fbpx THEATRALE: Aννα Βίσση – Αντώνης Ρέμος: «Eνα ή Κανένα» -Oταν ο έρωτας γίνεται «Starlight Express»… [video] | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΣΤΗ ΜΙΖΕΡΙΑ

THEATRALE: Aννα Βίσση – Αντώνης Ρέμος: «Eνα ή Κανένα» -Oταν ο έρωτας γίνεται «Starlight Express»… [video]

THEATRALE: Aννα Βίσση – Αντώνης Ρέμος: «Eνα ή Κανένα» -Oταν ο έρωτας γίνεται «St
23|12|2013 | 19:52
THEATRALE: Aννα Βίσση – Αντώνης Ρέμος: «Eνα ή Κανένα» -Oταν ο έρωτας γίνεται «St

...και τα «μπουζούκια» ανακαλύπτουν τη θεατρική τους ούτως ή άλλως φύση. Ο Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος πείθεται να ερωτευτεί, αρκεί να του κάνει σκηνικό ο Παντελιδάκης και κατάσταση ο Κακλέας.

Aνήκω σε αυτή τη γενιά και αυτό το γκρουπ ανθρώπων που τους πήρε αρκετό καιρό μέχρι να απενοχοποιηθούν απέναντι σε πράγματα, καταστάσεις, φωνές, εικόνες που πάντα γούσταραν αλλά η δικτατορία των «ποιοτικών» θεωρούσε πως ήταν κάτι σαν θανάσιμο αμάρτημα. Μέσα από μία λογική του «έντεχνου» οργουελικού παραλόγου που έλεγε ότι δεν μπορείς να ακούς π.χ. Χατζιδάκη – Θεοδωράκη και να ακούς και Άννα Βίσση. Η ίδια η Βίσση που έχει τραγουδήσει Θεοδωράκη αλλά μετά προτίμησε να κάνει τις διαδρομές που εκείνη επιθυμούσε, φαντάζομαι το ξέρει καλύτερα από μένα. Με την κλασσική ατάκα: «Μα τι κρίμα, τέτοια φωνάρα και να πέσει στον Καρβέλα».

Χμ, ναι, οκ. Για να βάλουμε μερικά πράγματα στη θέση τους και κυρίως για να κλείσω εγώ μέσα μου αυτό το κεφάλαιο που αρκετά με βασάνισε και αρκετές χαρές μου στέρησε. Είναι τουλάχιστον ανόητο, να θεωρείται κλασσικό ένα τραγούδι με το στίχο «Σαν παρθένα, ναι, ναι, σαν το πρώτο άγγιγμα, σαν παρθέεεεενα» κι όχι το «12». Δε συγκρίνω τη Madonna με τη Βίσση, δεν συγκρίνω κανέναν με κανέναν και επίσης μου αρέσει πολύ το «Σαν παρθέεεεενα». Δηλαδή το «Like a Virgin». Απλώς αναρωτιέμαι τι θα είχε να ακούσει ο έρμος ο Καρβέλας, αν είχε βάλει την Άννα να τραγουδήσει κάτι τέτοιο. Και για να τελειώνουμε, το «12» είναι ένα κλασσικό πλέον και υπέροχο ελληνικό τραγούδι. Δεν το χρησιμοποιώ τυχαία σαν παράδειγμα. Όπως και η Βίσση δεν το χρησιμοποίησε τυχαία σαν τίτλο του υπερεπιτυχημένου της μεταμεσονύχτιου πάρτι, δυο χρόνια πριν, στο Rex. To «12» καταργεί αυτόν τον διαχωρισμό ανάμεσα στο «ακριβό έντεχνο» και το «φτηνό εμπορικό». Όπως και εκείνη η παράσταση, στο Rex, ήταν το πρώτο βήμα για να ξεχάσουμε τα «μπουζούκια» όπως τα ξέρουμε.

Ένα βήμα που φέτος απογειώνεται (δεν γράφω ολοκληρώνεται γιατί θεωρώ ακόμα πως πρόκειται για «work in progress») με τη μουσικοθεατρική παράσταση που σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας. «Ένα ή Κανένα». Με τους Άννα Βίσση, Αντώνη Ρέμο και ένα εξαιρετικό επιτελείο χορευτών, τραγουδιστών, στο «Pantheon Theater». Η απόλυτη απάντηση στους φυματικούς διαχωρισμούς μεταξύ "έντεχνου" και "εμπορικού". Ένα σκηνογραφικό μουσικοθεατρικό υπερθέαμα (κυριολεκτικά όμως) χωρίς τσιγάρα, λουλούδια και μεθυσμενάκια, που αποδεικνύει πως αν πιάσεις το pop, την καψούρα και το μπουζούκι αλλιώς, με ρίσκο απέναντι στο (μη εκπαιδευμένο ακόμα) κοινό σου, μπορείς να ανακαλύψεις με τη σωστή ενορχήστρωση και ορχήστρα: 1) τη μελωδία πίσω από το χιτάκι, 2) την ερμηνεία πίσω από τον περιορισμό της πίστας και 3) το πάθος χωρίς το photoshop της εφήμερης κατανάλωσης. Δυο "εμπορικοί" ερμηνευτές, στην καλύτερη τους στιγμή, αποκαθηλώνουν ταμπέλες και προσφέρουν ατόφια απόλαυση. Και σόρι, αλλά ο Καρβέλας εδώ δικαιώνεται. Με πολλές από τις επιτυχίες του, ενορχηστρωμένες χωρίς την εκβιαστική απαίτηση του «νινανάι γιάβουρουμ» που απαιτεί το μπουζουξίδικο για να μερακλώσει ο πελάτης, να επιστρέφουν στη συνθετική τους βάση, αναδεικνύοντας την ουσία τους, το χυμό τους.

Θες ένα παράδειγμα; Το «Τραύμα» δεν ήταν ποτέ μου από τα αγαπημένα μου τραγούδια τους. Μου 'κανε πολύ τσιφτελέ για τα κολοβά μου αυτιά (ασχέτως που κάθε φορά που το έπαιζε ένα μπαρ, ξεγοφιαζόμουνα σαν λατέρνα να το χορεύω). Αν ακούσεις το «Τραύμα» στην παράσταση, κι έχεις μιλήσει αρνητικά γι αυτό όπως εγώ έχω κάνει, δε θα πιστεύεις πόσο μαλάκας ήσουν. Όπως και το «Νάιλον» που εδώ μετατρέπεται σε ambient. Aν ακούσεις την Άννα σε αυτή εδώ την παράσταση, θα καταλάβεις πόσο (μολονότι το διασκέδαζε και μια χαρά το έκανε και φυσικά δεν το μετανιώνει) φωνητικά «υπέφερε» σε άλλους χώρους. Στο «Pantheon» την ανακάλυψα ξανά σαν φωνή και σαν πάθος και σαν θεατρική παρουσία. Μακριά από τον τσίγκινο ήχο του cd ή το έβδομο ποτήρι βότκας (για μένα μιλάω) σε ένα άλλο μαγαζί. Καθαρή πια. Παλλόμενη και αθώα. Αθώα όχι όπως μούγκλαβο. Αθώα σαν μια περσόνα που έχει περάσει από τα πάντα, έχει ερωτευτεί με λύσσα, έχει θυμώσει, έχει γοητεύσει, έχει απογοητεύσει, και μεγαλώνοντας σε ηλικία αποφάσισε να επανεφεύρει τον εαυτό της. Προσοχή: Όχι να τον επανεφεύρει παρτσακλά. Δηλαδή παίζοντας τη σέξι μεγαλομπεμπέκα ή με μαλλί δεκαήμερης επίσκεψης στο κομμωτήριο. Να τον επανεφεύρει σαν ματιά, άποψη, στάση, σεμνότητα και ουσιαστικό αυτή τη φορά glamour. Χωρίς να ακυρώνει το παρελθόν της, απλά λέγοντας, «αλλάζουμε κεφάλαιο». Χωρίς επίσης να πηγαίνει στο άλλο άκρο, το «δήθεν», το «απαρνιέμαι το μεγάλο θέαμα και το παίζω ταπεινή με ένα ακορντεόν σε μια μπουάτ». Θα ήταν αστείο.

Τον Αντώνη Ρέμο, δεν τον έχω ξαναδεί ζωντανά για να συγκρίνω. Κατάλαβα όμως γιατί είναι τόσο αγαπητός. Έχει μια δωρική, στιβαρή και ταυτόχρονα αντρίκια φιλική, σκηνική παρουσία, που σου εξαγνίζει την καψούρα μετατρέποντάς την σε κέφι. Αυτή την λέξη που χρησιμοποιούμε οι Έλληνες και δεν μεταφράζεται, όταν ξορκίζουμε το κακό, τον πόνο, με γλέντι. Είναι ζηλευτά τίμιος ο Αντώνης στη σκηνή. Τόσο που του δημιουργεί πρόβλημα ίσως κάποιες φορές. Εννοώ, πως τουλάχιστον μέχρι τη δεύτερη μέρα που παιζόταν η παράσταση σε μια κατάμεστη αίθουσα, αισθανόταν ακόμα λίγο αμήχανα ανάμεσα στη θεατρικότητα του εγχειρήματος και την εμπειρία του από την πίστα. Δε φταίει μόνο αυτός βέβαια σε αυτό. Αλλά και το κοινό που καλείται να εκπαιδευτεί σε μια άλλου τύπου, πιο σεβαστική προσέγγιση απέναντι στα είδωλά του, και προς το παρόν, αισθάνεται λίγο άβολα να κάθεται σε μια καρέκλα χωρίς να πετάει γαρύφαλλα και να ντουμανιάζει τον κόσμο με τσιγάρα. Είναι ένα κοινό υπό εκπαίδευση που η Άννα και ο Αντώνης πήραν χοντρό ρίσκο απέναντι στις μέχρι τώρα συνήθειές του. Και ο επιχειρηματίας του μαγαζιού ίσως πιο πολύ από όλους εφ' όσον έριξε χοντρό φράγκο που φιλοδοξεί να το πάρει από εισιτήρια κι όχι από καλαθούνες με λουλουδικά και μποτίλιες. Παρ' όλο που για τους «αμετανόητους», υπάρχουν αρκετά, υπέροχα στημένα σεπαρέ περιμετρικά της αίθουσας στα οποία μπορούν να παραγγείλουν ποτό.

Σε μια παράσταση, που σε προσκαλεί και σε προκαλεί, να την ακολουθήσεις σαν θεατρικό ταξίδι κι όχι σαν μερακλαντάν μεταμεσονύχτια εκτόνωση. Κάτι ανάμεσα σε μιούζικαλ και ultra glamorous κονσέρτο από μεγάλες φίρμες στο Λας Βέγκας. Δεν υπερβάλλω. Γνωρίζω τι και πόσο εύκολα μπορεί να βαφτιστεί υπερθέαμα και τι είναι όντως υπερθέαμα. Αυτά που έχει στήσει ο Μανώλης Παντελιδάκης στην τεράστια σκηνή του εντυπωσιακού, ανακαινισμένου «Pantheon», κάνουν τους «Δαίμονες» να φαίνονται παραγωγή περιοδείας. Μέχρι το διάλλειμα του πρώτου μέρους, ο αμφιβληστροειδής σου χρειάζεται επανόρθωση. Το concept είναι απλό, συναισθηματικά παλλόμενο και οπτικά εκρηκτικό. Η Άννα και ο Αντώνης, τραγουδάνε για τον έρωτα και τις σχέσεις, μέσα από τις επιτυχημένες αλλά και τις πιο προσωπικές στιγμές του ρεπερτορίου τους. Τον έρωτα που σε βουλιάζει και σε ξαναγεννάει. Που σε χαρακώνει ενώ εσύ γελάς κοροϊδευτικά. Που σε καθηλώνει δέσμιο ή σε απελευθερώνει και σε ταξιδεύει. Αυτή είναι η ιδέα της παράστασης. Το ταξίδι. Από ένα μικροαστικό σαλόνι σε μια πολυκατοικία με διαμερίσματα γεμάτα ανθρώπους αντιμέτωπους με τον έρωτα (σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά, τριώροφα σκηνικά της παράστασης, που αποτελείται από διαμερίσματα). Από την αμαρτία του λιμανιού και του μεθυσμένου πόθου, στην υπέρβαση ενός δάσους με μεταλλαγμένα ξωτικά που μοιάζουν να έχουν βγει από ηλεκτρονικό παιχνίδι. Από το σταθμό του τρένου και την αγωνία του αποχαιρετισμού, στην μαγική υπέρβαση μιας κινηματογραφικής αίθουσας. Εκεί που πίσω από τους εραστές, ζωντανεύει ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Ψαλιδοχέρης, η Μέριλιν, ο Σέρλοκ Χολμς, η Catwoman. Όλα αυτά και πολλά άλλα, είναι αλλαγές σκηνικών και κοστουμιών που συμβαίνουν στη σκηνή και τα βλέπεις ζαλισμένος. Με έναν ασύλληπτο σχεδιασμό φωτισμών από τον Γιώργο Τέλο που αποτελεί (ο φωτισμός) σκηνικό από μόνος του τόσο συμπαγής που είναι. Σαν να είσαι σε αστρόπλοιο αισθάνεσαι. Κι ένα μπαλέτο από την Chali Jennings που με την κομιξάδικη (όσον αφορά στο στιλιζάρισμα) εμπειρία του Γιάννη Κακλέα στο σκηνοθετικό στήσιμο, λειτουργεί θεατρικά, «υπογραμμίζοντας» τα συναισθήματα.

Φυσικά και έχω αντιρρήσεις. Η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο μέρος, μοιάζει λίγο σαν την Κατεχάκη σε μποτιλιάρισμα. Στο πρώτο μέρος έχεις δει τα πάντα. Με κορυφαία για μένα στιγμή, την εμφάνιση της Άννας σε ένα απίστευτο σκηνικό για τη «Μεθυσμένη Πολιτεία». Στο δεύτερο, ξαφνικά η άποψη είναι «πάμε σε λιτότητα εντυπωσιασμού κι επικέντρωση στο συναίσθημα». Ναι, δεκτό. Αλλά εφ' όσον μιλάμε για μουσικό θέατρο προκύπτει anticlimax. Πώς να μην περιμένω κάτι ακόμα πιο θεαματικό μετά από τόσα ζαχαρωτά που έφαγα στην αρχή; Γιατί το μπαλέτο απουσιάζει μυστηριωδώς; Και μήπως ο Ρέμος πρέπει να εξετάσει λίγο ξανά την επιλογή των τραγουδιών του στο δεύτερο solo του; Η θεατρική πλευρά της παράστασης, υποστηρίζεται μεν από το αισθητικό μέρος, χάνει λάδια όμως, σαν θεατρικό θέαμα εννοώ, από την απουσία ενός πιο ισχυρού συνδετικού ιστού όσον αφορά στους δύο πρωταγωνιστές και το γιατί τραγουδάνε αυτά που τραγουδάνε. Υπάρχουν δυο τρεις στιγμές αμήχανης πρόζας από τον υπόλοιπο θίασο που όμως όχι απλά δεν βοηθάει την κατάσταση, αλλά την εκθέτει. Ή πρέπει να αναπτυχθεί αυτή η πρόζα και να αποτελέσει βατήρα και ελεγκτή ροής ή να κοπεί εντελώς γιατί είναι κοινότυπη και βαρετή. Και δεν βοηθάει το ξεμπλοκάρισμα του αμάθητου ακόμα σε τέτοιο είδος παράστασης, θεατή που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει. Σαν θεατής παράστασης, ή σαν καθηλωμένος θαμώνας πίστας που ακούει σουξέ; Το ρεπερτόριο της Βίσση και η θεατρική της εμπειρία, αποτελεί βατήρα για να κάνει αυτό που κάνει όπως το κάνει και το κάνει υπέροχα. Δηλαδή αυτοφλεγόμενη από πάθος μεν, εξαιρετικά στιλάτη κι ερωτική σαν φιγούρα αλλά και συγκρατημένη όπως πρέπει βάσει της σκηνικής σύμβασης δε. Το ρεπερτόριο του Ρέμου, κατά τι πιο αρσενικά εσωστρεφές, δεν βοηθάει σε αυτό. Και μολονότι η μεταξύ τους χημεία υπάρχει (σε εξέλιξη εφ' όσον ακόμα είμαστε στην αρχή) ίσως στα πλαίσια του μουσικού θεάτρου που κάνουν, να χρειαζόντουσαν σαν συνδετικές γέφυρες και μερικά τραγούδια άλλων, πέρα από την προσωπική τους δισκογραφία.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι καλύτερες στιγμές τους σαν ντουέτο, είναι το πολύ όμορφο «Ένα ή Κανένα» (που γράφτηκε για την παράσταση και είναι μια από τις πιο ώριμες στιγμές του Καρβέλα), το κομμάτι που ο ένας λέει τραγούδια του άλλου και φυσικά το 20λεπτο φινάλε – πάρτι, που καλούν τον κόσμο να σηκωθεί και να χορέψει μαζί τους, ενώ οι ίδιοι αλωνίζουν τη σκηνή φωτεινά χαμογελαστοί από την αγάπη, το χορό και το χειροκρότημα των θεατών. Ακολουθώντας σοφά την τακτική των πιο φρέσκων, ποπ - ροκ μιούζικαλ του εξωτερικού που καταλήγουν πάντα σε πάρτι. Όμως πρέπει να θυμούνται, ότι με το ένα πόδι μόνο η Βίσση είναι η Βίσση κι ο Ρέμος ο Ρέμος. Με το άλλο πόδι, υποδύονται δύο ρόλους. Ενός ζευγαριού που τραγουδάει ο κάθε ένας τη δική του άποψη. Αυτό το κομμάτι είναι που μου έλειψε περισσότερο.

Μου έλειψε; Εντάξει μωρέ, στρίντζα κακιασμένος κριτικός είμαι, να μην γράψω και αντιρρήσεις; Γιατί αν δεν τις έγραφα κινδύνευα να παραληρήσω (φαίνεται κι όλας από το πόσες λέξεις έχω γράψει και δεν σταματάω) από ενθουσιασμό. Παρά τις όποιες ατέλειες βρήκα, ή πιέστηκα να βρω, εγώ προσωπικά, τέτοια χαρά και «φεύγα» σε τρίωρη ελληνική μουσική παράσταση δεν την έχω ξαναζήσει. Συναίσθημα, εικόνες, δουλειά, ρίσκο, φαντασία, επαγγελματισμός, σεβασμός απέναντι στον θεατή, σεβασμός από τον θεατή απέναντι στους συντελεστές. Με έναν άντρα και μια γυναίκα στο κέντρο της σκηνής, όσο κι αν ακόμα έχουν τους δισταγμούς τους, να βλέπεις ότι χαίρονται σαν παιδιά που είπανε «αν είναι να κάνουμε μια ζαβολιά, θα την κάνουμε τόσο θεαματικά, σαν έκρηξη, με τόσο πείσμα και με τέτοια εφηβική άγνοια κινδύνου, που μόνο ένας μίζερος θα θέλει να μας βρίσει». Γιατί αυτό είναι πάνω από όλα το «Ένα η Κανένα». Το απόλυτο μουσικοθεατρικό αντίδοτο, στη μιζέρια. Μια οπτικοακουστική εμπειρία ευγενών προθέσεων και άγριας καύσης, που σε αναγκάζει να τσεκάρεις τις βενζίνες σου και να θες να επιστρέψεις στο «Pantheon» το συντομότερο δυνατό για ανεφοδιασμό.

*«ΕΝΑ Ή ΚΑΝΕΝΑ». Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας. Με τους: Άννα Βίσση, Αντώνη Ρέμο. Στο «PANTHEON THEATER» (Πειραιώς 166, Γκάζι, τηλ: 2103471111, www.athenspantheon.com ). Εισιτήρια: Από 15 – 50 ευρώ.

** ακολουθήστε τον ΤΑΖ στο www.facebook.com/tazthebuzz ή στο www.twitter.com/klarinabourana . Kάντε LIKE στην επίσημη σελίδα του fb www.facebook.com/SigaikaProductions για να μαθαίνετε όσα χρειάζεστε, προκειμένου να καίτε τον εγκέφαλο (των άλλων) ή επικοινωνήστε με το terra_gelida@hotmail.com για μέιλ και υποθέσεις προσωπικής εκδίκηση.

ΣΧΟΛΙΑ