Η Ελλάδα κατέγραψε μία από τις πιο εντυπωσιακές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου την περίοδο 2015–2025.
Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία της Eurostat, η χώρα μας κατέγραψε πτώση της τάξης του 23,2%, με συνέπεια να κατατάσσεται στην 5η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών. Ως αποτέλεσμα, ξεπέρασε αισθητά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που διαμορφώθηκε στο 17,2%.
Η εικόνα που αποτυπώνουν οι πρώτες εκτιμήσεις για το 2025 δείχνει πως η ευρωπαϊκή οικονομία συνεχίζει να απανθρακοποιείται με σταθερό ρυθμό, ενώ παράλληλα διατηρεί αναπτυξιακή δυναμική. Συνολικά, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ εκτιμώνται σε 3,3 δισ. τόνους ισοδύναμου CO2, καλύπτοντας το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας και των νοικοκυριών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική επίδοση αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς δεν αποτελεί μια μεμονωμένη «στατιστική εξαίρεση», αλλά μέρος μιας ευρύτερης τάσης. Η μείωση των εκπομπών συνοδεύτηκε από άνοδο του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας ότι η περιβαλλοντική μετάβαση δεν λειτουργεί πλέον ως τροχοπέδη, αλλά ως παράλληλη συνιστώσα της οικονομικής εξέλιξης.
Οι πηγές των εκπομπών
Σε επίπεδο τομέων, τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η μεγαλύτερη συμβολή στη μείωση προήλθε από τον ενεργειακό τομέα, όπου οι εκπομπές υποχώρησαν κατά 45,3% την περίοδο 2015–2025. Πρόκειται για τη σημαντικότερη μεταβολή σε επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, αποτυπώνοντας τη σταδιακή μετάβαση προς καθαρότερες μορφές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή τις ΑΠΕ.
Εξίσου σημαντικές μειώσεις καταγράφονται στη μεταποίηση (-16%), στις υπηρεσίες (-11,9%) και στον οικιακό τομέα (-14,7%), δείχνοντας ότι η αποδοτικότητα και η τεχνολογική αναβάθμιση έχουν αρχίσει να επηρεάζουν οριζόντια την οικονομία. Ακόμη και πιο παραδοσιακοί τομείς, όπως η γεωργία, η δασοκομία και η αλιεία, εμφανίζουν πτώση της τάξης του 5,9%.
Στον αντίποδα, δύο τομείς κινούνται αντίρροπα, οι κατασκευές και οι μεταφορές. Οι εκπομπές αυξήθηκαν κατά 11,4% και 10,9% αντίστοιχα, υπενθυμίζοντας ότι η μετάβαση δεν είναι γραμμική και ότι συγκεκριμένες δραστηριότητες εξακολουθούν να ασκούν έντονη πίεση στο ανθρακικό αποτύπωμα της ΕΕ.
Η κατάταξη των «27»
Στην κατάταξη των κρατών-μελών, την καλύτερη επίδοση κατέγραψε η Εσθονία με μείωση 41,7%, ακολουθούμενη από τη Φινλανδία (-30,7%) και τη Γερμανία (-27,3%). Η Πορτογαλία επίσης ξεπέρασε την Ελλάδα, με μείωση 24%, καταλαμβάνοντας οριακά υψηλότερη θέση.
Όπως προαναφέρθηκε η Ελλάδα, με το -23,2%, εντάσσεται στην πρώτη πεντάδα, αφήνοντας πίσω της την πλειονότητα των χωρών της ΕΕ και επιβεβαιώνοντας μια σταθερή τάση βελτίωσης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος την τελευταία δεκαετία.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εικόνα δεν είναι ομοιογενής. Υπάρχουν κράτη όπου οι εκπομπές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν σημαντικά. Η Μάλτα καταγράφει σημαντική άνοδο κατά 169,4%, ενώ αύξηση εμφανίζουν επίσης η Κύπρος (+10,7%), η Λιθουανία (+9,5%) και η Ρουμανία (+5,4%). Οι αποκλίσεις αυτές αναδεικνύουν τις διαφορετικές ταχύτητες της «πράσινης» μετάβασης εντός της Ένωσης.
Ανάπτυξη και εκπομπές: το decoupling
Το πιο κρίσιμο, ωστόσο, στοιχείο των δεδομένων δεν αφορά μόνο τις εκπομπές, αλλά τη σχέση τους με την οικονομική δραστηριότητα. Σε όλα τα κράτη-μέλη, χωρίς εξαίρεση, το ΑΕΠ αυξήθηκε την ίδια περίοδο 2015–2025, με την ΕΕ συνολικά να καταγράφει άνοδο 17,5%.
Η ταυτόχρονη μείωση εκπομπών και αύξηση του εγχώριου προϊόντος ενισχύει το αφήγημα της αποσύνδεσης (decoupling) μεταξύ ανάπτυξης και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μείωση κατά 23,2% συνοδεύτηκε από οικονομική μεγέθυνση, στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής περιόδου και της ενεργειακής αναδιάρθρωσης.
Το συνολικό ευρωπαϊκό αποτύπωμα δείχνει ότι η μετάβαση προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών δεν είναι πλέον θεωρητική επιδίωξη, αλλά μετρήσιμη πραγματικότητα. Και μέσα σε αυτή τη μεγάλη εικόνα, η Ελλάδα εμφανίζεται όχι ως ουραγός, αλλά ως μία από τις χώρες που κινούνται σταθερά στην πρώτη γραμμή των επιδόσεων.