fbpx Οι New York Times αποθεώνουν τον εστιάτορα Κώστα Σπηλιάδη -Με τα Milos άλλαξε την εικόνα για την ελληνική κουζίνα [εικόνες] | STORIES | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
STORIES
ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΡΕΑΛ

Οι New York Times αποθεώνουν τον εστιάτορα Κώστα Σπηλιάδη -Με τα Milos άλλαξε την εικόνα για την ελληνική κουζίνα [εικόνες]

Οι New York Times αποθεώνουν τον εστιάτορα Κώστα Σπηλιάδη -Με τα Milos άλλαξε την εικόνα για την ελληνική κουζίνα [εικόνες]
11|03|2019 | 15:08

Ο Κώστας Σπηλιάδης είναι ιδιοκτήτης της αλυσίδας εστιατορίων Milos σε όλο τον κόσμο. 

Ενας Ελληνας μετανάστης που ξεκίνησε από την Πάτρα το 1965 για να σπουδάσει στις ΗΠΑ και τελικά κατέληξε να γίνεται εστιάτορας, πρέσβης της ελληνικής κουζίνας σε όλο τον κόσμο και με τον καλύτερο τρόπο. 

Οι New York Times που πάντα βρίσκουν χώρο στις σελίδες τους για ενδιαφέροντες ανθρώπους και success story πραγματικά, με ουσία, φιλοξένησαν την υπέροχη ιστορία του Κώστα Σπηλιάδη.

Διαβάστε ολόκληρο το αφιερώμα: 

«Εφυγε από την πατρίδα του την Πάτρα, μια πόλη της Ελλάδας που συχνά αποκαλείται η πύλη της χώρας στη Δύση, με δυο βαλίτσες, μια με ρούχα και μια με βιβλία και ενθύμια. 

Ηταν 19 ετών, γιος συνταξιούχου στρατιωτικού δικαστή και σκόπευε να σπουδάσει εγκληματολογία στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. 

Τίποτα όμως δεν πήγε όπως το σχεδίαζε. Σήμερα ο Κώστας Σπηλιάδης, 72 ετών,  λέει ότι έφθασε στις ΗΠΑ «νευρικός, φοβισμένος και εντελώς τρομαγμένος», αλλά τώρα διευθύνει μια διεθνή αυτοκρατορία εστιατορίων σε Μόντρεαλ, Νέα Υόρκη,  Αθήνα,  Λας Βέγκας,  Μαϊάμι και Λονδίνο. 

Ένα εστιατόριο Milos θα ανοίξει την επόμενη εβδομάδα στο Hudson Yards στην Νέα Υόρκη, ένα ακόμη το καλοκαίρι στο Los Cabos του Μεξικού και ένα στο Ντουμπάι  αργότερα μέσα στη χρονιά. 

Όλα τα εστιατόριά του ονομάζονται Milos και φημίζονται για τα άψογα θαλασσινά τους και την πολυτέλειά τους. Αλλά η εμμονή του στην τελειότητα εκτείνεται στα πάντα. Περιλαμβάνει όλα όσα βλέπει, γεύεται ή κατέχει ο Κωστας Σπηλιάδης.

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που λέρι Η Sheila Kussner, φιλάνθρωπος του Μόντρεαλ, που κάποτε έφερε τον Pierre Trudeau στο εστιατόριο Milos, για τις άψογα ώριμες ντομάτες του Σπηλιάδη. 

Ο Κώστας Σπιαλιάδης τις αγοράζει ανά εποχή από τη Φλόριντα, την Καρολίνα ή το Νιου Τζέρσεϋ. Ποτέ δεν επιτρέπει να μπουν στο ψυγείο και τις στοιβάζει σε πυραμίδες, γιατί έτσι εξασφαλίζεται η παραδειγματική ωρίμανσή τους. Στη συνέχεια, πρέπει να τεμαχιστούν σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ο ίδιος θέτει. 

Οι κουζίνες των εστιατορίων Milos δεν πειραματίζονται με την υψηλή γαστρονομία. Εστιάζουν στην σχολαστική κουζίνα. Τα εστιατόρια Milos είναι ένας θρίαμβος το αυθεντικού επί του καλλιτεχνικού. 

Ο κ. Σπηλιάδης άνοιξε το πρώτο του εστιατόριο το 1979, μια εποχή που οι σεφ άρχισαν να αγνοούν την παράδοση και αναδύθηκαν καινοτομίες όπως η κουζίνα της Καλιφόρνιας και η μοριακή γαστρονομία. Η απάντησή του ήταν να αγνοήσει όλα αυτά και να παραμείνει πιστός στην απλότητα και στην καθαρότητα των γεύσεων. 

Η γεύση, λέει, δεν προέρχεται από το κεφάλι, αλλά από το στόμα. 

Το δικο του ελληνικό γιαούρτι είναι πλήρες, όχι με χαμηλά λιπαρά. Τα μεσογειακά του ψάρια ποτέ δεν μαυρίζουν. «Η μαυρίλα στα ψάρια είναι βιασμός της ντελικάτης γεύσης τους», υποστηρίζει. 

Η ενεργητικότητά του αυτή, η έντασή του, εκτείνεται και στα άλλα πάθη του, από την ελληνική ιστορία μέχρι τα έξι εγγόνια του.

Η ιστορία  ζωής του έχει ένα δραματικό τόξο: Ένας σχεδόν εξαθλιωμένος μετανάστης ευημερεί μετασχηματίζοντας την ελληνική τραπεζαρία στη Βόρεια Αμερική από κάτι ρουστίκ σε κάτι κλασικό, συμβάλλοντας στην βελτίωση της παγκόσμιας εικόνας της ελληνικής κουζίνας σε κάτι παραπάνω από  τυρί φλαμπέ και  λεμονάτο αρνάκι. 

«Ο Κώστας Σπηλιάδης έδωσε ταυτότητα στο ελληνικό φαγητό και έφτιαξε το εστιατόριο που αντιγράφηκε όσο κανένα άλλο», δηλώνει ο David McMillan,  διάσημος εστιάτορας του Μόντρεαλ. Πριν από τα εστιατόρια Milos, συνέχισε, ένα ελληνικό εστιατόριο ήταν ένας χώρος με μερικούς τύπους με χάρτινα καπέλα μπροστά από ένα μηχάνημα που ψήνει γύρο. 

Ο κ. Σπηλιάδης αγαπά τις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορεί να περιγράψει τη ζωή εκεί, το μεγαλείο των ΗΠΑ,  με γαστρονομικούς όρους: «Εδώ είναι η αληθινή δημοκρατία στην καθημερινή ζωή. Όταν ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ήρθε στο εστιατόριο Milos στην Αθήνα για φαγητό, οι εφημερίδες έγραψαν γι 'αυτό και οι Ελληνες σχολίασαν: ''Αυτό πρέπει να είναι ένας εξαιρετικό εστιατόριο, αλλά δεν είναι για μένα''. Ο Μπιλ και η Χίλαρι Κλίντον είναι τακτικοί πελάτες στο εστιατόριο της Νέας Υόρκης. Εδώ, οι Αμερικανοί θα πουν: ''Ο Μπιλ Κλίντον βρίσκεται στο Milos. Πρέπει να είναι ένα εξαιρετικό μέρος. Θα πάω.''». 

Ωστόσο, όπως φαίνεται και από αλλα succes stories η επιτυχία δεν πιστώνεται στην Ελλάδα αλλά στον Καναδά, όπου άνοιξε το πρώτο Milos και το οποίο εκτιμήθηκε από τους υπόλοιπους εστιάτορες. 

«Είναι ο πιο στοχοπροσηλωμένος, αυτός που ανοίγει δρόμους», δήλωσε ο κ. McMillan. «Τον βλέπω στο αεροδρόμιο και ξέρω ότι ποτέ δεν θα τον χτυπήσω στα ψάρια».

Ο πατέρας του κ. Σπηλιάδη κατάγεται από το Φιλιά, ένα ορεινό χωριό στην Πελοπόννησο. Η μητέρα του γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. 

Ως παιδί μεγάλωσε αγαπώντας τη μουσική. Όταν ήρθε στην Αμερική, έφερε μαζί του τα τραγούδια των βουνών και των προσφύγων, την παραδοσιακή μουσική που αναβιώνει στην Ελλάδα. «Αυτή η μουσική με έκανε να είμαι αυτό που είμαι σήμερα», είπε.

Κατά την άφιξή του στο Μανχάταν το 1966, έμεινε σε μια χριστιανική ΜΚΟ και έκλαιγε κάθε βράδυ. «Μου έλειπε το σπίτι μου και ήμουν συγκλονισμένος από την πόλη». Σύντομα μετακόμισε σε ένα δικό του σπίτι στην 14η οδό. Ηταν ένα τόσο μικρό δωμάτιο που έπρεπε να πατήσει πάνω στο κρεβάτι του για να φθάσει το παράθυρο. 

Επειδή είχε φοιτητική βίζα, δεν του επιτρεπόταν να εργαστεί. Και τα χρήματα που επιτρεπόταν να του στείλουν οι γονείς του ήταν περιορισμένα λόγω των απαγορεύσεων που είχε θέσει η ελληνική κυβέρνηση. Στο δωμάτιό του μαγείρευε λαιμούς κοτόπουλου, που κόστιζαν ελάχιστα. «Ένας άλλος Έλληνας που είχε επίσης έρθει στη Νέα Υόρκη εργαζόταν σε κατάστημα με hot-dogs στη 42η Οδό. Ως Ελληνες είχαμε γίνει φίλοι και εγώ πήγαινα από την πλατεία Ουάσιγκτον στην πλατεία Times Square για να μου δώσει δύο τρία hot dogs ή τρία χοτ-ντογκ κρυμμένα στο ξυνολάχανο, στα μουλωχτά». 

«Ημουν εντελώς χαμένος», προσθέτει. 

Σύντομα παράτησε το πανεπιστήμιο στο Μάριλαντ όπου φοιτούσε για να είναι πιο κοντά με τον μεγαλύτερο αδελφή του Στέλιο ο οποίος φοιτούσε στον Τζον Χόπκινς. «Αν μια γύφτισσα ερχόταν και μας έλεγε ότι τα εστιατόρια είναι το μέλλον του Κώστα θα της έλεγα ότι δεν ξέρει τι της γίνεται. Ο Κώστας ήταν πάντα ένας πνευματικός και πολιτικός άνθρωπος», λέει ο Στέλιος. 

Ενώ η στρατιωτική χούντα κυβερνούσε την Ελλάδα,  ο Κώστας Σπηλιάδης έπαιρνε μέρος σε διαμαρτυρίες και αναλάμβανε πολιτική δράση, παρόλο που η φοιτητική του βίζα του το απαγόρευε. Θαυμάζει το ακαδημαϊκό περιβάλλον του πανεπιστημίου, όπου σπούδασε κοινωνιολογία, αλλά όχι το Μέριλαντ εκείνης της εποχής, με τα ξεχωριστά λεωφορεία και μπάνια για τους μαύρους. 

Επίσης αισθάνθηκε ταπεινωμένος όταν η ελληνική του ταυτότητα δεν εκτιμήθηκε. Όλοι, συμπεριλαμβανομένων των φίλων του, τον φώναζαν Γκους, όχι τον Κώστα. Για αυτόν, δεν ήταν μικρό πράγμα να προφέρουν λάθος το όνομά του, το οποίο πήρε από τον ξάδερφο του πατέρα του, ο οποίος εκτελέστηκε από Γερμανούς στρατιώτες σε σφαγή 3.000 αμάχων κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου.

Στο τέλος των τεσσάρων ετών των σπουδών του στο Μέριλαντ, χωρίς να έχει πάρει ακόμη πτυχίο, ο Σπηλιάδης αντιμετώπιζε προβλήματα τόσο με το πανεπιστήμιο όσο και με την ελληνική κυβέρνηση και κινδυνεύει να απορριφθεί η ανανέωση του διαβατηρίου του. Φοβόταν ότι εάν επέστρεφε στην Ελλάδα ή θα τον στρατολογούσαν ή θα τον συνελάμβαναν. Το 1971 μαζί με έναν ένα φίλο του και μια νέα γυναίκα, ξεκίνησαν για τον Καναδά.

«Ήξερα ότι το Μόντρεαλ είχε μια πολύ ισχυρή ελληνική κοινότητα και ήταν κατά της χούντας. Αυτά ήξερα εγώ όλα και όλα». 

Στο Μόντρεαλ βρήκε αυτό που λέει ότι δεν μπορούσε να βρει στην Αμερική: Μια πολυπολιτισμική ατμόσφαιρα που επέτρεπε στους νεοφερμένους να βρουν μια θέση στην κοινωνία χωρίς πίεση να εγκαταλείψουν την πολιτιστική τους ταυτότητα.

«Στον Καναδά» λέει «ολοκληρώνεσαι, δεν εξομοιώνεσαι. Ο Καναδάς άνοιξε τις πόρτες, παρέχοντας εκπαίδευση, μαθήματα πολιτών και ευκαιρίες απασχόλησης. Δίνεται κάθε μέσο για να γίνετε μέλος της κοινωνίας».

Ο Κώστας Σπιαλιάδης πήρε το πτυχία του και ξεκίνησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Concordia, αν και δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη διατριβή του για την πολιτική οικονομία της ελληνικής μετανάστευσης. «Πάντα γράφω και ξαναγράφω», είπε. «Είμαι ο τύπος του ατόμου που αφήνει τα πράγματα μισοτελειωμένα». 

Βοήθησε στην ίδρυση του ραδιοφωνικού κέντρου Ville, ενός τοπικού σταθμού όπου διηύθυνε το ελληνικό πρόγραμμα και είχε μια καθημερινή εκπομπή με ειδήσεις, συνεντεύξεις και πολιτιστικές πληροφορίες για την ελληνική κοινότητα. Εγινε επίσης δραστήριο μέλος της τοπικής θεατρικής ομάδας με τον καλύτερο ρόλο του να είναι εκείνος στο δραματικό έργο για την ελληνική επανάσταση. 

Το 1970 άνοιξε τον πρώτο του εστιατόριο Milos στη γειτονιά Mile End. Το προσωπικό αποτελούνταν από τον ίδιο και ένα... πλυντήριο πιάτων. 

«Το έκανα από την ανάγκη να αποδείξω ότι η ελληνική κουζίνα και ο πολιτισμός δεν ήταν τόσο κακοί όσο νόμιζαν όλοι», λέει. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. «Δεν ήμουν σε θέση να μαγειρέψω καθόλου. Επαιρνα την μητέρα μου στην Ελλάδα και την ρωτούσα: «Πώς μπορώ να μαγειρέψω αυτό το πιάτο;». 

«Υπήρχε ο φόβος της αποτυχίας»

Ο κ. Σπηλιάδης είναι φιλοσοφημένος, καλλιεργημένος, με πνεύμα, καλλιτέχνης, ρομαντικός και περήφανος - ιδιαίτερα που είναι Έλληνας. Κάθε βράδυ, για τουλάχιστον μια ώρα, διαβάζει ποίηση και λογοτεχνία και μπορεί να απαγγείλει από τη μνήμη δεκάδες ελληνικά ποιήματα. Το αγόρι που αγαπούσε τη μουσική τώρα σπονσοράρει συναυλίες της Συμφωνικής Ορχήστρας του Μόντρεαλ.

Συγκρατημένος δεν είναι. Είναι εμμονικός, ευαίσθητος, ανασφαλής, μελαγχολικός και δεν συγχωρεί εύκολα ειδικά όταν πηγαίνει σε κάποιο από τα εστιατόριά του και δεν είναι τα πράγματα όπως θα τα ήθελε. 

Τα εστιατόρια Milos είναι κομψά και ευάρα, θυμίζουν ανοιχτές αγορές σε μίνιμαλ μεσογειακό στιλ. Εχουν αρχαίες φιγούρες και πελάτες που διαλέγουν τα θαλασσινά τους από τους πάγκους με τον πάγο. Αν δει ότι κάτι πάει στραβά θα φωνάξει.

 

Σε ανθρώπους του προσωπικού που κάνουν λάθη τους στέλνει e-mails μέσα στη νύχτα. Οταν βρει μια ρεσεψιόν άδεια θα φωνάξει. Αν τα λουλούδια ακουμπούν το πάγκο με τα ψάρια θα... δημιουργηθεί ένταση. Καμία λεπτομέρεια δεν του ξεφεύγει. 

«Απαιτώ τελειότητα επειδή η κουλτούρα μου θέλει την τελειότητα», λέει. «Για ό,τι τους χρεώνω, οι πελάτες περιμένουν την τελειότητα. Δεν έχω να τους δώσω κάτι άλλο. Δεν είμαι αρχιμάγειρας. Οι πελάτες με κρίνουν για την εμπειρία μου. 

Ο γιος του, Γιώργος Σπηλιάδης, διευθυντής ποτών στο όμιλο Milos  παραδέχεται ότι «δεν είναι εύκολο να δουλεύει με τον πατέρα του», χρησιμοποιώντας το μπουκέτο με τα λουλούδια που υπάρχει σε κάθε εστιατόριο, ως παράδειγμα. 

Beautiful summer flowers by #moysesstevens ? #miloslondon #londondining #elegant #finedining #bestseafood

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Estiatorio Milos (@estiatoriomilos) στις 8 Ιούν, 2018 στις 9:42 πμ PDT

 «Θέλει να κάνει μια δήλωση στους πελάτες του που μπαίνουν στα εστιατόρια με ένα τεράστιο μπουκέτο. Είναι ακριβό, κοστίζει 1.000 δολάρια το μπουκέτο, υπολογίστε αυτό επί 52 εβδομάδες το χρόνο. Ξέρετε πόσες γαρίδες πρέπει να πουλήσουμε για να πληρώσουμε για τα λουλούδια; Και τρελαίνεται αν τον αμφισβητήσουμε. Είναι όλα μονταρισμένα στο μυαλό του. ''Η' είσαι μαζί μου ή δεν είσαι''. "

Beautiful summer flowers by #moysesstevens ? #miloslondon #londondining #elegant #finedining #bestseafood

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Estiatorio Milos (@estiatoriomilos) στις 8 Ιούν, 2018 στις 9:42 πμ PDT

Ο David Samuels, ιδιοκτήτης της Blue Ribbon Fish Company, στη Νέα Υόρκη, θυμάται τις πρώτες μέρες του Milos στο Μόντρεαλ. 

Ο κ. Σπηλιάδης έκανε αρχικά το ταξίδι των 750 μιλίων από και προς την αγορά ψαριών Fulton με ένα Chevrolet Impala που δανειζόταν από έναν από τους σερβιτόρους του, μεταφέροντας αμερικανικά μετρητά στην τσέπη του. Τελικά, χρησιμοποίησε τόσο πολύ το εν λόγω αυτοκίνητο και έριξε τόσο πάγο πάνω στην ταπετσαρία του που αναγκάστηκε να το αγοράσει. 
Εκείνη την εποχή, ο πατέρας του κ. Samuels είχε έναν κανόνα: Ποτέ μην πουλάς σε εστιατόρια. Ήταν αναξιόπιστοι. Όταν ο κ. Σπηλιάδης προσέφερε μετρητά, άλλαξε γνώμη.

«Τότε πωλήσαμε τα ψάρια ανά 100στάδες», δηλώνει ο κ. Samuels. «Ο Κώστας ήθελε μεμονωμένα ψάρια. Συνήθως ένας αγοραστής θα κοιτάξει ένα κιβώτιο ψαριού, θα διαπραγματευτεί μια τιμή και θα θα πει «θα το πάρω». Όχι, όμως, ο Κώστας. Επρεπε να διαλέξει τα ψάρια ένας προς ένα». 

Μέχρι το τέλος του 1980, μετά από ένα χρόνο στην επιχείρηση, το εστιατόριο Milos ήταν γεμάτο κάθε βράδυ. Ο David Dangoor, ένας από τους πρώτους πελάτης, θυμάται: «Είχα πάει στα καλύτερα εστιατόρια του κόσμου και έπειτα ήρθα σε αυτή την τρύπα στο Μόντρεαλ -στενή είσοδος, άσχημες ξύλινες σανίδες, έμοιαζε σαν να μην είχε ενδιαφερθεί ποτέ κανείς να το διακοσμήσει - και έφαγα ένα από τα καλύτερα γεύματα της ζωής μου». 

Ο κ. Σπηλιάδης δυσκολεύτηκε να πιστέψει την επιτυχία του. «Ήταν μια Παρασκευή. Το εστιατόριο ήταν άδειο. Νόμιζα ότι η μαγεία τελείωσε. Πανικοβλήθηκα. Την επόμενη μέρα το είπα σε φίλους μου και μού είπαν: ''Ήταν οι εβραϊκές διακοπές, Yom Kippur. Πολλοί  από τους πελάτες μου ήταν Εβραίοι και ήταν νήστευαν ».

Αρχικά, το φαγητό στο Milos ήταν σπιτικό, το μενού περιοριζόταν σε επτά ή οκτώ είδη. Στη συνέχεια ξεκίνησε η ασυνήθιστη μαγειρική του εκπαίδευση. Τελειοποίησε την σπεσιαλιτέ του Milos, τηγανιτά κολοκυθάκια και μελιτζάνες, με τη βοήθεια ενός Έλληνα γιατρού που δούλευε σε νοσοκομείο του Μόντρεαλ. Το μυστικό; Το κουρκούτι έπρεπε να είναι τόσο λεπτό όσο το μείγμα αλευριού και νερού που χρησιμοποιούσαν για να φτιάξουν χαρταετούς στην Ελλάδα!

Milos Special - One of the signature dishes of Chef Costas Spiliadis #estiatoriomilos #costasspiliadis #ingredients #elegance

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Estiatorio Milos (@estiatoriomilos) στις 1 Φεβ, 2016 στις 5:54 πμ PST

Ένας κοσμηματοπώλης με καταγωγή από τον Πύρο, που είχε ένα κατάστημα δίπλα στο εστιατόριο, είπε στον κ. Σπηλιάδη «Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις ψάρι» και του έκανε μαθήματα. Ένας Εβραίος πελάτης, ο οποίος προερχόταν από μια γειτονιά της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, όπου ζούσαν Εβραίοι και Έλληνες, αναβάθμισε τις μπριζόλες του.

Με τη σειρά του, ο κ. Σπηλιάδης φρόντιζε για τους πελάτες του. Κάποιος που ερχόταν πέντε ημέρες την εβδομάδα για 25 χρόνια ζητούσε πάντα να κλείνει ο κλιματισμός. Όταν ο κ. Σπηλιάδης ανακαίνισε το εστιατόριο το 1987, μπλόκαρε το άνοιγμα πάνω από το τραπέζι όπου καθόταν ο συγκεκριμένος πελάτης του. 

Ο πιο κοντινός φίλος του από το χώρο,  στο Μόντρεαλ, ο Lenny Lighter, ο πρώην ιδιοκτήτης του steakhouse Moishe, άκουσε για το Milos και πήγε. «Από το τραπέζι μου θα μπορούσα να δω στην κουζίνα,» είπε ο κ. Lighter. «Ο Κώστας έπαιρνε ένα κουταλάκι έκοβε κάθε πεπόνι, το δοκίμαζε και το πετούσε στα σκουπίδια. Συνειδητοποίησα ότι ελέγχει όλα τα πεπόνια πριν τα χρησιμοποιήσει».

Ερωτηθείς αν ο κ. Σπηλιάδης είχε μαλακώσει όλα αυτά τα χρόνια, ο κ. Samuels,  γέλασε. «Γίνεται χειρότερος», λέει. «Δεν είναι από αλαζονεία. Είναι από την τεράστια πίεση που ασκεί στον εαυτό του. Το βλέπετε στους αθλητές. Ανεξάρτητα από το πόσες νίκες έχουν, υπάρχει ο φόβος αποτυχίας». 

Ο κ. Σαμουήλ είπε ότι αυτός και ο κ. Σπηλιάδης είναι σαν... γκόμενοι. 

«Κάθε 8 με10 χρόνια θα με ξεκόψει. Συνέβη τρεις ή τέσσερις φορές. Προσπαθώ να του μιλήσω. Λέει, ΄δεν θέλω να μιλήσω γι 'αυτό''. Τελικά επιστρέφει ».

Ερωτηθείς για την τρέχουσα κατάσταση της σχέσης τους, ο κ. Samuels απάντησε: «Είμαστε και πάλι ερωτευμένοι. Είναι ένας εξαιρετικός πελάτης. Πληρώνει τους λογαριασμούς του και είναι σεβαστός - από όλους, εκτός από τον εαυτό του».

Το σπίτι του κ. Σπηλιάδη βρίσκεται στο Μόντρεαλ, όπου ζει με τη σύζυγό του Ντίνα, αλλά έχει και ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, κοντά στο Carnegie Hall. «Περνάω από αυτό κάθε βράδυ», είπε για τη μουσική αίθουσα. «Βλέπω τις όμορφες συναυλίες, θέλω να πάω και ποτέ δεν το καταφέρνω». Το εστιατόριο Μilos στο Μαϊάμι: 

Σπάνια ξεκουράζεται. Έχει ανοίξει ο ίδιος κάθε εστιατόριο Milos (συμπεριλαμβανομένου και αυτό στη Νέα Υόρκη το 1997), παραμένοντας στα εστιατόρια για μήνες, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά μπορεί να είναι από το σπίτι του.

«Ο μεγαλύτερος εχθρός του κλάδου μας είναι το φαγητό να γίνει βιομηχανία», ανέφερε. «Η φιλοξενία και η εταιρική δομή είναι αντιφατικά πράγματα». 

Αντιμετωπίζοντας αυτή την αντίφαση, προσπαθεί να ενσταλάξει αυτό που ονομάζει «οικογενειακές αξίες» σε κάθε εστιατόριό του, αλλά παραδέχεται ότι έχει γίνει πιο δύσκολο καθώς η επιχείρησή  του μεγαλώνει. Η εταιρική δομή της Milos είναι λιτή αποτελείται από τον ίδιο και ακόμη έξι στελέχη. Σπάνια αναζητά συνεργάτες. Η Milos στο Λας Βέγκας, που χτίστηκε και βρίσκεται στο ξενοδοχείο Cosmopolitan, αποτελεί εξαίρεση. Το ξενοδοχείο μοιράζεται τα κέρδη, αλλά όλες οι αποφάσεις λειτουργίας εκτελούνται από τον κ. Σπηλιάδη - «ωρίς παρεμβολές», προσθέτει.

Είναι εκείνος που σταθερά και μόνος του εγγυάται τo brand Milos. «Μακάρι να μπορούσα», είπε με αναστεναγμό. "Δεν είναι λογικό να είσαι εμμονικός, αλλά αυτό είμαι εγώ. Δεν είμαι πάντα χαρούμενος για αυτό». 

Ο γιος του, ο Γιώργος, του ζητάει να επιβραδύνει. Και φυσικά δεν τον ακούει. «Προσπαθώ να του πω ότι είναι 72 ετών - αν ζήσει μέχρι τα 100, έχει 28 ακόμη χρόνια», λέει ο Γιώργος. «Δεν θέλεις να πάρεις το γιοτ σου και να ταξιδέψεις στη Μεσόγειο, από το να ξοδεύεις τη ζωή σου ανοίγοντας εστιατόρια;». 

Και η απάντηση: Ο κ. Σπηλιάδης δεν έχει ταξιδέψει στη Μεσόγειο με το σκάφος «Milos»  τα τελευταία δύο χρόνια.

«Οι αναμνήσεις μου μεγαλώνοντας για τον πατέρα μου ήταν ότι εργάστηκε πολύ, αλλά μας δίδαξε και τις βασικές αξίες: Δείπνο με την οικογένεια στις 6 μ.μ. με συζήτηση - και μόνο τότε θα έφευγε και θα πήγαινε πίσω στη δουλειά». 

«Είναι ένας σπουδαίος πατέρας και  παππούς», πρόσθεσε. "Όταν η γυναίκα μου ήταν έγκυος, πήγαινε στην Αγορά Jean-Talon (στο Μόντρεαλ) και ψώνιζε. Εάν έβρισκε ψητό χοιρινό και μαρούλι και σπαράγγια, θα έπαιρνε τόσα ώστε να τραφούν τέσσερις οικογένειες. Οταν βρίσκει καλό φαγητό παίρνει τεράστιες ποσότητες». 

Ο κ. Σπηλιάδης μιλά συχνά για τη λατρεία που έχει στα εγγόνια του, τρία από τον γιο του Γιώργο, τρία από την την κόρη του Ευρυδίκη. Μοιάζει μαγεμένος από τα εγγόνια του. Ολοι σημειώνουν πόσο διαφορετικός γίνεται όταν είναι μαζί του. 

Επίσης, λατρεύει τα Κύθηρα, ένα σκοτεινό και ειδυλλιακό νησί μεταξύ του Αιγαίου και του Ιονίου Πελάγους. «Εχω πάει σε εκατοντάδες μέρη, αλλά αυτό που ένιωσα εκεί δεν το είχα αισθανθεί ποτέ πριν», τονίζει. 

Έχει αγοράσει το ιστορικό κέντρο των Αρωνιάδικων, το ερειπωμένο χωριό κοντά στο κέντρο του νησιού, και σχεδιάζει να ανοίξει εκεί μια ακαδημία ελληνικής γαστρονομίας. Διαθέτει περίπου 20 κτίρια, τα μισά από τα οποία είναι ερείπια και δύο σπίτια. Ένα από αυτά τα περιγράφει ως «άνετο», το άλλο, 100 έως 200 ετών, ως «πρωτόγονο». 

Το πρωτόγονο σπίτι το κρατά για τον εαυτό του. «Προτιμώ να μένω σε αυτό με τα σκουλήκια και τους σκορπιούς». 

Το σπίτι είναι περίπου 300 τετραγωνικών πόδια, με ένα αμμώδες δάπεδο, μια μικρή κουζίνα, ένα τζάκι και μια σανίδα από κόντρα πλακέ που καλύπτει μια τρύπα όπου αποθηκεύεται ο μούστος. 

«Σε αυτό το μικρό δωμάτιο χώραγαν τα πάντα συμπεριλαμβανομένης μιας οικογένειας επτά ατόμων. Είναι μικρό. Δεν είναι όμορφο αλλά για εμένα είναι έργο τέχνης. Κοιμάμαι στο πάτωμα με πιτζάμες και κάλτσες για να με προστατευτώ από τα έντομα. Κοιμάμαι στο φόβο, αλλά κοιμάμαι καλύτερα από οπουδήποτε αλλού». 

Αυτή είναι η ουσία ενός ανθρώπου που σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του ως Έλληνα παρά σαν εστιάτορας. Κάποτε, πριν από χιλιάδες χρόνια, το μεγαλείο της Ελλάδας ήταν ασύγκριτο. Ο κ. Σπηλιάδης θέλει να βοηθήσει στην αποκατάσταση της εικόνας της χώρας του. 

Η αποστολή είναι σε εξέλιξη. Σχεδιάζει να διατηρήσει την ελληνική γαστρονομία μέσω της μαγειρικής του ακαδημίας, για να αποδείξει ότι τα εστιατόριά του μπορούν να σταθούν σταθερά κατά της εταιρικής κουλτούρας και για να φροντίσει για τα εγγόνια του. 

Ερωτηθείς αν και αυτά πρέπει  να είναι τέλεια, γέλασε με το εαυτό του. «Το καλό που τους θέλω». 

ΣΧΟΛΙΑ