Όταν μια επιχείρηση εκπέμπει διοξείδιο του άνθρακα (CO₂) ή καταναλώνει ορυκτούς και φυσικούς πόρους, δημιουργεί κόστη που σπανίως ενσωματώνονται στην τιμή του προϊόντος.
Ο λογαριασμός φτάνει αργότερα και τον πληρώνει το ευρύ κοινό, με τη μορφή κλιματικών ζημιών, δαπανών υγειονομικής περίθαλψης ή απώλειας βιοποικιλότητας. Οι οικονομολόγοι το ονομάζουν εξωτερικό κόστος, κόστος δηλαδή που το προκαλούν κάποιοι και το επωμίζονται άλλοι. Εκεί ακριβώς βρίσκεται, όπως αναφέρεται σε πρόσφατο άρθρο της γερμανικής Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), η μεγάλη επιτυχία της περιβαλλοντικής οικονομίας, στο ότι κατάφερε να καταστήσει ορατά αυτά τα αόρατα κόστη.
Το άρθρο, πηγαίνει, όμως, ένα βήμα πιο πέρα. Εξηγεί πως τα εξωτερικά κόστη δεν περιορίζονται στο κλίμα, παράγονται εξίσου στη γραφειοκρατία, στην ψηφιοποίηση και στις υποδομές, με τη διαφορά ότι εκεί κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να τα μετρήσει!
Με την ψηφιοποίηση, σε πολλούς τομείς συνέβη ακριβώς το αντίθετο από το ζητούμενο. Μπορεί να διευκολύνθηκε η εργασία για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς, αλλά την ίδια στιγμή έγινε πιο κοπιώδης για τους πολίτες και τους πελάτες! Όπως υπενθυμίζει η FAZ, εκεί που παλαιότερα μιλούσε κανείς με έναν υπάλληλο για να λύσει ένα πρόβλημα, σήμερα ξοδεύει λεπτά σε ψηφιακές φόρμες, τηλεφωνικά κέντρα ή chatbots. Από την πλευρά της οργάνωσης, η αποτελεσματικότητα αυξάνεται. Από την πλευρά της κοινωνίας το κόστος απλώς μετατοπίζεται, καθώς η εργασία που εξοικονομήθηκε από τον οργανισμό ή την επιχείρηση, απλά προστέθηκε στην άλλη πλευρά δηλαδή στον πελάτη-καταναλωτή.
Υπάρχει και μια δεύτερη συνέπεια, που συχνά παραβλέπεται, η απώλεια των περιθωρίων ελιγμών. Όπου παλαιότερα μπορούσαν να ισχύσουν η εμπειρία, η καθοδήγηση ή η επιείκεια, σήμερα οι ψηφιακές διεργασίες είναι συχνά πλήρως αδιάλλακτες. Οι τυποποιημένες φόρμες και τα αυστηρά λογισμικά καλύπτουν την κανονική περίπτωση, όχι όμως την ποικιλία των πραγματικών περιπτώσεων. Οι εργαζόμενοι χάνουν τη δυνατότητα να βρίσκουν γρήγορες, πρακτικές λύσεις, ενώ οι πολίτες αναρωτιούνται αν η δική τους περίπτωση απλώς «δεν προβλέπεται στο σύστημα».
Η ψηφιοποίηση δεν επιταχύνει την έκδοση, π.χ., ενός πιστοποιητικού, αλλά και μια μορφή μετατόπισης ευθύνης. Η ευθύνη μεταφέρεται σε μια διεργασία, τη στιγμή που οι πιο σύνθετες καταστάσεις απαιτούν ευελιξία. Τα κόστη δεν εξαφανίζονται, μετατοπίζονται στον πελάτη. Η καθημερινότητα το επιβεβαιώνει. Κάνουμε μόνοι μας τις κρατήσεις μας, πλέον μας ζητούν να σαρώνουμε μόνοι μας τα προϊόντα στα ειδικά ταμεία του σούπερ μάρκετ, διεκπεραιώνουμε μόνοι μας τις τραπεζικές μας συναλλαγές και παλεύουμε με διαδικτυακές υπηρεσίες που παλαιότερα στελεχώνονταν από υπαλλήλους. Εκ πρώτης όψεως αυτό μοιάζει αποτελεσματικό, οικονομικά ωστόσο προκαλεί τεράστιο κόστος, ιδίως σε απώλεια χρόνου για τους πολίτες.
Το άρθρο καταλήγει πως υπάρχει μια ελπίδα για τους πολίτες-καταναλωτές και αυτή λέγεται Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Τεχνητή Νοημοσύνη υπόσχεται μια θεμελιώδη αλλαγή. Ενώ η κλασική ψηφιοποίηση αυτοματοποιεί τις υπάρχουσες διεργασίες, μεταφέροντας συχνά την ευθύνη στον χρήστη, η
Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να συνθέτει αποφάσεις, να επεξεργάζεται αιτήματα, να συνδέει τις πληροφορίες που λείπουν και να προτείνει διαφορετικές λύσεις. Υπάρχει, δηλαδή, ελπίδα να ξαναβρούν οι πολίτες και οι καταναλωτές το δίκιο τους, που το έχασαν με την ψηφιοποίηση!