Το 2026 φαίνεται πως θα χαθεί για την αγορά αυτοκατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, παρά τις αλλαγές που έφερε η νέα υπουργική απόφαση, η οποία επιχειρεί να λύσει προβλήματα που είχαν κρατήσει για μήνες παγωμένες τις επενδύσεις. Το θεσμικό πλαίσιο έχει πλέον βελτιωθεί, όμως η εφαρμογή του εξακολουθεί να σκοντάφτει σε διοικητικές εκκρεμότητες. Ως εκ τούτου, το βάρος μεταφέρεται στο 2027, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για μια αγορά που θα μπορούσε να προσθέτει 300–350 MW νέων φωτοβολταϊκών αυτοκατανάλωσης κάθε χρόνο.
Την εικόνα αυτή παρουσίασε ο Στέλιος Ψωμάς, ενεργειακός σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), μιλώντας στο 8ο Renewable & Storage Forum. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα υπουργική απόφαση περιλαμβάνει περίπου 100 τροποποιήσεις της προηγούμενης ρύθμισης. Πολλές από αυτές αφορούν φαινομενικά μικρές λεπτομέρειες, οι οποίες όμως στην πράξη είχαν δημιουργήσει σημαντικά εμπόδια στην υλοποίηση έργων.
Το πρόβλημα είναι ότι, παρά την έκδοση της απόφασης, η αγορά δεν έχει ακόμη επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι εξακολουθούν να μην υπογράφουν τις νέες διμερείς συμβάσεις, αναμένοντας διευκρινιστική εγκύκλιο.
Ο κ. Ψωμάς περιέγραψε τις δυσκολίες αυτές ως «παιδικές ασθένειες» του νέου πλαισίου, εκτιμώντας ότι μπορούν να ξεπεραστούν σχετικά σύντομα. Ωστόσο, ο χρόνος που έχει ήδη χαθεί δύσκολα αναπληρώνεται μέσα στους τελευταίους μήνες του έτους.
1. Από το 2027 η ανάκαμψη – Προς διπλασιασμό της αγοράς έως το 2030
Παρά τη φετινή στασιμότητα, οι προοπτικές για τα επόμενα χρόνια εμφανίζονται σαφώς καλύτερες. Σήμερα, τα εγκατεστημένα συστήματα αυτοκατανάλωσης στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε περίπου 1.100–1.150 MW, δηλαδή λίγο περισσότερα από 1 GW. Από αυτά, περίπου το 80% αφορά επιχειρήσεις και εμπορικές εγκαταστάσεις, ενώ μόλις το 20% αντιστοιχεί σε οικιακά φωτοβολταϊκά. Με άλλα λόγια, τα τέσσερα από τα πέντε MW αυτοκατανάλωσης που έχουν εγκατασταθεί στη χώρα εξυπηρετούν επαγγελματικές ανάγκες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει ήδη μια σημαντική δεξαμενή νέων έργων. Περίπου 375 MW βρίσκονται σε στάδιο που δημιουργεί προσδοκίες υλοποίησης μέσα στο 2027, εφόσον ξεπεραστούν οι εκκρεμότητες.
Με αυτά τα δεδομένα, ο κ. Ψωμάς θεωρεί ρεαλιστικό να εγκαθίστανται από το επόμενο έτος 300–350 MW ετησίως. Πρόκειται για έναν ρυθμό που, εάν διατηρηθεί για τρία χρόνια, θα προσθέσει 900–1.050 MW στην αγορά, ισχύ δηλαδή σχεδόν αντίστοιχη με όσα φωτοβολταϊκά αυτοκατανάλωσης έχουν εγκατασταθεί συνολικά μέχρι σήμερα.
Σε αυτή τη βάση στηρίζεται και η εκτίμηση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι την επόμενη τριετία ή τετραετία μπορούν να προστεθούν περίπου 1.000 MW νέων έργων, οδηγώντας την αγορά σε σχεδόν διπλάσιο μέγεθος έως το τέλος της δεκαετίας.
Για να επιβεβαιωθούν, πάντως, οι προβλέψεις, θα πρέπει πρώτα να ολοκληρωθεί η προσαρμογή των εμπλεκόμενων φορέων στο νέο πλαίσιο, να ξεκινήσει η υπογραφή των συμβάσεων και να προχωρήσει χωρίς νέες εμπλοκές η αδειοδότηση. Από εκεί και πέρα, όπως επισήμανε ο κ. Ψωμάς, η εγκατάσταση ενός έργου αυτοκατανάλωσης μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγους μήνες.
2. Ποια νοικοκυριά βάζουν φωτοβολταϊκά – Τι δείχνουν οι καταναλώσεις
Μια ενδιαφέρουσα πλευρά της αγοράς αφορά το ποιοι τελικά επενδύουν στην αυτοκατανάλωση. Όπως εξήγησε ο κ. Ψωμάς, η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι τα οικιακά φωτοβολταϊκά δεν απευθύνονται με την ίδια οικονομική λογική σε όλα τα νοικοκυριά.
Την περίοδο του net metering, όταν οι όροι συμψηφισμού της παραγόμενης με την καταναλισκόμενη ηλεκτρική ενέργεια ήταν ευνοϊκότεροι, η μεγαλύτερη συγκέντρωση εγκαταστάσεων καταγράφηκε στις κατηγορίες των 5 και 10 kW, με ιδιαίτερα έντονη προτίμηση στα συστήματα των 10 kW.
Τα μεγέθη αυτά έχουν τη σημασία τους, καθώς συνδέονται με το ύψος της κατανάλωσης. Οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν κυρίως σε κατοικίες που κατανάλωναν πάνω από 7.500 κιλοβατώρες τον χρόνο, ενώ για τα μεγαλύτερα συστήματα οι αντίστοιχες ανάγκες έφταναν τις 12.000–15.000 κιλοβατώρες.
Η εικόνα απέχει αρκετά από τη μέση ελληνική κατοικία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που επικαλέστηκε, η μέση ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στις κύριες κατοικίες διαμορφώνεται στις 4.675 κιλοβατώρες.
Αυτό σημαίνει ότι ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 12.000 κιλοβατώρες ετησίως χρειάζεται περίπου δυόμισι φορές περισσότερο ρεύμα από μια μέση κατοικία.
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον για αυτοκατανάλωση εμφανίζουν νοικοκυριά με αντλίες θερμότητας, ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή μεγάλες κατοικίες, όπου ο λογαριασμός ρεύματος αποτελεί σημαντικό μέρος των οικογενειακών δαπανών.
Αντίθετα, για ένα νοικοκυριό με περιορισμένη κατανάλωση, το οικονομικό όφελος από την εγκατάσταση φωτοβολταϊκού είναι μικρότερο, ενώ το αρχικό κόστος της επένδυσης εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο.
Αυτός είναι και ο λόγος που, σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, χρειάζονται κατάλληλες ρυθμίσεις και προγράμματα για τα φωτοβολταϊκά στις στέγες, ώστε η αυτοπαραγωγή να μην αποτελεί επιλογή μόνο για όσους έχουν υψηλές καταναλώσεις και την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσουν σε μια τέτοια επένδυση.
3. Στις επιχειρήσεις το μεγαλύτερο περιθώριο ανάπτυξης – Εξοικονόμηση έως και πάνω από 50%
Το μεγαλύτερο μέρος της αναμενόμενης ανάπτυξης, πάντως, εκτιμάται ότι θα προέλθει από τις επιχειρήσεις. Και αυτό γιατί στον εμπορικό τομέα το οικονομικό όφελος από την παραγωγή και απευθείας κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας είναι συχνά πολύ μεγαλύτερο.
Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, μια επιχείρηση που συνδέεται στη χαμηλή τάση μπορεί, ανάλογα με το προφίλ κατανάλωσής της, να μειώσει τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος ακόμη και πάνω από 50%. Για τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις που ηλεκτροδοτούνται από τη μέση τάση, η εξοικονόμηση μπορεί να κινηθεί περίπου στο 35%.
Για παράδειγμα, στην περίπτωση μιας επιχείρησης με ετήσιο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας 100.000 ευρώ, μια μείωση της τάξης του 50% θα σήμαινε εξοικονόμηση 50.000 ευρώ τον χρόνο. Πρόκειται, βεβαίως, για ενδεικτικό υπολογισμό, καθώς το πραγματικό αποτέλεσμα εξαρτάται από τις ώρες λειτουργίας, την κατανάλωση και την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που μπορεί να αξιοποιεί η ίδια η επιχείρηση.
Ο κ. Ψωμάς υπογράμμισε ότι η αυτοκατανάλωση προσφέρει ένα πιο μόνιμο οικονομικό όφελος σε σύγκριση με τις κρατικές επιδοτήσεις των λογαριασμών, οι οποίες έχουν προσωρινό χαρακτήρα.
Επιπλέον, πρόκειται για επενδύσεις που μπορούν να αποδώσουν σχετικά γρήγορα, καθώς, εφόσον ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες διαδικασίες, ένα φωτοβολταϊκό σύστημα μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει να παράγει ηλεκτρική ενέργεια μέσα σε λίγους μήνες.
Το ζητούμενο πλέον είναι να περάσει η αγορά από τη διόρθωση των θεσμικών προβλημάτων στην υλοποίηση νέων έργων. Με το μεγαλύτερο μέρος της εγκατεστημένης ισχύος να βρίσκεται ήδη στις επιχειρήσεις, ο εμπορικός τομέας αναμένεται να κρατήσει τα ηνία και της επόμενης φάσης ανάπτυξης. Η ταχύτητα, ωστόσο, με την οποία θα κινηθεί η αγορά θα εξαρτηθεί από το πόσο σύντομα θα ξεπεραστούν οι τελευταίες διοικητικές εκκρεμότητες.