Λιγότερο από το ένα τέταρτο των οικονομικών ζημιών από φυσικές καταστροφές καλύπτεται από ασφαλιστικές εταιρείες στην Ελλάδα, με το μεγαλύτερο μέρος του κόστους να επιβαρύνει νοικοκυριά, επιχειρήσεις και, μέσω της κρατικής αρωγής, τον δημόσιο προϋπολογισμό. Το μεγάλο ασφαλιστικό κενό στη χώρα, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη συχνότητα των καταστροφικών καιρικών φαινομένων, εντείνει τις πιέσεις στους πληγέντες και στα δημόσια οικονομικά. Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), στις 15 Οκτωβρίου, αναδεικνύουν την περιορισμένη ασφαλιστική προστασία στην Ελλάδα, αλλά και τις σημαντικές διαφορές από χώρες που διαθέτουν οργανωμένα συστήματα κάλυψης φυσικών καταστροφών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την ευρωπαϊκή ασφαλιστική εποπτική αρχή EIOPA, ασφαλισμένο είναι περίπου το 25% των ζημιών από ακραία καιρικά και κλιματικά φαινόμενα. Πρόκειται για ποσοστά επί της αξίας των ζημιών, όχι για το πλήθος των ασφαλισμένων κατοικιών. Επίσης, η ανασφάλιστη ζημιά δεν ισοδυναμεί με κρατική αποζημίωση: μέρος της καλύπτεται από τα ίδια τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ενώ άλλες απώλειες ενδέχεται να μην αποκατασταθούν πλήρως.
Μόλις μία στις πέντε κατοικίες έχει ασφάλιση
Η απόσταση ανάμεσα στον κίνδυνο και στην πραγματική προστασία φαίνεται στα συμβόλαια κατοικίας. Σύμφωνα με την τελευταία διαθέσιμη έρευνα της ΕΑΕΕ, στις 31 Μαρτίου 2026 βρίσκονταν σε ισχύ 1.368.992 ασφαλιστήρια, που αντιστοιχούσαν σε κάλυψη του 20,8% των κατοικιών της χώρας. Από αυτά, 1.202.245 περιλάμβαναν ασφάλιση του ίδιου του κτιρίου, με αντίστοιχη διείσδυση 18,2%. Ακόμη και μεταξύ των συμβολαίων με κάλυψη κτιρίου, δεν προβλέπουν όλα προστασία από το σύνολο των φυσικών κινδύνων.
Υπάρχει πάντως βελτίωση: οι ασφαλισμένες κατοικίες με συνδυασμένη κάλυψη για καιρικά φαινόμενα και σεισμό αυξήθηκαν κατά 3,1% το πρώτο τρίμηνο του 2026. Το μερίδιό τους στα συμβόλαια που ασφαλίζουν κτίριο έφθασε στο 72,6%, έναντι 71,5% στο τέλος του 2025. Το στοιχείο έχει σημασία, καθώς μια γενική ασφάλεια κατοικίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αποζημιώνει κάθε ζημιά από πλημμύρα, πυρκαγιά ή σεισμό.
Η ανάγκη προστασίας μεγαλώνει μαζί με τη συχνότητα των καταστροφών. Σύμφωνα με στοιχεία του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών που παρουσίασε η διευθύντρια Ερευνών Βασιλική Κοτρώνη, τα καιρικά επεισόδια με κοινωνικές ή οικονομικές συνέπειες αυξήθηκαν από 245 την περίοδο 2000–2012 σε 388 την περίοδο 2013–2025, δηλαδή κατά 58%. Ο Νοέμβριος εμφανίζει τη μεγαλύτερη συχνότητα τέτοιων καταγραφών, ενώ Αττική, Θεσσαλονίκη και Μαγνησία βρίσκονται μεταξύ των περισσότερο επιβαρυμένων περιοχών.
Οι αποζημιώσεις με αριθμούς
Οι καταβολές της ασφαλιστικής αγοράς είναι σημαντικές, αλλά αφορούν το ασφαλισμένο τμήμα των καταστροφών. Στη μελέτη «1993–2025: Ανάλυση ζημιών καταστροφικών περιστατικών», η ΕΑΕΕ συγκέντρωσε στοιχεία από 59 μεγάλα γεγονότα: 56.493 δηλωμένες ζημιές, με απαιτήσεις ύψους 1,28 δισ. ευρώ σε αποπληθωρισμένες τιμές. Στο πρόσφατο συνέδριο, ο Ερρίκος Μοάτσος, πρόεδρος της αρμόδιας επιτροπής της Ένωσης, ανέφερε ότι οι ασφαλιστικές αποζημιώσεις από το 1993 ξεπερνούν το 1,2 δισ. ευρώ.
Μια πιο πρόσφατη εικόνα δίνουν οι πλημμύρες της 21ης και 22ας Ιανουαρίου 2026. Η ΕΑΕΕ κατέγραψε 2.212 ασφαλισμένες ζημιές, με εκτιμώμενες αποζημιώσεις 20,1 εκατ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, 17,3 εκατ. αφορούσαν ακίνητα και λοιπές περιουσίες, 2,6 εκατ. οχήματα και περίπου 267.000 ευρώ σκάφη. Αντίστοιχα, για έξι σοβαρά καταστροφικά επεισόδια του 2025 οι εκτιμώμενες αποζημιώσεις ανήλθαν σε 27,9 εκατ. ευρώ. Κανένα από τα ποσά αυτά δεν αποτυπώνει το σύνολο των ζημιών που υπέστη η οικονομία.
Για τους ανασφάλιστους, η αποκατάσταση μπορεί να σημαίνει ιδιωτικές αποταμιεύσεις, νέο δανεισμό ή αναμονή κρατικής ενίσχυσης. Στις επιχειρήσεις προστίθεται η απώλεια τζίρου όταν σταματά η παραγωγή ή η λειτουργία ενός καταστήματος. Για το κράτος, οι δαπάνες δεν περιορίζονται στην οικονομική στήριξη των ιδιωτών, αλλά περιλαμβάνουν και επισκευές υποδομών, δρόμων και δικτύων.
Ο κίνδυνος δεν σταματά στους ιδιοκτήτες των ακινήτων. Ο γενικός διευθυντής Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος, Ιωάννης Τσικριπής, επισήμανε στο συνέδριο τη σημασία της ασφάλισης για την απορρόφηση των κινδύνων. Εκτεταμένες καταστροφές μπορούν να υποβαθμίσουν την αξία των εξασφαλίσεων και να πιέσουν τη δυνατότητα αποπληρωμής δανείων.
Τι αλλάζει στην κάλυψη
Από τον Ιούνιο του 2025, επιχειρήσεις με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 500.000 ευρώ οφείλουν να ασφαλίζουν έναντι σεισμού, πλημμύρας και δασικής πυρκαγιάς τουλάχιστον το 70% της αξίας συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων τους. Για τους ιδιοκτήτες κατοικιών προβλέπεται έκπτωση στον ΕΝΦΙΑ έως 20%, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ασφάλισης για σεισμό, πυρκαγιά και πλημμύρα. Τα μέτρα αυξάνουν την ασφαλιστική προστασία, χωρίς ωστόσο να εξαλείφουν το κενό.
Η ΕΑΕΕ υποστηρίζει ότι απαιτείται στενότερη συνεργασία κράτους και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ενημέρωση των πολιτών και επέκταση των καλύψεων. Στην εκδήλωση της 15ης Οκτωβρίου, η γενική διευθύντρια της Ένωσης, Ελίνα Παπασπυροπούλου, έδωσε έμφαση στην αξιοποίηση δεδομένων και της διεθνούς εμπειρίας. Στη Γαλλία και την Ισπανία, οργανωμένα συστήματα ασφάλισης επιτυγχάνουν διείσδυση άνω του 80%, με διαφορετικούς μηχανισμούς συμμετοχής δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Το ουσιαστικό ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να περιοριστεί το ποσό που μένει χωρίς κάλυψη κάθε φορά που εκδηλώνεται μια μεγάλη καταστροφή. Όσο η ασφάλιση αφορά μειοψηφία των κατοικιών, μεγάλο μέρος της οικονομικής επιβάρυνσης θα εξακολουθήσει να μεταφέρεται στους ίδιους τους πληγέντες και, κατά περίπτωση, στους φορολογουμένους.