ενώ τα εκτιμώμενα έξοδα διαβίωσης φτάνουν τα 853 ευρώ τον μήνα.
Και κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο η Αθήνα, με εκτιμώμενα μηνιαία έξοδα διαβίωσης 1.151 ευρώ, τα οποία απορροφούν εξ ολοκλήρου τον μέσο μηνιαίο μισθό της πόλης, ο οποίος ανέρχεται σε 1.157 ευρώ. Η στέγαση παραμένει σχετικά ακριβή σε σύγκριση με τα τοπικά εισοδήματα, με κόστος περίπου 685 ευρώ τον μήνα, ενώ το κόστος για φαγητό έξω και διασκέδαση είναι από τα υψηλότερα στη Νότια Ευρώπη, με περίπου 249 ευρώ τον μήνα. Όπως επισημαίνει η έρευνα, παρά τη διαρκή ελκυστικότητα της ελληνικής πρωτεύουσας και τις συγκριτικά μέτριες τιμές για τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, η τοπική αγοραστική δύναμη παραμένει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη.
Για τις οικογένειες, η εικόνα της οικονομικής προσιτότητας σε όλη την Ευρώπη αλλάζει σημαντικά. Σε πόλεις όπως η Βέρνη, το Λουξεμβούργο και η Κοπεγχάγη, δύο μέσοι μισθοί είναι υπεραρκετοί για να στηρίξουν άνετα μια τετραμελή οικογένεια, αφήνοντας παράλληλα σημαντικό περιθώριο για αποταμίευση. Στη Βέρνη, για παράδειγμα, τα εκτιμώμενα οικογενειακά έξοδα αντιπροσωπεύουν μόλις το 33,8% του συνολικού εισοδήματος των νοικοκυριών, αφήνοντας τις οικογένειες με περισσότερα από 8.500 ευρώ για να αποταμιεύσουν ή να ξοδέψουν όπως θέλουν, αφού φροντίσουν για τα απαραίτητα κάθε μήνα.
Στο άλλο άκρο της κατάταξης, ακόμη και δύο μέσοι μισθοί δυσκολεύονται να παρέχουν οικονομική άνεση σε αρκετές πρωτεύουσες της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης. Η Λισαβόνα κατατάσσεται ως η λιγότερο προσιτή πρωτεύουσα της Ευρώπης για οικογένειες, με τα μηνιαία έξοδα να απορροφούν το 95,8% του συνολικού εισοδήματος των νοικοκυριών.
Στην Αθήνα το κόστος διαβίωσης των οικογενειών απορροφά το 82,3% των διπλών εισοδημάτων, κυρίως λόγω των χαμηλών τοπικών μισθών που δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την αύξηση του κόστους στέγασης και τροφίμων. Η Ρώμη και η Βαρσοβία συμπληρώνουν την τελευταία πεντάδα, όπου τα μέσα οικογενειακά έξοδα απορροφούν το 72,4% και το 76,8% των συνολικών μισθών.