Η Αμερική ξύπνησε με τον ίδιο πρόεδρο αλλά με διαφορετικούς πολιτικούς συσχετισμούς.
Η κατάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας από τους Δημοκρατικούς μετατρέπει τη δεύτερη διετία του Ντόναλντ Τραμπ σε δοκιμασία εξουσίας. Ένας πρόεδρος που έχει συνηθίσει να επιβάλλει την ατζέντα του θα βρεθεί απέναντι σε ένα Κογκρέσο με τη δυνατότητα να τον ελέγχει, να εμποδίζει πρωτοβουλίες του και να απαιτεί ανταλλάγματα. Οι ανατροπές στο Τέξας και στο Κάνσας αποτυπώνουν το μέγεθος του πολιτικού σεισμού.
Το κεντρικό ρήγμα ήταν η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στην καθημερινότητα. Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί οικονομική ανακούφιση και αποφυγή νέων πολέμων. Βρέθηκε να υπερασπίζεται μια Αμερική αντιμέτωπη με την ακρίβεια και έναν πόλεμο στο Ιράν.
Η οικονομία και η εξωτερική πολιτική συναντήθηκαν στην αντλία της βενζίνης. Ο πόλεμος έπαψε να είναι μια μακρινή υπόθεση στρατηγικής και έγινε μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Ξεκίνησε η αναζήτηση εξηγήσεων και ενόχων
Στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η αναζήτηση εξηγήσεων άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα με την αναζήτηση ενόχων. Ο Τραμπ δήλωσε ότι περίμενε καλύτερη επίδοση, αλλά απέδωσε ευθύνες στους υποψηφίους και επικαλέστηκε την απουσία του από το ψηφοδέλτιο. Αναγνώρισε, επίσης, το βάρος των υψηλών τιμών των καυσίμων εξαιτίας του πολέμου.
Η αντίφαση είναι εμφανής: Προεκλογικά ζητούσε από τους οπαδούς του να ψηφίσουν σαν να ήταν ο ίδιος υποψήφιος, και μετεκλογικά επιχείρησε να αποσυνδέσει το αποτέλεσμα από το πρόσωπό του. Παράλληλα, δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τους Δημοκρατικούς, υπενθυμίζοντας όμως τη δυνατότητα του βέτο.
Η ουσιαστική διαμάχη αφορά, πλέον, τη διάγνωση της ήττας. Εάν θεωρηθεί πρόβλημα επικοινωνίας και κινητοποίησης, η απάντηση θα είναι περισσότερος τραμπισμός. Εάν αναγνωριστεί ως απόρριψη συγκεκριμένων επιλογών, θα ανοίξει χώρος για αλλαγή πορείας.
Σε ανάλυση της Washington Post, Ρεπουμπλικανοί να αμφισβητούν σε ιδιωτικές συζητήσεις κομβικές στρατηγικές επιλογές του Τραμπ. Το ερώτημα είναι πόσοι θα μεταφέρουν αυτή την αμφισβήτηση στο δημόσιο πεδίο.
Εδώ αρχίζει και η μάχη της διαδοχής.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς απέδωσε ευθέως την ήττα στον πόλεμο του Ιράν. Για τον ίδιο, το δίλημμα είναι το εξής:
Από τη μία χρειάζεται την τραμπική βάση για να διεκδικήσει την ηγεσία, αλλά και μια πειστική απάντηση προς τους ψηφοφόρους που μόλις την εγκατέλειψαν.
Ο Μάρκο Ρούμπιο, μετά την ομιλία στην Πνύκα, ο δημοφιλής Ρον Ντε Σάντις και ο ισχυρός Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής από το Τέξας, Τεντ Κρουζ -που ήταν υποψήφιος για το προεδρικό χρίσμα το 2016-, περιλαμβάνονταν ήδη στην προεκλογική συζήτηση για την επόμενη ημέρα των Ρεπουμπλικανών. Η νέα συνθήκη, ωστόσο, αλλάζει το περιεχόμενο της κούρσας: Οι επίδοξοι διάδοχοι θα πρέπει να εξηγήσουν πώς θα διατηρήσουν τη δυναμική του κινήματος χωρίς να αναπαράγουν τις επιλογές που οδήγησαν στην αποδοκιμασία του.
Προσδοκίες στους Δημοκρατικούς μετά τη νίκη
Για τους Δημοκρατικούς, η νίκη φέρνει εξουσία και προσδοκίες. Η εύλογη πολιτική ανάγνωση είναι ότι οι ψηφοφόροι ζητούν αποτελέσματα και όρια στην προεδρική εξουσία.
Εάν η νέα πλειοψηφία εξαντλήσει την ενέργειά της στη σύγκρουση, χωρίς χειροπιαστή πρόταση για την καθημερινότητα, ο Τραμπ πιθανότατα θα επιχειρήσει να της μεταφέρει μέρος της ευθύνης για όσα δεν λειτουργούν.
Πίεση στην κυβέρνηση μέσω του νέου Κογκρέσου
Στο διεθνές πεδίο, η αλλαγή θα γίνει αισθητή κυρίως μέσα από τους θεσμούς και τη χρηματοδότηση. Όπως αναλύει το Foreign Policy, από την ανάληψη καθηκόντων του νέου Κογκρέσου τον Ιανουάριο, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να αξιοποιήσουν τις πιστώσεις και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο για να πιέσουν την κυβέρνηση. Στο Ιράν, αυτό σημαίνει δυνατότητα διεκδίκησης περιορισμών στη χρηματοδότηση του πολέμου και διερεύνησης των αποφάσεων που οδήγησαν σε αυτόν. Δεν συνεπάγεται άμεσο τερματισμό των επιχειρήσεων: Ο πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εξουσίες και δικαίωμα βέτο. Αυξάνει, όμως, το πολιτικό κόστος της συνέχισής τους.
Για την Ουκρανία, η νέα πλειοψηφία δημιουργεί περιθώριο προώθησης βοήθειας και αντίστασης σε επιλογές που αποδυναμώνουν την αμερικανική παρουσία στην Ευρώπη. Η έκβαση θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις με τον Λευκό Οίκο και τη δυνατότητα διακομματικών συμφωνιών.
Οι Ευρωπαίοι αποκτούν, πλέον, συνομιλητές στο Κογκρέσο που μπορούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο, ενώ ο πρόεδρος παραμένει ο βασικός διαμορφωτής της εξωτερικής πολιτικής.
Η κάλπη άνοιξε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον θα μιλάει με περισσότερες, συχνά αντικρουόμενες φωνές. Αυτό μπορεί να παράγει συμβιβασμούς, αλλά και παρατεταμένο αδιέξοδο. Το πολιτικό μήνυμα προς τον Τραμπ είναι ότι η νίκη του 2024 δεν ήταν απεριόριστη εντολή. Εξίσου απαιτητικό είναι και το μήνυμα προς τους Δημοκρατικούς. H αποδοκιμασία του αντιπάλου τούς έδωσε την πλειοψηφία, όμως η δική τους απόδοση θα κρίνει αν μπορούν να την κρατήσουν.