Γεωπολιτικοί «πονοκεφάλοι», κυβερνοαπειλές επόμενης γενιάς και τεχνητή νοημοσύνη που μπορεί να αποτελέσει «ευχή και κατάρα» είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα καλείται να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση.
Η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, του SSM Κλαούντια Μπουχ, μιλώντας στην Επιτροπή της Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωκοινοβουλίου την περασμένη εβδομάδα υπογράμμισε ότι η διαφύλαξη της ανθεκτικότητας των τραπεζών ως θεμέλιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι σημαντική σε ένα σύνθετο περιβάλλον κινδύνου.
Απαντώντας στις πιέσεις για χαλάρωση του εποπτικών κανόνων υπερ της ανταγωνιστικότητας η Μπουχ ανέφερε ότι τα στοιχεία δεν επιβεβαιώνουν ότι οι κεφαλαιακές απαιτήσεις περιορίζουν τη χρηματοδότηση της οικονμίας. Αντίθετα, ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις αποτελούν προϋπόθεση για να μπορούν οι τράπεζες να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις ακόμη και σε περιόδους κρίσης. Σήμερα, τα συνολικά κεφαλαιακά επίπεδα CET1 παραμένουν ουσιαστικά σταθερά σε σχέση με το 2019, με δείκτες διανομής κερδών γύρω στο 50%.
Η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου της ΕΚΤ έχει προτείνει τρόπους απλούστευσης του ευρωπαϊκού πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, διατηρώντας ταυτόχρονα τις λειτουργίες της μικροπροληπτικής εποπτείας, της μακροπροληπτικής πολιτικής και της εξυγίανσης τραπεζών.
Ωστόσο, όπως είπε η Μπουχ το ισχύον πλαίσιο μπορεί να βελτιωθεί χωρίς να αποδυναμωθεί η ανθεκτικότητα του συστήματος υπογραμμίζοντας ότι στο πλαίσιο της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, η Τραπεζική Ενωση πρέπει να ολοκληρωθεί.
Αναλυτικότερα, σε ότι αφορά τους γεωπολιτικούς κινδύνους έχουν, όπως είπε η επικεφαλής του εποπτικού βραχίονα της ΕΚΤ, υλοποιηθεί με στρατιωτικές συγκρούσεις και υψηλότερους δασμούς και έχουν οδηγήσει σε αναθεωρήσεις προς τα κάτω των αναπτυξιακών προβλέψεων και σε άνοδο των εταιρικών αφερεγγυοτήτων σε όλη την Ευρώπη.
Σύμφωνα με την Μπουχ, είναι πρόωρο να εκτιμηθεί πώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι επηρεάζουν τους ισολογισμούς των τραπεζών. Οι τρέχοντες χρηματοοικονομικοί δείκτες του τραπεζικού τομέα της ευρωζώνης παραμένουν ισχυροί, με υψηλή κεφαλαιοποίηση και χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ωστόσο, η ασθενέστερη ανάπτυξη μπορεί να χρειαστεί αρκετά τρίμηνα ή και χρόνια για να μετατραπεί σε επιδείνωση της ποιότητας ενεργητικού. Οι πιστωτικοί κίνδυνοι που συνδέονται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις χρήζουν επομένως προσεκτικής παρακολούθησης.
Η επικεφαλής της εποπτείας του ευρωσυστήματος κάλεσε τις τράπεζες να αξιολογήσουν πώς οι πρόσφατες διαταραχές και διαρθρωτικές αλλαγές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τους δανειολήπτες, τις αξίες εξασφαλίσεων και τη δική τους ικανότητα απορρόφησης ζημιών διαχρονικά. Και να λάβουν υπόψη ότι ο περιορισμένος δημοσιονομικός χώρος μπορεί να περιστείλει την ικανότητα των δημόσιων αρχών να αποσβένουν τις διαταραχές. Οι ισχυρές κεφαλαιακές θέσεις παραμένουν ουσιαστικές για να μπορούν οι τράπεζες να απορροφούν κλυδωνισμούς, να εξυπηρετούν την οικονομία και να προάγουν την ανάπτυξη.
Παράλληλα η Μπουχ υπογράμμισε τους κινδύνους από τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, πάνω από το 85% των τραπεζών υπό ευρωπαϊκή εποπτεία χρησιμοποιεί ήδη εργαλεία ΤΝ, ενώ πάνω από το 40% θεωρεί τουλάχιστον μία εφαρμογή ΤΝ κρίσιμη για την επιχειρηματική του λειτουργία. Η ταχύτητα και η πρόσβαση σε προηγμένα κυβερνοεργαλεία αυξάνεται εκθετικά, ενώ ο χρόνος αντίδρασης για τους αμυνόμενους συρρικνώνεται. Οι τράπεζες οφείλουν να επενδύσουν συστηματικά και πολυετώς στην ψηφιακή τους θωράκιση, κάτι που η τρέχουσα ισχυρή κερδοφορία τους επιτρέπει, σημείωσε ο επικεφαλής του εποπτικού βραχίονα της ΕΚΤ.