Επτά άξονες πολιτικής, από τη διασφάλιση επάρκειας νερού και την προσαρμογή στην κλιματική κρίση έως την ψηφιοποίηση, τη νέα τιμολόγηση και την αναδιοργάνωση των παρόχων, συνθέτουν το σχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής για τα Ύδατα που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση. Στον πυρήνα του νέου οδικού χάρτη βρίσκεται η παραδοχή ότι η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα λειψυδρίας, υπεράντλησης, διαρροών και υποβάθμισης των υδατικών συστημάτων με τον σημερινό κατακερματισμένο μηχανισμό.
Η στρατηγική επιχειρεί να ενώσει σε ένα κοινό πλαίσιο την ύδρευση, την αποχέτευση, την άρδευση, την αντιπλημμυρική προστασία, την πολιτική για τις γεωτρήσεις, την επαναχρησιμοποίηση νερού, τον τουρισμό, τη χωροταξία και την αγροτική παραγωγή. Σε αυτό το σχήμα εντάσσεται και η αναδιοργάνωση των παρόχων: η προβλεπόμενη διεύρυνση της επιχειρησιακής εμβέλειας της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, ο νέος ρόλος του ΟΔΥΘ στη Θεσσαλία και η προοπτική ο ΟΑΚ να αποτελέσει αντίστοιχο πυρήνα στην Κρήτη.
Το σχέδιο δεν αποτελεί κατάλογο μεμονωμένων έργων. Θέτει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξειδικευτούν τα επόμενα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών και τα Σχέδια Διαχείρισης Κινδύνων Πλημμύρας, με στόχο η πολιτική για το νερό να περάσει από τη θεωρητική επάρκεια στην επιχειρησιακή εφαρμογή.
Πρώτος άξονας: επάρκεια νερού, προστασία αποθεμάτων και περιορισμός της υπεράντλησης
Η πρώτη προτεραιότητα της στρατηγικής είναι η διασφάλιση της ποσοτικής και ποιοτικής επάρκειας των υδατικών πόρων. Η κατεύθυνση αυτή αφορά πρωτίστως την αποκατάσταση της ισορροπίας στους υπόγειους υδροφορείς, ώστε οι απολήψεις να μην υπερβαίνουν τη φυσική τους αναπλήρωση, ιδιαίτερα σε παράκτιες περιοχές όπου η υπεράντληση οδηγεί σε υφαλμύρινση.
Η στρατηγική δίνει έμφαση στη μείωση των απωλειών στα δίκτυα, στην αυστηρότερη παρακολούθηση των υδροληψιών, στην αντιμετώπιση των παράνομων γεωτρήσεων, στη βελτίωση της αποδοτικότητας της άρδευσης και στη χρήση εναλλακτικών πηγών νερού. Στο ίδιο πλαίσιο προβλέπονται έργα αποθήκευσης, στρατηγικές διασυνδέσεις για τη μεταφορά νερού από πλεονασματικές σε ελλειμματικές περιοχές, αφαλατώσεις όπου είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτές, καθώς και χρήση ανακτημένου νερού για μη πόσιμες ανάγκες.
Η ανάγκη αυτή αποτυπώνεται και στα δεδομένα της χώρας. Περίπου το ένα τρίτο των επιφανειακών υδατικών συστημάτων δεν πετυχαίνει τον στόχο της καλής οικολογικής κατάστασης. Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται σε λίμνες και μεταβατικά ύδατα, ενώ στα Υδατικά Διαμερίσματα Αττικής και Θεσσαλίας μόλις περίπου το ένα τρίτο των επιφανειακών υδάτων βρίσκεται σε καλή οικολογική κατάσταση. Την ίδια ώρα, περίπου 14% των υπόγειων υδατικών συστημάτων βρίσκεται σε κακή ποσοτική κατάσταση και αντίστοιχο ποσοστό σε κακή ποιοτική κατάσταση.
Η γεωργία βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης, καθώς απορροφά περίπου το 82% των συνολικών απολήψεων γλυκού νερού. Ο δείκτης υδατικής καταπόνησης της Ελλάδας έφτασε το 2023 στο 37,3%, πολύ κοντά στο όριο του 40%, πάνω από το οποίο καταγράφεται καθεστώς σοβαρής υδατικής πίεσης. Το πρόβλημα είναι εντονότερο σε περιοχές όπου η αρδευτική, τουριστική και αστική ζήτηση συμπίπτουν χρονικά με χαμηλή διαθεσιμότητα νερού.
Δεύτερος άξονας: πρόληψη αντί διαχείρισης κρίσεων
Ο δεύτερος άξονας μεταφέρει το κέντρο βάρους από την εκ των υστέρων αντιμετώπιση των προβλημάτων στην πρόληψη. Η στρατηγική αντιμετωπίζει τις πλημμύρες, τις ξηρασίες και τη λειψυδρία ως μόνιμες παραμέτρους του σχεδιασμού και όχι ως έκτακτα φαινόμενα που ενεργοποιούν προσωρινές λύσεις.
Προβλέπονται στρατηγικά αποθέματα νερού, νέοι ταμιευτήρες, τεχνητός εμπλουτισμός υδροφορέων και υποδομές πολλαπλού σκοπού, οι οποίες θα μπορούν να εξυπηρετούν ταυτόχρονα ύδρευση, άρδευση, αντιπλημμυρική προστασία και περιβαλλοντική αποκατάσταση. Η στρατηγική δίνει επίσης θέση στις λύσεις βασισμένες στη φύση, όπως η ορεινή υδρονομία, η φυσική συγκράτηση νερού και οι παρεμβάσεις που περιορίζουν τη διάβρωση και τις πλημμυρικές αιχμές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην υποχρέωση των παρόχων να καταρτίζουν και να εφαρμόζουν σχέδια ασφάλειας τροφοδοσίας νερού, ώστε να υπάρχει σαφής επιχειρησιακή απάντηση σε περιόδους ανομβρίας ή τοπικής ανεπάρκειας. Προβλέπεται ακόμη σύστημα ιεράρχησης χρήσεων σε συνθήκες κρίσης, με προτεραιότητα στην ύδρευση και στις κρίσιμες καλλιέργειες, καθώς και συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για πλημμύρες, ξηρασία και λειψυδρία.
Τρίτος άξονας: το νερό μπαίνει στον πυρήνα της ανάπτυξης
Η τρίτη στρατηγική κατεύθυνση επιχειρεί να αντιμετωπίσει το νερό ως κοινό παρονομαστή μεταξύ αγροτικής παραγωγής, ενέργειας, βιομηχανίας, τουρισμού, χωροταξίας και προστασίας των οικοσυστημάτων. Η προσέγγιση αυτή, γνωστή ως Water-Energy-Food-Ecosystem Nexus, έχει στόχο να αποφεύγονται επενδύσεις και επιλογές χρήσεων γης που έρχονται σε σύγκρουση με τη διαθεσιμότητα ή την ποιότητα των υδατικών πόρων.
Πρακτικά, η στρατηγική εισάγει το υδατικό ισοζύγιο ως βασικό κριτήριο της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής. Η ποσοτική και ποιοτική επάρκεια νερού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, στην αδειοδότηση νέων τουριστικών ή βιομηχανικών δραστηριοτήτων, στις επεκτάσεις οικισμών και στη χωροθέτηση παραγωγικών επενδύσεων.
Το σχέδιο προβλέπει συμβατότητα χρήσεων γης με την τρωτότητα των υδατικών συστημάτων, ειδικές ζώνες προστασίας πόσιμου νερού και περιοχές τροφοδοσίας υδροφορέων. Προωθεί ακόμη τις μπλε-πράσινες υποδομές στις πόλεις, την αξιοποίηση όμβριων υδάτων, τη χρήση «γκρι» νερών σε μεγάλα κτίρια, τη διευκόλυνση της χρήσης θαλασσινού νερού σε πισίνες και την απλοποίηση της εγκατάστασης μονάδων αφαλάτωσης.
Τέταρτος άξονας: από τα ελλιπή στοιχεία στη διαχείριση με δεδομένα
Η ψηφιοποίηση αποτελεί τον τέταρτο άξονα της στρατηγικής και συνδέεται ευθέως με την ανάγκη να αποκτήσει το κράτος και οι πάροχοι πλήρη εικόνα για το πόσο νερό αντλείται, πού καταναλώνεται, πού χάνεται και ποια συστήματα βρίσκονται υπό πίεση.
Η αφετηρία είναι δύσκολη. Για το 60% έως 65% των επιφανειακών υδατικών συστημάτων η αξιολόγηση έγινε με διαδικασίες ομαδοποίησης ή επέκτασης στοιχείων και όχι με πλήρη επιτόπια παρακολούθηση. Επιπλέον, περίπου 14% των συστημάτων ταξινομήθηκε χωρίς διαθέσιμες μετρήσεις, με βάση την εκτίμηση των πιέσεων και την κρίση εμπειρογνωμόνων. Το σχέδιο αναγνωρίζει ότι αυτή η αδυναμία περιορίζει την ακρίβεια του σχεδιασμού και προτάσσει την αναβάθμιση του Εθνικού Δικτύου Παρακολούθησης Υδάτων.
Η προτεινόμενη ψηφιακή αρχιτεκτονική περιλαμβάνει ενιαία πλατφόρμα υδάτων, στην οποία θα συγκεντρώνονται τα στοιχεία των παρόχων, τα δεδομένα του Εθνικού Μητρώου Σημείων Υδροληψίας, οι άδειες, οι μετρήσεις του δικτύου παρακολούθησης και οι γεωχωρικές πληροφορίες των Σχεδίων Διαχείρισης. Προβλέπεται ηλεκτρονικό μητρώο αδειών υδροληψίας, σύνδεση των αδειών με πραγματικά δεδομένα κατανάλωσης, ψηφιακά υδρόμετρα, τηλεμετρία, δορυφορική παρακολούθηση, τηλεπισκόπηση, αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης και εργαλεία πρόβλεψης.
Η στόχευση είναι διπλή: αφενός η καταπολέμηση της παράνομης και ανεξέλεγκτης απόληψης, αφετέρου η μετάβαση από την παθητική καταγραφή σε έγκαιρη πρόβλεψη και διαχείριση κινδύνων. Ενδεικτικό του προβλήματος είναι ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΕΑΓΜΕ που καταγράφονται στη στρατηγική, οι γεωτρήσεις χωρίς άδεια χρήσης νερού ξεπερνούν τις 13.000.
Πέμπτος άξονας: λιγότερος κατακερματισμός, ισχυρότεροι οργανισμοί
Η θεσμική αναδιάρθρωση είναι ο πέμπτος και πολιτικά πιο άμεσος άξονας του σχεδίου. Το σημερινό σύστημα αποτελείται από περισσότερους από 700 παρόχους: 129 ΔΕΥΑ, 190 δημοτικές υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης, πέντε συνδέσμους ύδρευσης, τρεις φορείς που προμηθεύουν άλλους παρόχους με νερό —ΕΥΔΑΠ Παγίων, ΕΥΑΘ Παγίων και ΟΑΚ— και περισσότερους από 450 ενεργούς ή ανενεργούς φορείς άρδευσης.
Η στρατηγική καταγράφει ότι η πολυδιάσπαση αυτή οδηγεί σε άνισες δυνατότητες διοίκησης, μεγάλες αποκλίσεις στην τεχνική επάρκεια, υψηλότερα λειτουργικά κόστη και δυσκολία υλοποίησης επενδύσεων. Μόλις οι μισοί πάροχοι ύδρευσης και αποχέτευσης υποβάλλουν δεδομένα στο υφιστάμενο πληροφοριακό σύστημα, ενώ στους παρόχους άρδευσης το ποσοστό περιορίζεται περίπου στο ένα τρίτο. Αξιόπιστα στοιχεία παρέχει μόνο περίπου το ένα τρίτο των παρόχων ύδρευσης και αποχέτευσης και μόλις ένας στους επτά παρόχους άρδευσης.
Η διαφορά των επιδόσεων αποτυπώνεται και στις απώλειες. Το μη τιμολογούμενο νερό και οι απώλειες στα δίκτυα προσεγγίζουν κατά μέσο όρο το ένα τρίτο. Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ εμφανίζουν, σύμφωνα με τα στοιχεία του σχεδίου, χαμηλότερες απώλειες, της τάξης του 25% έως 27%, ενώ στους λοιπούς παρόχους οι απώλειες εκτιμάται ότι φθάνουν κατά μέσο όρο στο 37%.
Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται η νομοθετική πρωτοβουλία που βρίσκεται σε εξέλιξη για τη διεύρυνση της επιχειρησιακής εμβέλειας των δύο μεγάλων εταιρειών. Η ΕΥΔΑΠ προβλέπεται να αναλάβει αρμοδιότητες στις Περιφερειακές Ενότητες Αττικής, Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας, ενώ η ΕΥΑΘ προβλέπεται να επεκτείνει τις υπηρεσίες της στις Περιφερειακές Ενότητες Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Η στρατηγική συνδέει τη γεωγραφική διεύρυνση με την απορρόφηση παρόχων γειτονικών περιοχών και με ταυτόχρονη επέκταση στην άρδευση σε μέρος της Στερεάς Ελλάδας και στη Χαλκιδική αντίστοιχα.
Οι εν λόγω εταιρείες είναι πυλώνες μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης, αξιοποιώντας την οργανωτική ωριμότητα, την τεχνική επάρκεια και την επιχειρησιακή τους εμπειρία. Δεν προσδιορίζει, ωστόσο, το ακριβές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης ούτε καταγράφει ονομαστικά τους φορείς που θα ενταχθούν στα νέα σχήματα. Αυτά θα απαιτήσουν τις επόμενες νομοθετικές και επιχειρησιακές αποφάσεις.
ΟΔΥΘ στη Θεσσαλία και ο πιθανός ρόλος του ΟΑΚ στην Κρήτη
Η Θεσσαλία αποτελεί το πρώτο πεδίο εφαρμογής μιας περισσότερο συγκεντρωτικής διαχείρισης. Ο ΟΔΥΘ συστάθηκε με τον νόμο 5106/2024 ως ειδικός φορέας για το Υδατικό Διαμέρισμα Θεσσαλίας, συγκεντρώνοντας τις αρμοδιότητες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Περιφέρειας στον τομέα των υδάτων. Παράλληλα, σε αυτόν μεταφέρονται οι αρμοδιότητες των Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων της Θεσσαλίας, οι οποίοι καταργούνται.
Η στρατηγική συνδέει τον ΟΔΥΘ με την ανάγκη για ολιστική διαχείριση της άρδευσης και δικαιότερη κατανομή του αρδευτικού νερού. Η επιδίωξη είναι να ενταχθούν οι 55 ΤΟΕΒ της περιοχής σε ένα ενιαίο σχήμα, διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη, ώστε να βελτιωθεί η συντήρηση των δικτύων, η παρακολούθηση των απολήψεων και η διαχείριση του χρόνιου υδατικού ελλείμματος της Θεσσαλίας.
Στην Κρήτη, η στρατηγική δεν προβλέπει ακόμη αντίστοιχη θεσμική μεταβολή, αλλά αναφέρει ότι ο ΟΑΚ μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ανάλογης αναδιοργάνωσης. Το επιχείρημα είναι ότι ήδη λειτουργεί ως πάροχος με περιφερειακή εμβέλεια, τεχνική εμπειρία σε μεγάλα έργα αξιοποίησης υδατικών πόρων και δυνατότητα παροχής νερού σε ευρύτερες περιοχές του νησιού.
Έκτος άξονας: βιώσιμες υπηρεσίες και δίκαιη τιμολόγηση
Η οικονομική βιωσιμότητα των παρόχων αποτελεί τον έκτο άξονα. Η στρατηγική υποστηρίζει ότι χωρίς επαρκείς και σταθερούς πόρους δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν η συντήρηση, η αντικατάσταση δικτύων, η ενεργειακή αναβάθμιση αντλιοστασίων, οι νέες εγκαταστάσεις επεξεργασίας νερού ή λυμάτων και οι υποδομές προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή.
Η μέση ανάκτηση του χρηματοοικονομικού κόστους στις υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης διαμορφώνεται στο 80%, ενώ στις υπηρεσίες άρδευσης υποχωρεί στο 74%, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ περιοχών και παρόχων. Η στρατηγική προωθεί σταδιακή και ελεγχόμενη πλήρη ανάκτηση κόστους, με εφαρμογή των αρχών «ο χρήστης πληρώνει» και «ο ρυπαίνων πληρώνει», αλλά ταυτόχρονα προβλέπει ενιαίο μηχανισμό κοινωνικής προστασίας και στοχευμένα κοινωνικά τιμολόγια.
Στην ύδρευση, η τιμολογούμενη κατανάλωση αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 88% της εξουσιοδοτημένης κατανάλωσης, γεγονός που σημαίνει ότι ένα μέρος του νερού είτε δεν μετράται είτε δεν τιμολογείται. Στην άρδευση, η απουσία μετρητών και η χρέωση με βάση στρέμματα ή είδος καλλιέργειας αντί για πραγματική κατανάλωση περιορίζουν τα κίνητρα εξοικονόμησης. Η εγκατάσταση συστημάτων υδρομέτρησης για το αρδευτικό νερό έχει καταστεί υποχρεωτική έως το τέλος του 2026.
Η οικονομική διάσταση συνδέεται και με το μέγεθος των επενδύσεων που απαιτούνται. Το Εθνικό Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πόσιμο Νερό είχε καταγράψει 1.922 έργα συνολικού προϋπολογισμού 5,4 δισ. ευρώ. Από αυτά, 644 έργα ύψους 1,9 δισ. ευρώ αφορούν επάρκεια και ποιότητα πόσιμου νερού, νέες υδροληψίες, αφαλατώσεις και εγκαταστάσεις επεξεργασίας. Άλλα 933 έργα, ύψους 2,3 δισ. ευρώ, αφορούν αντικατάσταση δικτύων, περιορισμό διαρροών και ενεργειακή αναβάθμιση, ενώ 345 έργα προϋπολογισμού 1,2 δισ. ευρώ συνδέονται με αυτοματοποίηση και εξοικονόμηση ενέργειας.
Παράλληλα, η στρατηγική επισημαίνει την υστέρηση στην ωρίμανση έργων. Παρότι τα Γενικά Σχέδια Υπηρεσιών Ύδατος αποτελούν προϋπόθεση χρηματοδότησης, λιγότερο από το 15% των παρόχων ύδρευσης και αποχέτευσης διέθετε εγκεκριμένο σχέδιο από τη ΡΑΑΕΥ, ενώ η σχετική προθεσμία είχε τεθεί για τον Ιούλιο του 2025.
Έβδομος άξονας: διασυνοριακή ασφάλεια
Ο έβδομος άξονας αφορά τη διασυνοριακή συνεργασία. Η Ελλάδα μοιράζεται περίπου το 25% των επιφανειακών υδατικών πόρων της με την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Η στρατηγική προκρίνει την ενίσχυση της υδρο-διπλωματίας, τη συστηματική ανταλλαγή δεδομένων, κοινά σχέδια διαχείρισης και μηχανισμούς συνεργασίας για πλημμύρες, ξηρασίες και διασυνοριακή ρύπανση.
Η ανάγκη αυτή είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις πιέσεις που καταγράφονται σε υδατικά συστήματα όπως οι Πρέσπες, ο Αξιός, ο Στρυμόνας, η Κερκίνη, ο Άρδας και ο Έβρος. Στόχος είναι η διαχείριση των κοινών ποτάμιων λεκανών να μην περιορίζεται σε εθνικές αποφάσεις, αλλά να βασίζεται σε μόνιμους μηχανισμούς συνεργασίας και πρόληψης.
Από το σχέδιο στην εφαρμογή
Το κεντρικό ζητούμενο της νέας στρατηγικής είναι να καλυφθεί η απόσταση ανάμεσα στους σχεδιασμούς και στην υλοποίηση. Η χώρα διαθέτει ήδη θεσμικό πλαίσιο εναρμονισμένο με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, όμως το ίδιο το σχέδιο καταγράφει αδυναμίες συντονισμού, διοικητικές καθυστερήσεις, ελλείψεις εξειδικευμένου προσωπικού, ελλιπή δεδομένα, υστέρηση στην παρακολούθηση έργων και περιορισμένη ικανότητα πολλών φορέων να σχεδιάσουν, να χρηματοδοτήσουν και να υλοποιήσουν τις αναγκαίες παρεμβάσεις.
Η Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα επιχειρεί να μετατοπίσει το μοντέλο από την αποσπασματική αντιμετώπιση προβλημάτων σε ένα σύστημα με μετρήσιμους στόχους, ενιαία δεδομένα, μεγαλύτερους και πιο ελέγξιμους παρόχους, αυστηρότερη εποπτεία από τη ΡΑΑΕΥ και σαφέστερη σύνδεση του νερού με κάθε μεγάλη αναπτυξιακή επιλογή.