fbpx CINETROLL: Γιατί ο «Μοναχικός Καβαλάρης» είναι μία από τις πιο ακριβές και μεγάλες αποτυχίες της Disney | ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ | iefimerida.gr
×
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΤΡΕΝΟ ΧΩΡΙΣ ΦΡΕΝΑ, ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΚΙ ΟΔΗΓΟ

CINETROLL: Γιατί ο «Μοναχικός Καβαλάρης» είναι μία από τις πιο ακριβές και μεγάλες αποτυχίες της Disney

CINETROLL: Γιατί ο «Μοναχικός Καβαλάρης» είναι μία από τις πιο ακριβές και μεγάλ
07|07|2013 | 19:49
CINETROLL: Γιατί ο «Μοναχικός Καβαλάρης» είναι μία από τις πιο ακριβές και μεγάλ

Kαι γιατί Έλληνες κριτικοί αποθέωσαν μια ταινία, που η πλειοψηφία της αγγλόφωνης κριτικής, έθαψε ανελέητα; Ο Τάσος (ΤΑΖ) Θεοδωρόπουλος αναρωτιέται, προσπαθώντας να μη φοράει μάσκα όπως ο ήρωας της ταινίας. Και κάποιοι άλλοι.

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ / THE LONE RANGER

Βαθμολογία: 4 / 10

Οι περισσότεροι από τους πλούσιους και διάσημους που χτίζουν γυφτομπαρόκ πανάκριβα εξοχικά «ανάκτορα» με παράνομες διευθετήσεις, στους βράχους της Μυκόνου, πάσχουν ακριβώς από το ίδιο σύνδρομο που πάσχει και ο «Μοναχικός Καβαλάρης». Προσπαθούν να συνδυάσουν τις Βερσαλλίες με τα Ζαγοροχώρια και τις αναμνήσεις τους από το Λας Βέγκας με την νησιώτικη αρχιτεκτονική μέσα στο ίδιο σπίτι. Για να «δείχνει» πόσα λεφτά ξοδεύτηκαν για να φτιαχτεί και ταυτόχρονα να έχει άποψη. Ή αυτό που εκείνοι πιστεύουν ότι είναι άποψη και θα εντυπωσιάσει τους καλεσμένους τους. Που μόνο άποψη δεν έχει, γιατί που να χωρέσει η άποψη όταν έχεις κάνει την Άρτα και τα Γιάννενα καζίνο με φόντο το Αιγαίο;

Αυτό ακριβώς συνέβη και με το «Μοναχικό Καβαλάρη». Τη νέα προσπάθεια της ομάδας πίσω από τους «Πειρατές της Καραϊβικής» να δημιουργήσουν ένα νέο επικερδές franchise και φυσικά ακόμα ένα θεματικό λούνα πάρκ στα πάρκα της Disneyland. Τζέρι Μπρουκχάιμερ και στούντιο της Disney για την φλασάτη παραγωγή με το πιο ακριβό κόστος από τα blockbuster του καλοκαιριού, που φημολογείται ότι φτάνει τα 250 εκ. δολάρια. Γκορ Βερμπίνσκι ο σκηνοθέτης (που είχε κάνει και την τριλογία των «Πειρατών»). Τζόνι Ντεπ ο πρωταγωνιστής. Σε μια κοπιαρισμένη παραλλαγή του ρόλου του στους «Πειρατές», απλά με ρόλο καλού και κουλό μέικ απ. Η ιδέα η ίδια και στην ουσία κλεμμένη από τον Στίβεν Σπίλμπεργκ και τον Τζορτζ Λούκας με τους «Ιντιάνα Τζόουνς». Μόνο που αγάπη μου δυστυχώς, Σπίλμπέργκ είναι μόνο ένας. Ποια είναι αυτή η ιδέα; «Τι κάναμε με τους «Πειρατές» όσον αφορά τα πειρατικά b movies από τα χρόνια της αθωότητας μας, αλλά με κόστος blockbuster? To ίδιο θα κάνουμε εδώ με τα γουέστερν». Πάνω κάτω δηλαδή αυτό που έκανε ο Σπιλμπ με τα εξωτικά περιπετειώδη κινηματογραφικά σίριαλ της δεκαετίας του 40, τα οποία αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία του «Ιντιάνα Τζόουνς».

Μόνο που δεν είναι κάθε μέρα του Άη Γιαννιού. Κι αυτό είχε ήδη φανεί από τις συνέχειες των «Πειρατών». Εν προκειμένω, για πρώτη ύλη, ο Μπρουκχάιμερ και η Disney επέλεξαν έναν θρυλικό ήρωα της αμερικάνικης pop κουλτούρας, τον μασκοφόρο καουμπόι «Lone Ranger» που πρωτοεμφανίστηκε με τη μορφή ραδιοφωνικού σίριαλ το 1933. Η μεγάλη του επιτυχία οδήγησε σε μια σειρά βιβλίων και κόμικ ενώ από το 1949 ως το 1957 οι περιπέτειες του μεταφέρθηκαν με το ίδιο σουξέ στην τηλεόραση.

Ένας ξεπερασμένος από όλες τις απόψεις για το σημερινό κοινό ήρωας, σε ένα κλασσικό, αλλά επίσης δύσκολο για το σημερινό κινηματογραφικό κοινό, είδος, αυτό του ουέστερν. Και ειδικά του κωμικού ουέστερν (για να θυμηθούμε πριν από μερικά χρόνια την παταγώδη αποτυχία του «Wild Wild West»). Oι δημιουργοί αποφάσισαν να ρισκάρουν, και να ρισκάρουν χοντρά γυρίζοντας την ταινία σε αυθεντικούς φυσικούς χώρους και όχι σε στούντιο, οι οποίοι ομολογουμένως αστράφτουν στο φακό του Βερμπίσνκι. Όμως μια επένδυση τόσων εκατομμυρίων θέλει και τα σιγουράκια της από πίσω, το δίχτυ ασφαλείας της, που εν προκειμένω ήταν ουσιαστικά ο Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του ινδιάνου Τόντο. Δυστυχώς αυτό το δίχτυ ασφαλείας δεν περιορίστηκε μόνο εκεί. Επεκτάθηκε και στο στήσιμο, την «άποψη» της ταινίας, με αποτέλεσμα ένα από τα πιο προβληματικά ως προς την ταυτότητα τους και χιλιομπαλωμένα σενάρια που έχω δει εδώ και καιρό.

Από τη μία βρίθει έξυπνων ρεβιζιονιστικών ιδεών πάνω στο είδος που επισκέπτεται, και τολμηρών, αναρχικών για mainstream blockbuster, ιδεολογικών τοποθετήσεων πάνω στο στήσιμο του θαύματος της σύγχρονης Αμερικής μέσα από τους σιδηροδρόμους και την διαφθορά του μεγάλου κεφαλαίου. Προσπαθεί να είναι ενήλικο, με αρκετή βία για ταινία παραγωγή της Disney και ταυτόχρονα ρομαντικά και έξυπνα σινεφιλικό. Με το εύρημα ενός γέρου Τόντο που δεν ξέρουμε αν ζει ή αν είναι δημιούργημα της φαντασίας ενός πιτσιρικά ο οποίος επισκέπτεται ένα μουσείο εκθεμάτων της Άγριας Δύσης το 1933. Μέσα από την αφήγηση αυτού του Ινδιάνου θα βρεθούμε στο 1860 με έναν τρόπο που δε σταματά να μας υπενθυμίζει ότι όλα αυτά που βλέπουμε είναι σινεμά, μεγέθυνση της πραγματικότητας και δεν χρειάζεται να εξηγούνται. Κάτι που επισημαίνεται όταν σε καίριες στιγμές ο πιτσιρικάς επισημαίνει στον γέρο Τόντο κάποιες ασάφειες της διήγησης του, όπως, «ναι, αλλά δεν μου είπες που βρήκατε τον δυναμίτη» χωρίς να παίρνει απάντηση.

Από κει και πέρα, το πώς όλα τα παραπάνω συνδέονται με το καθαρό fan της υπόθεσης είναι και όλο το πρόβλημα που σου δημιουργεί τη σχιζοφρενική αίσθηση του ότι βλέπεις δύο ταινίες τη μία μπλεγμένη μέσα στην άλλη. Μια παραπάνω από ότι χρειάζεται μπερδεμένη πλοκή τραβηγμένη σε κουραστική διάρκεια δυόμισι ωρών στην οποία δεν υπάρχουν β χαρακτήρες. Ειδικά οι γυναικείοι, είναι στα όρια του ανύπαρκτου με την Ελένα Μπόναμ Κάρτερ να κάνει μόνο τρεις πεντάλεπτες εμφανίσεις άσχετες με τη βασική πλοκή και την βασική συμπρωταγωνίστρια, Ρουθ Ουίλσον, «αόρατη». Δραματικά φλας μπας και αποκαλύψεις μπλέκονται άγαρμπα με κακογραμμένα αστείες κωμικές σκηνές για το χαρακτήρα του Τζόνι Ντεπ που μοιάζει σαν κάτι ανάμεσα σε κακό μιμητή του Μπάστερ Κίτον και σε «ξύλινη» απομίμηση της φρεσκάδας του Τζακ Σπάροου. Ο πρωταγωνιστής Άρμι Χάμερ βρίσκεται χαμένος στο διάστημα, προσπαθώντας να καταλάβει πόσο ενήλικη ή παιδική είναι η περσόνα που υποδύεται και η ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί. Η αναρχική διάθεση, μπλέκεται με την πολιτική ορθότητα για την εξόντωση των Ινδιάνων, και ο χαβαλές με τα σκηνοθετικά κόλπα του Βερμπίνσκι και το λυρικό πλανάρισμα της άγριας φύσης.

Αφήνοντας στη μνήμη μόνο τις καταιγιστικές σκηνές δράσης, που κι αυτές όμως μοιάζουν επαναλαμβανόμενες εφ' όσον κατά κύριο λόγο εξελίσσονται μόνο πάνω σε τρένα εν κινήσει. Με πιο εντυπωσιακά ενορχηστρωμένη αυτή του φινάλε, πάνω στο κλασσικό θριαμβευτικό φινάλε της οβερτούρας του Γουλιέλμου Τέλλου από τον Ροσίνι που ήταν το σήμα κατατεθέν και της τηλεοπτικής σειράς, εδώ διασκευασμένο εξαιρετικά από τον Χανς Ζίμερ. Που κι αυτή όμως η σκηνή, παρά την τεχνική της εξελάνς πέφτει θύμα της αμετροέπειας του Βερμπίνσκι και κουράζει με οπτική σύγχυση στην ταχύτητα της, προσπαθώντας να μιμηθεί τη ρυθμολογία ανάλογων σκηνών του Σπίλμπεργκ χωρίς όμως να διαθέτει την καθαρότητα της ματιάς του Σπιλμπ.

Όχι τυχαία μετά από όλα αυτά, η ταινία βαθμολογήθηκε με ένα πολύ χαμηλό 3,7 / 10 μέσο όρο από τους αγγλόφωνους κριτικούς στο metacritic ένα ακόμα πιο θλιβερό 2,4 / 10 από το rottentomatoes ενώ σύμφωνα και με τις τελευταίες αναλύσεις που διαβάζω αυτή τη στιγμή που γράφω το άρθρο, έκανε ένα πολύ χαμηλό σε σχέση με τις προσδοκίες εισπρακτικό άνοιγμα με» ταβάνι» τα 50 εκ. δολάρια, το οποίο δεν είναι ικανό στην εξέλιξη του τις επόμενες εβδομάδες να αποσβέσει το κόστος της ταινίας.

Γεγονός που μας φέρνει στο αρχικό ερώτημα: Το τι είδαν κάποιοι έλληνες κριτικοί αποθεώνοντας μια ταινία που έχει κατοχυρωθεί ως αποτυχία. Κατ' αρχάς είδαν μια άλλη ταινία. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και ξετρελάθηκαν με τον ρεβιζιονισμό και τις αναρχομαρξιστικές λοξές ματιές του σεναρίου, αγνοώντας παντελώς το αν αυτές συνάδουν με το υπόλοιπο οικοδόμημα που τελικά μοιάζει σαν γυφτομπαρόκ ανάκτορο του Φαρ Ουέστ μέσα στην υπερβολή του, την απουσία κατεύθυνσης και το κόστος του. Παλιά αρρώστια αυτή στην ελληνική κριτική, η αποθέωση δηλαδή ενός πράγματος μόνο και μόνο επειδή είναι «προοδευτική» η ματιά του. Αντιμετωπίζοντας το σινεμά σαν μάθημα ιδεολογικής κατεύθυνσης κομματικής οργάνωσης βάσης. Και φυσικά χάνοντας όλη την ουσία.

Η οποία εν προκειμένω είναι πως ο «Μοναχικός Καβαλάρης» είναι ένα αδικαιολόγητα ακριβό, wanna be έπος, χωρίς οδηγό στο τιμόνι, σαν τα τρένα που κυνηγιούνται στη διάρκεια του. Δεν πρόκειται να περάσεις άσχημα, αν δεν έχεις μεγάλες απαιτήσεις. Αυτό είναι σίγουρο. Όμως αν δεν έχεις μεγάλες απαιτήσεις, για πρωτοκλασάτη ψυχαγωγία από μια ταινία τέτοιου όγκου παραγωγής και ταλέντων που ανακατεύονται στην παραγωγή της, τότε από πού πρέπει να έχεις;

*** ακολουθήστε τον ΤΑΖ στο www.facebook.com/tazthebuzz ή στο www.twitter.com/klarinabourana. Κάντε LIKE στην επίσημη σελίδα του fb www.facebook.com/SigaikaProductions για να μαθαίνετε όσα χρειάζεστε, προκειμένου να καίτε τον εγκέφαλο (των άλλων) ή επικοινωνήστε με το terra_gelida@hotmail.com για μέιλ και υποθέσεις προσωπικής εκδίκησης.

ΣΧΟΛΙΑ