Τουλάχιστον 100.000 νοικοκυριά έχουν μετακινηθεί από τη λίστα της ιδιοκατοίκησης τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα το ποσοστό των ενοικιαζόμενων κατοικιών να ξεπερνά, πλέον, το 30% στη χώρα μας.
Ο πάλαι ποτέ στόχος “να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας” μοιάζει πια μακρινός, ειδικά για τους νέους. Τα στοιχεία μιλάνε, άλλωστε, μόνα τους. Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα ήταν πάντα πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Είναι ενδεικτικό ότι μπαίνοντας στο τούνελ της οικονομικής κρίσης, το 77,2% των ελληνικών νοικοκυριών ζούσε σε ιδιόκτητη κατοικία, ως απόρροια της εποχής των παχιών αγελάδων, όταν το δανεικό χρήμα έρεε άφθονο και ουδείς μπορούσε να φανταστεί τι πρόκειται να συμβεί.
Η κρίση, που ψαλίδισε τα εισοδήματα και διόγκωσε τα “κόκκινα” δάνεια κι εν συνεχεία το σοκ της πανδημίας και ο πληθωριστικός πυρετός, δημιούργησαν νέες συνθήκες στην αγορά. Παλαιότερα σπίτια έμειναν ασυντήρητα και κλειστά, οι νέες οικοδομές άρχισαν να σηκώνονται δειλά- δειλά μετά το 2018- 2019 και κάπως έτσι φτάσαμε στην πλήρη ανισορροπία προσφοράς- ζήτησης. Αποτέλεσμα; Εκτίναξη των ζητούμενων τιμών και εκτόξευση τους ακόμα και στο 100% μέσα σε μια δεκαετία, όπως προκύπτει από έρευνα της Geoaxis. Ενδεικτικά, η τιμή για ένα νεόδμητο στο Περιστέρι έφτασε στα 2.790 ευρώ/τμ, όταν το 2016 ήταν μόλις 1.387 ευρώ/τμ.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ναδίρ της ιδιοκατοίκησης, καθώς πλέον το ποσοστό της βρίσκεται στο 69,7% των κατοικούμενων κατοικιών, που σύμφωνα με την τελευταία απογραφή είναι 4.319.144, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να βρίσκεται κάτω από τη μέση της ευρωπαϊκής κατάταξης και χαμηλότερα από την Ισπανία και την Πορτογαλία.
Το στοίχημα και τα ευρωπαϊκά «όπλα»
Δεν είναι μυστικό ότι οι συνταγές επιδοματικής πολιτικής δεν είναι το φάρμακο για τη στεγαστική κρίση, με εξαίρεση την ανάγκη στήριξης των πλέον αδύναμων νοικοκυριών. Με αυτό το δεδομένο, τα “εργαλεία” που έχει ενεργοποιήσει ή σχεδιάζει να ενεργοποιήσει η κυβέρνηση, στοχεύουν στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Μοιραία, βραχυπρόθεσμα αυτό μπορεί να γίνει με το άνοιγμα όσο το δυνατόν περισσότερων από τα “κλειστά” ακίνητα που υπολογίζονται σε περίπου 500 χιλιάδες κι εκεί στοχεύουν οι φοροαπαλλαγές και οι επιδοτήσεις ανακαίνισης. Μικρή λεπτομέρεια; Αυτές οι δράσεις προσδοκάται να σβήσουν τη φωτιά στα ενοίκια και όχι να καταστήσουν πιο προσιτή την αγορά κατοικίας.
Το “Σπίτι μου 1 και 2” βοήθησαν (;) περίπου 20 χιλιάδες πολίτες να αποκτήσουν στέγη με ευνοϊκούς όρους, ωστόσο εγείρονται πολλές ενστάσεις από την αγορά επειδή με την ενεργοποίηση αυτών των προγραμμάτων και την αύξηση της ζήτησης για ακίνητα συγκεκριμένων προδιαγραφών, τελικά οι τιμές ανέβηκαν. Φιλόδοξο είναι το πρόγραμμα της Κοινωνικής Αντιπαροχής, ωστόσο τις πρώτες διαθέσιμες κατοικίες δεν θα τις δούμε νωρίτερα από το 2027, ενώ στοίχημα χαρακτηρίζονται τα κίνητρα φοροαπαλλαγών και γραφειοκρατικών απλουστεύσεων προς κατασκευαστικές εταιρίες για να χτίσουν κατοικίες ή να μετασκευάσουν επαγγελματικούς χώρους σε κατοικίες.
Στη μάχη αναμένεται να πέσουν και τα ευρωπαϊκά “όπλα”, που στοχεύουν στην ενεργοποίηση νέων χρηματοδοτικών “εργαλείων”. Η ΕΕ στηρίζει αυτόν τον στόχο κινητοποιώντας ήδη επενδύσεις ύψους τουλάχιστον 43 δισ. Ευρώ που σχετίζονται με τη στέγαση στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ μέσω των ταμείων της πολιτικής συνοχής, του InvestEU, του προγράμματος LIFE, του προγράμματος για την ενιαία αγορά και του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη», καθώς και μέσω του NextGenerationEU. Επιπλέον, ο κανονισμός για την ενδιάμεση επανεξέταση της πολιτικής συνοχής επιτρέπει πλέον στα κράτη- μέλη και τις περιφέρειες να διαθέσουν χρηματοδότηση για οικονομικά προσιτή στέγαση επιπλέον των 10,4 δισ. Ευρώ, που έχουν ήδη προγραμματιστεί για την ενεργειακή απόδοση και την κοινωνική στέγαση, παρέχοντάς τους παράλληλα δυνατότητες ευελιξίας και οικονομικά κίνητρα κατά τον αναπρογραμματισμό των κονδυλίων για τον τομέα της στέγασης.
Νέες δυνατότητες χρηματοδότησης θα αποδεσμευτούν στον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034. Ειδικότερα, στα μελλοντικά σχέδια εθνικής και περιφερειακής εταιρικής σχέσης η κοινωνική και οικονομικά προσιτή στέγαση περιλαμβάνεται ως ένας από τους ειδικούς στόχους, στοιχείο που παρέχει στα κράτη- μέλη τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τις ειδικές προκλήσεις τους με επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις σχετικές με τη στέγαση.
Παράλληλα με την ενισχυμένη στήριξη σε επίπεδο ΕΕ, τα κράτη- μέλη πρέπει επίσης να εντείνουν τις επενδύσεις και τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή διευκολύνει τα κράτη- μέλη να στηρίξουν χρηματοδοτικά την οικονομικά προσιτή στέγαση μέσω της αναθεώρησης των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Οι εθνικές και περιφερειακές αναπτυξιακές τράπεζες θα επιδιώξουν να επενδύσουν 375 δισ. ευρώ σε πόρους έως το 2029 σε κοινωνική, οικονομικά προσιτή και βιώσιμη στέγαση, μεταξύ άλλων μέσω του προγράμματος InvestEU.