Αιγυπτιακό δικαστήριο επέβαλε χθες ποινές επτά ετών κάθειρξης σε έξι πρόσωπα που κατηγορούνταν για τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου ενός Γάλλου υπηκόου το 2013, στο κρατητήριο ενός αστυνομικού τμήματος του Καΐρου.
Ο Ερίκ Λανγκ, 49 ετών, εκπαιδευτικός που ζούσε στο Κάιρο, είχε συλληφθεί από αστυνομικούς το 2013 διότι είχε παραβιάσει τη νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας που επιβαλλόταν, σύμφωνα με πηγές στις υπηρεσίες ασφαλείας. Ο Λανγκ ήταν μεθυσμένος και η αστυνομία τον έθεσε υπό κράτηση διότι δεν είχε πάνω του κανένα έγγραφο ταυτότητας και κατόπιν διαπίστωσε ότι δεν είχε έγκυρη άδεια παραμονής.
Οι έξι κατηγορούμενοι, συγκρατούμενοι του Λανγκ, φέρονται να τον είχαν ξυλοκοπήσει μέχρι θανάτου, κάτι το οποίο έχουν αμφισβητήσει τόσο η οικογένεια του θύματος όσο και συνήγοροι υπεράσπισης, που κατηγορούν την αστυνομία για την ανθρωποκτονία.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Φρανσουά Ολάντ είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια επίσημης επίσκεψής του στο Κάιρο τον περασμένο μήνα ότι έθεσε την υπόθεση Λανγκ αλλά και εκείνη του Ιταλού φοιτητή Τζούλιο Ρετζένι στη συνάντηση που είχε με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Άμπντελ Φάταχ αλ Σίσι και ζήτησε να επιταχυνθούν οι έρευνες.
Μετά τη σύλληψή του, ο Λανγκ, καθηγητής γαλλικών, είχε οδηγηθεί ενώπιον εισαγγελέα που είχε αποφασίσει να απελαθεί. Έξι ημέρες μετά τη σύλληψή του, κι ενώ κρατείτο σε αστυνομικό τμήμα της πρωτεύουσας της Αιγύπτου παρότι είχε δοθεί εντολή να αφεθεί ελεύθερος, ξυλοκοπήθηκε άγρια και βρέθηκε νεκρός. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τον ξυλοδαρμό του διέπραξαν οι έξι συγκρατούμενοί του.
Αλλά οι συνήγοροι υπεράσπισης, που λένε ότι θα ασκήσουν έφεση, αμφισβητούν την εκδοχή των αρχών. Τονίζουν ότι ο Λανγκ δεχόταν χτυπήματα με μια ράβδο επί έξι ώρες ωσότου εξέπνευσε, κάτι που τεκμηριώνει η νεκροψία-νεκροτομή, σύμφωνα με τους ίδιους, και δείχνει ότι αστυνομικοί ευθύνονταν για την ανθρωποκτονία ή συναίνεσαν σε αυτή.
Η μητέρα και η αδελφή του Λανγκ αμφισβητούν επίσης την επίσημη εκδοχή και έχουν προσφύγει στην αιγυπτιακή δικαιοσύνη εναντίον δύο αξιωματικών της αστυνομίας και του υπουργείου Εσωτερικών διότι «δεν προσέφεραν βοήθεια σε ένα πρόσωπο που βρισκόταν σε κίνδυνο», χωρίς αποτέλεσμα ως τώρα.
Αιγυπτιακές και διεθνείς οργανώσεις προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν την αιγυπτιακή αστυνομία ότι επιδίδεται συστηματικά σε βασανιστήρια και ευθύνεται για τους θανάτους πολλών κρατουμένων.
Η ετυμηγορία καταγράφεται εν μέσω της διπλωματικής διένεξης Ιταλίας-Αιγύπτου για την υπόθεση Ρετζένι, του φοιτητή που βρέθηκε δολοφονημένος με σημάδια από βασανιστήρια στην Αίγυπτο τον Φεβρουάριο, εννιά ημέρες μετά την εξαφάνισή του.
Αφού αρχικά έκανε λόγο περί τροχαίου, η αστυνομία κατηγόρησε κατόπιν μια συμμορία κακοποιών, αλλά δυτικοί διπλωμάτες και ο ιταλικός Τύπος θεωρούν πως ο Ρετζένι συνελήφθη και βασανίστηκε επί ημέρες από αστυνομικούς, κάτι που η αιγυπτιακή κυβέρνηση διαψεύδει κατηγορηματικά.
Η Ρώμη ανακάλεσε τον πρεσβευτή της στο Κάιρο, επικαλούμενη την έλλειψη συνεργασίας από μέρους των αιγυπτιακών αρχών και θεωρώντας ότι η δίωξη σε βάρος κακοποιών για τη δολοφονία Ρετζένι εντάσσεται σε μια προσπάθεια συγκάλυψης της υπόθεσης.