fbpx Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, πώς μια δημοσιογράφος πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, πώς μια δημοσιογράφος πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, πώς μια δημοσιογράφος πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας
12|10|2015 | 17:05

Είναι καλό ότι η Επιτροπή του Βραβείου Νόμπελ διαφώνησε τόσο πολύ με τη Σβετλάνα Αλεξίεβιτς ώστε αποφάσισε να της δώσει το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Σε ένα σύντομο μανιφέστο στην ιστοσελίδα της με τίτλο «Αντί βιογραφικού», η Αλεξίεβιτς υποστηρίζει ότι στην εποχή μας - «που οι άνθρωποι και ο κόσμος έχουν αποκτήσει τόσες διαφορετικές μορφές» - οι μαρτυρίες είναι ο καλύτερος τρόπος να απεικονίζεται η πραγματικότητα, ενώ «η τέχνη αποδεικνύεται συχνά αδύναμη». Εχοντας γράψει τα τελευταία 20 χρόνια, πέντε βιβλία που βασίζονται σε μαρτυρίες, η Αλεξίεβιτς επιμένει: «Η τέχνη απέτυχε να κατανοήσει πολλά πράγματα γύρω από τους ανθρώπους».
Η Αλεξίεβιτς, βλέπετε, είναι ρεπόρτερ. Ξεκίνησε γράφοντας σε εφημερίδες στην πατρίδα της, τη Λευκορωσία, και τα βιβλία της στηρίζονται σε εκατοντάδες συνεντεύξεις, αποτελώντας μια υβριδική μορφή ρεπορτάζ και προφορικής ιστορίας. Η γυναίκα αυτή δεν είναι όμως μια απλή καταγραφέας φωνών και ιστοριών. Μετατρέπει τις έρευνές της για τη σοβιετική και μετασοβιετική ζωή σε επικά κείμενα, εξίσου οικουμενικά με τις ελληνικές τραγωδίες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η δουλειά της καθιστά άνευ νοήματος τη διάκριση μεταξύ μαρτυριών και τέχνης, έγινε η πρώτη δημοσιογράφος πλήρους απασχόλησης που κερδίζει το Νόμπελ λογοτεχνίας.
Το να θεωρήσει κανείς πως η βράβευση της Αλεξίεβιτς αποτελεί όψιμη αναγνώριση του ρεπορτάζ ως μιας μορφής ισότιμης με τη λογοτεχνία, την ποίηση και τη γραφή θεατρικών έργων υποτιμά τη δύναμη των άλλων αυτών μορφών. Η Αλεξίεβιτς έχει δηλώσει ότι αν ζούσε τον 19ο αιώνα, θα ήταν σίγουρα συγγραφέας, αλλά ότι τη σημερινή εποχή αισθάνεται πως η λογοτεχνία είναι ανεπαρκής. Πριν από δέκα χρόνια, είχε πει σε ένα πάνελ στη Νέα Υόρκη: «Θέλω να θυμίσω τον μεγάλο Τσέχωφ και το θεατρικό του έργο «Οι Τρεις Αδελφές». Ο βασικός χαρακτήρας στο έργο αυτό λέει ξανά και ξανά: «Η ζωή τώρα είναι άθλια, αλλά σε εκατό χρόνια, σε εκατό χρόνια, πόσο όμορφα θα είναι όλα!». Και τι έχει συμβεί εκατό χρόνια αργότερα; Έχουμε το Τσερνόμπιλ. Έχουμε την κατάρρευση των Δίδυμων Πύργων. Αυτά που έχουμε ζήσει υπερβαίνουν όχι μόνο τις γνώσεις μας, αλλά και τη φαντασία μας».
Ακούγοντας την Αλεξίεβιτς, θυμήθηκα τον Φίλιπ Ροθ, ο οποίος έγραψε το 1960 για την αδυναμία του λογοτέχνη να ανταγωνιστεί την επικαιρότητα: «Ο Αμερικανός συγγραφέας στα μέσα του εικοστού αιώνα προσπαθεί να καταλάβει, να περιγράψει και στη συνέχεια να καταστήσει πιστευτή την αμερικανική πραγματικότητα. Η επικαιρότητα ξεπερνά διαρκώς το ταλέντο μας και ο πολιτισμός παράγει καθημερινά πράγματα τα οποία θα ζήλευε οποιοσδήποτε συγγραφέας».
Σε αυτές τις σκέψεις, η Αλεξίεβιτς αντέταξε: «Και γιατί να τα ζηλεύει;» Αμέσως μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, πήγε στην περιοχή του πυρηνικού εργοστασίου και συνάντησε δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες δημοσιογράφους. Κατάλαβε τότε ότι τα βιβλία των δημοσιογράφων αυτών θα εκδίδονταν γρήγορα, οπότε το δικό της έπρεπε να πάρει χρόνια. Στην πραγματικότητα, για το βιβλίο «Φωνές από το Τσερνόμπιλ» χρειάστηκε μια δεκαετία. Γιατί; Επειδή, όπως έγραψε ο Ροθ, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τι τον αναστατώνει την ώρα που τον αναστατώνει. «Τις πρώτες επτά ημέρες μετά την καταστροφή» έγραψε η Αλεξίεβιτς, «οι μέλισσες δεν βγήκαν από τα μελίσσια και τα σκουλήκια έμειναν κάτω από το χώμα. Τα μικρότερα πλάσματα του πλανήτη κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Ενώ εμείς τι κάναμε; Είδαμε τηλεόραση, ακούσαμε τον Γκορμπατσόφ και είδαμε ποδόσφαιρο. Ούτε εμείς που εργαζόμαστε στον χώρο του πολιτισμού ήμασταν προετοιμασμένοι. Δεν ξέραμε πώς να πούμε στον κόσμο τι συνέβαινε, και οι άνθρωποι δεν ήξεραν καν πώς να μιλήσουν μεταξύ τους γι' αυτό».
Στη δουλειά της, η Αλεξίεβιτς έμαθε πώς να μας διηγείται αυτά που συμβαίνουν. Και το έκανε περιμένοντας, με το μαγνητόφωνό της ανοιχτό και τα μάτια και τα αυτιά της ανοιχτά, μέχρις ότου οι άνθρωποι που ήθελε να ακούσει τις ιστορίες τους να βρουν τον τρόπο να τις πουν. Ή, όπως το έθεσε η ίδια, μέχρις ότου «όλοι όσοι ήταν αναμιγμένοι να γίνουν φιλόσοφοι, αφού δεν υπήρχε τίποτα στο παρελθόν του ανθρώπου που να μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση». Και μόνο από αυτή την παρατήρηση καταλαβαίνει κανείς γιατί η Αλεξίεβιτς είναι μια σπουδαία χρονικογράφος και μια σπουδαία καλλιτέχνις.
(Πηγή: The New Yorker) από το ΑΠΕ-ΜΠΕ.
 

 

ΣΧΟΛΙΑ