Από τον ήρωα των κόμικς Captain America, μέχρι το The Guard και το ελληνικό DOS Μια Iστορία Aγάπης Aπό την Aνάποδη, αυτή η εβδομάδα έχει από όλα. Έχει και δύο επανεκδόσεις...
O Πρώτος Εκδικητής - Captain America (Captain America-The First Avenger)
Ο Joe Johnston είναι ένας από τους καλούς μαθητές του Spielberg. Δεν γνωρίζει όλα τα μυστικά του δασκάλου (βασικά, την βάση περνάει), αλλά ξέρει από στρωτή σκηνοθεσία και δεν φαλτσάρει εύκολα. Έτσι κι εδώ, πετυχαίνει να παράγει διασκέδαση που δεν προσβάλει κανέναν. Ακόμα και το αναγκαστικά προπαγανδιστικό ίματζ του Captain America προσπερνιέται, αφού αντίπαλοι είναι οι Γερμανοί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Johnston εξαργυρώνει, ίσως και για αυτό να επιλέχτηκε, την εμπειρία του από το Οι Περιπέτειες του Rocketeer (1991) και προσαρμόζει σε εκείνη την λογική την σύγχρονη τεχνολογία, αντί να κάνει το αντίθετο και, φυσιολογικά, να πνιγεί. Αυτός ο συνδυασμός νοσταλγικού pulp με την ψηφιακή εποχή είναι που αφήνει τις θετικές εντυπώσεις.
Η ταινία κόβεται σε δύο μέρη. Το προ «σούπερ» και το μετά. Παραδόξως, το πρώτο είναι που τραβάει συναισθηματικά τον θεατή κι ας μοιάζει αναγκαία αγγαρεία για να συστηθεί ο ήρωας. Το δεύτερο μέρος έχει όλη την δράση και σε αυτό ο Johnston παρασύρεται λιγάκι με την κάμερα, χωρίς να κάνει την μεγάλη ζημιά. Από τον Chris Evans δεν ευελπιστούσα κάτι καλύτερο, πόσο μάλλον που είναι αρκετά συμπαθητικός στο πρώτο μέρος. Θέαμα, λοιπόν, υπάρχει, καλή γραφή υπάρχει (από τεχνικής κι ερμηνευτικής πλευράς), ουσία και νόημα δεν θα απαντήσετε (κάτι το μάλλον προμηνυόμενο), και γενικά θα περάσετε καλά. Η απώτερη δουλειά του φιλμ δεν ήταν άλλη από το να συμπληρώσει με αίσιο τρόπο τους κινηματογραφικούς Εκδικητές, ένα σχέδιο στο οποίο στηρίζει πολλά η Marvel. Και τα καταφέρνει.
Βαθμολογία: 2.5/5 / Σταύρος Γανωτής (cine.gr)Εκτός Νόμου και Χρόνου (The Guard)
Η πρώτη σινεφίλ έκπληξη της νέας σεζόν λέγεται «Εκτός νόμου και χρόνου» («The guard», ΗΠΑ/ Αγγλία, 2011) και σκηνοθετήθηκε από τον Τζον Μάικλ Μακ Ντόνα, αδελφό του σκηνοθέτη - θεατρικού συγγραφέα Mάρτιν Μακ Ντόνα που είχε γυρίσει την εξίσου απολαυστική (και παρόμοιου χιούμορ) «Αποστολή στην Μπριζ». Ολη η ιστορία της ταινίας περιστρέφεται γύρω από την εκκεντρική προσωπικότητα ενός χωροφύλακα σε παραθαλάσσια πόλη της Ιρλανδίας όπου υποτίθεται είναι το πέρασμα εμπορίας ναρκωτικών. Ο Μπόιλ, τον οποίο υποδύεται σε φοβερή ρέντα ο Μπρένταν Γκλίσον, βρίσκεται στον δικό του κόσμο. Κάνει διαρκώς και για τα πάντα πλάκα, δεν δίνει δεκάρα για το τι λένε πίσω από την πλάτη του και μη έχοντας τίποτε να κρύψει δεν φοβάται να πει την αλήθεια ακόμα και όταν κινδυνεύει να παρεξηγηθεί ανεπανόρθωτα. «Ασφαλώς και είμαι ρατσιστής – ο ρατσισμός είναι μέρος της κουλτούρας μου» λέει στον... μαύρο Αμερικανό πράκτορα του FBI (Ντον Τσιντλ) που συνεργάζεται μαζί του για την υπόθεση. «Δεν ξέρω αν είσαι πραγματικά βλάκας ή πραγματικά πανέξυπνος» του λέει κάποια στιγμή εκείνος εκφράζοντας τη σκέψη που όλοι κάνουν για τον Μπόιλ. Διανθισμένο από παράξενα περιστατικά και εξίσου παράξενους β' ρόλους, το φιλμ σε κερδίζει με τη χαλαρότητα αλλά και τη ζεστασιά του. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια ταινία του Τζιμ Τζάρμους, το ίδιο καλή.
Βαθμολογία: 3/ 5 / Γιάννης Ζουμπουλάκης (tovima.gr)
Post Mortem
Χιλή, τις βδομάδες πριν και μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ. Δυο γείτονες. Εκείνη, η Νάνσυ, μονίμως σκυθρωπή, σαν ζοχαδιασμένη με όλα, σαν μουντζωμένη, ξεπεσμένη αρτίστα του καμπαρέ που απολύεται και μέλος αριστερής ομάδας. Εκείνος, ο Μάριο, μονίμως σκυθρωπός, ανέκφραστος σαν ζόμπι, σαν μουντζωμένος, καρμίρης δημόσιος υπάλληλος, γραφιάς στο νεκροτομείο. Την αγαπά, την θέλει, την προσεγγίζει, εκείνη απλά τον περιεργάζεται με βαθύτατη αδιαφορία, αλλά του προσφέρει ένα βράδυ το κορμί της. Το πραξικόπημα γίνεται εκτός πλάνων, βλέπουμε τις εκατόμβες πτωμάτων που μαζεύονται στο νεκροτομείο, παρακολουθούμε την νεκροψία του Αλιέντε, ενώ ο Μάριο ανακαλύπτει την Νάνσυ που κρύβεται σε μια εσοχή μιας αλάνας σκουπιδότοπου. Της προμηθεύει τρόφιμα αλλά κάποια στιγμή ανακαλύπτει ότι στην εσοχή κρύβεται και ένας γκόμενος από την αριστερή της ομάδα – μάλιστα, τους τσακώνει γυμνούς... Οπότε... Ότι το δράμα μια χώρας περιγράφεται πολύ εύστοχα μέσα από μια καταθλιπτική, μακάβρια φωτογραφία και πλανοθεσία σε άδειους δρόμους, άθλιους εσωτερικούς χώρους και διαδρόμους με σωρούς από πτώματα δεν το αμφισβητώ. Τόσο πένθιμο περιβάλλον σπάνια βλέπεις. Αλλά τι δουλειά έχει η ύπαρξη δυο , ούτως ή άλλως, εξαθλιωμένων χαρακτήρων (οι τελικές τους συμπεριφορές είναι σιχαμένες) και προ του πραξικοπήματος; Τι αντιπροσωπεύουν; Τον Χιλιανό λαό σε καμία περίπτωση! Φοβάμαι ότι αδίκως κατηγορώ τον Τρίερ για μισανθρωπία. Ο Πάμπλο Λαρέν τού βάζει τα γυαλιά. Αρνούμαι να ψάξω για μαύρο χιούμορ ή για οποιοδήποτε συμβολισμό. Και τι είναι αυτό που κάνει τους φεστιβαλιστές να δίνουν σημασία (την όποια μικρή σημασία) σε ένα τέτοιο έργο; Η γνωστή συνταγή «τέχνης»: στατικά και ελλειπτικά πλάνα, αργοί ρυθμοί, μελαγχολική διάθεση κ.λπ. Ναι, επιμελημένο κατασκεύασμα, αλλά ποιο το ζουμί; Αντί οι ήρωες να είναι πηδάλια για να εκφραστεί το χουντικό δράμα, αυτό το ίδιο γίνεται πρόφαση για να περιγραφούν δυο άθλιες ψυχές, ανεξάρτητα από τα ιστορικά δεδομένα.
Βαθμολογία: 1.5/5 / Χάρης Καλογερόπουλος (cine.gr)Θα Έρθει η Μέρα και για Εμάς ( Notre Jour Viendra)
Το «Θα έρθει η μέρα και για εμάς» («Notre jour viendra», Γαλλία, 2010) – σκηνοθετικό ντεμπούτο στη μεγάλου μήκους δημιουργία του Ρομέν Γαβρά, (γιος του Κώστα Γαβρά) – έχει τεράστια δύναμη ως ταινία και την ίδια ώρα σε τρομάζει με την απερίγραπτη οργή που απ' ό,τι φαίνεται κοχλάζει μέσα στο μυαλό του δημιουργού του. Το φιλμ παρακολουθεί τα «κατορθώματα» ενός αλλόκοτου ντουέτου περιθωριακών που περιπλανώνται με προορισμό το πουθενά στη Γαλλία αφήνοντας πίσω τους (κυριολεκτικά) συντρίμμια.
Ο μεγαλύτερος (Βενσάν Κασέλ) είναι το μυαλό της παρέας. Μιλάει διαρκώς, αμφισβητεί τα πάντα και δεν κάνει τίποτε στην πράξη. Θυμίζει πρώην ακτιβιστή της Αριστεράς που έχει μεταμορφωθεί σε τελειωμένο κυνικό και είναι ρατσιστής ως το κόκαλο. Αντιθέτως, ο νεότερος που τον ακολουθεί (Ολιβιέ Μπαρτολομί) δεν σκέφτεται ιδιαίτερα αλλά μπορεί να πατήσει τη σκανδάλη έτσι για πλάκα.
Οι τραγικο-γκροτέσκες περιπέτειές τους σε μια Γαλλία κινηματογραφημένη σαν ένα τεράστιο κάτεργο πλάθουν ένα χρονικό του παραλόγου που μιλά για μια εποχή χωρίς αξίες, χωρίς ντροπή και τίγκα στην οργή και την ανάγκη για βίαιο ξέσπασμα άνευ λόγου. Κατά κάποιον τρόπο το φιλμ είναι μια προέκταση του βίντεο κλιπ Stress των Justice που γύρισε ο Ρομέν Γαβράς το 2007, προκαλώντας σάλο στη Γαλλία με τις ακραίες σκηνές βίας στους δρόμους από τα μέλη μιας αληθινής συμμορίας εφήβων ταραχοποιών. Με τίποτε πάντως δεν περνά απαρατήρητο.
Βαθμολογία: 3/ 5 / Γιάννης Ζουμπουλάκης (tovima.gr)Άγιος με το Ζόρι (Salvation Boulevard)
Του 'φυγε. Εδώ έχουμε μια ταινία, η οποία μέσα στο πρώτο μισάωρο σε προδιαθέτει για κάτι το αληθινά εξαιρετικό. Βασικά, για μιας πρώτης τάξεως σάτιρα. Μιλάει για την αφέλεια του μέσου Αμερικανού και μιλάει στα ίσια. Δεν είναι, όμως, αυτό το πρώτο συστατικό που μας έχει κερδίσει άμεσα με το έργο. Είναι η καλή σύμπτυξη δραματικών στοιχείων που δίνουν οντότητα στη σάτιρα. Μαζί με αυτό, απολαμβάνεις ένα εξαιρετικό all-star καστ που σπάνια έχεις την ευκαιρία να παρακολουθήσεις σε μια χαμηλών τόνων ταινία. Κι ενώ όλα πάνε ρολόι, κάτι αρχίζει σιγά-σιγά να σπάει. Σε αυτό το σημείο είναι που θυμάσαι το όνομα του σκηνοθέτη κι όλα μπαίνουν στη λογική τους ευθεία...
Ο Ratliff ξεχνάει τους λόγους που ξεκίνησε να κάνει το φιλμ κι αρχίζει να παρασέρνεται σε ένα σεναριακό μπάχαλο, που θυμίζει ακόμα και Κάνονμπωλ (θυμάστε, εκείνο το μπάχαλο του 1976). Η κωμωδία έχει γίνει φάρσα και η φάρσα μεταλλάσσεται σε ανέκδοτο. Μαζί, παρασέρνονται όλοι οι ηθοποιοί και γίνονται ήρωες αυτού του ανεκδότου. Πόσο μάλλον το σατιρικό στοιχείο που φαντάζει πλέον άκυρο, από την στιγμή που το εξωφρενικό δεν είναι ικανό να σατιρίσει κανέναν. Ρίχνοντας τις απαιτήσεις σας, μπορείτε να το δείτε ως μια απλή μαύρη κωμωδία και φοβάμαι πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να το εκτιμήσετε. Και είχε τόσο καλό υλικό...
Βαθμολογία: 1/5 / Σταύρος Γανωτής (cine.gr)DOS Μια Iστορία Aγάπης Aπό την Aνάποδη
Είναι σχεδόν αδύνατον να περιγράψεις τι ακριβώς συμβαίνει στο «DOS Μια ιστορία αγάπης από την ανάποδη» (Ελλάδα, 2011), έναν λαβύρινθο όμορφων, καλοφωτογραφημένων εικόνων που όμως καταλήγουν σε ένα αλαλούμ πουθενά. Κάπου υπάρχουν δύο ερωτικές ιστορίες, μία Ισπανών και μία Ελλήνων. Ονόματα όπως Απόλλων, Υπόλυτος, Αριάδνη και Φαίδρα παραπέμπουν στην Αρχαία Ελλάδα. Φόντο η σύγχρονη Βαρκελώνη και η Αθήνα (έτσι δικαιολογείται και ο τίτλος Dos – δηλαδή «δύο» στα ισπανικά). Αδιέξοδοι έρωτες, άτσαλοι χωρισμοί, λέξεις που κρέμονται στον αέρα, κραυγές, φωνές και διάλογοι όπως «σήμερα δεν είναι προχθές» - «και τι είναι σήμερα;» Ωραία η ρήση του Ζαν Λικ Γκοντάρ «όλες οι ταινίες μου έχουν αρχή μέση και τέλος – όχι όμως απαραιτήτως με αυτήν την σειρά». Αν ήταν τόσο εύκολο όμως, όλοι θα είχαν γίνει Γκοντάρ. Σε σκηνοθεσία Στάθη Αθανασίου (από τον οποίο περιμένουμε κάτι καλύτερο), με τους Μαρίνα Καλογήρου, Νταβίντ Φερνάντεζ Φαμπού, Σταύρο Γιαγκούλη, Γιώργο Καραμίχο.
Βαθμολογία: 1/ 5 / Γιάννης Ζουμπουλάκης (tovima.gr)The Children's Hour (Οι Ψίθυροι)
Οι δασκάλες Κάρεν (Όντρεϊ Χέπμπορν) και Μάρθα (Σίρλει ΜακΛέιν) διευθύνουν ένα ιδιωτικό σχολείο θηλέων ενώ η Κάρεν ετοιμάζεται να παντρευτεί τον γιατρό Τζο Κάρντιν (Τζέιμς Γκάρνερ), ανιψιό της πλούσιας κυρίας Τίλφορντ, μια επίσης ανιψιά της οποίας, η Μαίρη, ένα άδηλα διαταραγμένο και μοχθηρό κορίτσι, είναι μαθήτρια σε αυτό το σχολείο. Η Μάρθα φοβάται μήπως ο επικείμενος γάμος τής φίλης και συνεταίρου της θέσει σε κίνδυνο τη δουλειά τους. Μέσα από κουτσομπολιά των μαθητριών και μέσα από σχόλια μια θείας τη Μάρθας που ζει συνεργάζεται μαζί τους, τα σημάδια δυσανασχέτησης όπως και συμφιλίωσης των δυο γυναικών γίνονται όπλο για την μικρή Μαίρη να τις συκοφαντήσει στη θεία της για «αφύσικη» σχέση. Το σκάνδαλο ξεσπά, το σχολείο διαλύεται και όλοι έχουν να κουβαλήσουν τον σταυρό τους.
Θεατρικό έργο της Λίλιαν Χέλμαν που ανέβηκε στο σανίδι το 1934 και που δυο χρόνια μετά ο Γουίλιαμ Γουάιλερ μετέφερε στην οθόνη με τίτλο These Three (Σκιές που Περνούν), αντικαθιστώντας, εξαιτίας του ηθικού κώδικα του Χόλιγουντ, το λεσβιακό θέμα με κλασσικό ετεροφυλοφιλικό τρίγωνο. Όταν η λογοκρισία έγινε πιο χαλαρή, το 1961 το ξαναγύρισε με τον αυθεντικό τίτλο, αποκαθιστώντας τον αληθινό πυρήνα της ιστορίας.
Κλασικό δράμα της ακαδημαϊκής σχολής, προσεκτικά γραμμένο ως σενάριο από τον Τζον Μάικλ Χέις και σκηνοθετημένο από τον Γουάιλερ ώστε οι χαρακτήρες να αποκτούν όλες τις πιθανές διαστάσεις και εις βάθος. Μπορεί ο προβληματισμός σήμερα να είναι ξεπερασμένος, αλλά τρία θέματα παραμένουν επίκαιρα. Το ένα είναι το πώς μια λασπολογία μπορεί να σε πετάξει στο περιθώριο, με την κοινωνία διψασμένη για προκατάληψη. Το άλλο αφορά στην λανθάνουσα ομοφυλοφιλία που μπορεί, ακριβώς γιατί δεν παύει να είναι ταμπού (ακόμη και σήμερα) να ελλοχεύει ασυνείδητα για μεγάλο διάστημα – έως και μια ολόκληρη ζωή. Το τρίτο έχει να κάνει με την εξουσία. Η κατηγορία ξεκίνησε από το στόμα της ισχυρής κυρίας της πόλης και η δυνατότητα να αλλάξει η κοινή γνώμη και να αποκατασταθεί η τιμή των γυναικών, προέρχεται και πάλι από αυτήν. Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλα πιο λεπτά σημεία που θίγονται όπως το θέμα της εμπιστοσύνης από μεριάς του Τζο, όπως και της επιβίωσης της φιλίας παρά τις αποκαλύψεις – μιας επιβίωσης που φτάνει ως την απόλυτη θυσία. Στο τελευταίο πλάνο, η Κάρεν φεύγοντας, παρά την τραγωδία που βίωσε, κοιτάζει μπροστά της με μια άλλη δύναμη και θέληση την ζωή. Κάτι την δυνάμωσε αντί να την συντρίψει. Ίσως γιατί κατάλαβε την σχετικότητα των κοινωνικών πραγμάτων. Γιατί θα ξεκινήσει απ την αρχή τη ζωή της χωρίς να δεσμεύεται από -και να σέβεται- ότι δεν αξίζει. Νομίζω ότι είναι το πιο τολμηρό σημείο του φιλμ. Πυκνή αφήγηση που παραλείπει καθετί αυτονόητο και άψογες ερμηνείες – όχι μελοδραματικές – από όλους.
Βαθμολογία: 3.5/5 / Χάρης Καλογερόπουλος (cine.gr)Le Dernier Metro (Το Τελευταίο Μετρό)
Είναι αλήθεια ότι ο τίτλος προδιαθέτει για μια ακόμη δακρύβρεχτη ερωτική ιστορία. Ευτυχώς οι προσδοκίες μας διαψεύδονται, αυτή ακριβώς η σκηνή του αποχωρισμού σε ένα βαγόνι μετρό που ίσως όλοι φανταστήκατε δεν υπάρχει διόλου. Ο τίτλος απλούστατα αναφέρεται στην απαγόρευση της κυκλοφορίας στους δρόμους του Παρισιού μετά από συγκεκριμένη ώρα κατά τη Γερμανική κατοχή, πράγμα που οδηγούσε στη βιασύνη των πολιτών να προλάβουν το τελευταίο μετρό, ειδάλλως, κλάφτα Χαράλαμπε.
Η ταινία είναι μια από τις καλύτερες που έχω δει τελευταία (για φαντάσου, περιμένουμε κάποιες επαναπροβολές, μήπως και δούμε σινεμά) παρόλο που ομολογουμένως δεν έχει καμιά ιδιαίτερη καινοτομία. Είναι κλασική στο ύφος και στο θέμα της, κλασική στη διαπραγμάτευση και στην κινηματογράφηση, χωρίς αυτό να την κάνει βαρετή ή παρωχημένη. Κάθε άλλο. Αναδίδει σίγουρα τον αέρα του Truffaut, αλλά πιο μετρημένα και υπόγεια, είναι τελικά μια ταινία που ασχολείται με την αστική τάξη, για την αστική τάξη. Που δεν βροντοφωνάζει «αλλαγή», παρά παίζει με τις λεπτότερες αποχρώσεις των ανθρώπινων συναισθημάτων και των ενεργειών τους. Δε στηρίζεται δηλαδή στη διαφορετική παρουσίαση του υλικού, ακολουθεί μόνο πιστά την πεπατημένη με πολλή καλαισθησία και σφρίγος, σας διαβεβαιώ.
Η Catherine Deneuve ξανθομαλλούσα και χαμηλοβλεπούσα, είναι η γυναίκα ενός εβραίο-πολωνού θεατρώνη που έχει φύγει για να αποφύγει τη σύλληψη από τους Γερμανούς και την έχει αφήσει αντικαταστάτη του. Μόνη της προσπαθεί να βρει ηθοποιούς, να πάρει έγκριση από τη λογοκρισία, να οργανώσει εντέλει τα πάντα για μια νέα παράσταση που θα ανέβει σύμφωνα με τη διδασκαλία του άντρα της, στηριζόμενη σε σημειώσεις που έχει αφήσει καταπόδι του. Δεν τα καταφέρνει άσχημα, ειδικά αν σκεφτούμε ότι για την ίδια είναι διπλός ο κόπος, μια και έχει κάθε μέρα σχεδόν ειδική αποστολή στο υπόγειο... Ως συμπρωταγωνιστής της στο έργο επιλέγεται ο Gerard Depardieu που έχει θριαμβεύσει την προηγούμενη σαιζόν σε άλλο θέατρο και είναι περιζήτητος. Εκτός απ' αυτό είναι και φανατικός κορτάκιας, καθώς και παθιασμένο μέλος της Αντίστασης. Οι πρωταγωνιστές στεφανώνονται από ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών, ενός σκηνοθέτη, μιας υπεύθυνης κοστουμιών για να φτάσουν το στόχο τους. Στην προσπάθειά τους βέβαια μπλέκουν σε ιστορίες με μαυραγορίτες, με πουλημένους δημοσιογράφους, με χαφιέδες που απαιτούν πάση θυσία να δουν το υπόγειο...
Το ειδύλλιο των δύο (καλά το καταλάβατε, φυσικά και υπάρχει ειδύλλιο) πλέκεται τόσο αμυδρά και αργά, που ίσως να σας ξαφνιάσει όταν βγαίνει στο φως. Οι δυσκολίες πάντως ξεπερνιούνται καθώς οι Γερμανοί οδεύουν προς τη βέβαιη ήττα τους και η ελευθερία κινήσεων αποκαθίσταται. Κινήσεων είπα; Ελευθερία ηθών και καταπιεσμένων επιλογών που οδηγούν σε απρόσμενες λύσεις το πρωταγωνιστικό ζεύγος. Και ζήσαμε εμείς καλά...
Η ταινία παρόλη τη φανερή αφηγηματική ροή της, δε χάνει την ευκαιρία να παρεμβάλλει εδώ κι εκεί κομμάτια ντοκυμενταρίστικης αισθητικής που εξηγούν την απαγόρευση κυκλοφορίας, τις τακτικές των Γερμανών, την εξέλιξη του πολέμου και διάφορα τέτοια. Η φωνή του αφηγητή έχει εδώ τον πρώτο λόγο, και η ταινία καταλήγει να είναι όντως ένα bedtime story για όλους μας. Προς το τέλος ο αφηγητής μας λέει τι απέγινε κάθε χαρακτήρας της ταινίας και μας αφήνει. Το κλείσιμο είναι εντελώς θεατρικό, με τους ηθοποιούς να καταχειροκροτούνται, να υποκλίνονται και την αυλαία να πέφτει.
Οι ερμηνείες είναι πολύ καλές και εξαιρετικά δεμένες μεταξύ τους. Αυτή η χημεία μεταξύ ηθοποιών δυστυχώς δεν είναι πολύ συχνό φαινόμενο. Η σκηνοθεσία φαίνεται ότι προέρχεται από χέρια δασκάλου, η απρόσκοπτη ροή και η σφιχτή πλοκή δεν προδίδεται ούτε λεπτό. Επιτέλους, μια ταινία στην οποία δεν πρόλαβα να βαρεθώ! Αυτό αποτελεί εγγύηση, πιστέψτε με, γιατί δεν είναι και μικρή ταινία. 131 ολόκληρα λεπτά. Πάντως η ταινία πήρε 10 Cesar, αν αυτό σας πείθει περισσότερο. Ένα μάλιστα για τη μουσική του Georges Delerue, που όντως δεν περνάει απαρατήρητη. Τι κάθεστε; Τρέξτε να τη δείτε!
Βαθμολογία: 7.5/10 / Στέλλα Παρασχά (cine.gr)