Η Γροιλανδία, ένα αρκτικό νησί με ελάχιστο πληθυσμό αλλά τεράστια γεωστρατηγική αξία, έχει μετατραπεί σε απρόσμενο επίκεντρο μιας κρίσης που δοκιμάζει τις αντοχές της διατλαντικής συμμαχίας.
Οι επανειλημμένες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «χρειάζονται» τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας -χωρίς να αποκλείει ακόμη και στρατιωτική επέμβαση- έχουν προκαλέσει συναγερμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και κινητοποίησαν τόσο την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στο ΝΑΤΟ.
Τη φιλοσοφία που διέπει αυτή την προσέγγιση συνόψισε με ωμό τρόπο ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Τραμπ, λέγοντας στο CNN: «Είμαστε υπερδύναμη και θα συμπεριφερθούμε ως υπερδύναμη». Σε άλλη τοποθέτηση, απέρριψε τις «διεθνείς ευγένειες», υποστηρίζοντας ότι ο κόσμος «διέπεται από τη δύναμη, τη βία και την ισχύ - τους σιδερένιους νόμους που υπάρχουν από την αρχή του χρόνου».
Για μεγάλο διάστημα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υποβάθμιζαν τις δηλώσεις του Τραμπ, εκτιμώντας πως πρόκειται για ρητορικές εξάρσεις χωρίς πραγματικό βάθος. Αυτή η στάση άλλαξε απότομα τις τελευταίες ημέρες, καθώς η επιμονή του Λευκού Οίκου, αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις κορυφαίων Αμερικανών αξιωματούχων, κατέστησαν σαφές ότι η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το ζήτημα με απόλυτη σοβαρότητα.
Η Ευρώπη σε διπλωματικό πυρετό
Η Ευρώπη, όπως σημειώνει το Politico, περνά πλέον σε μια φάση ενεργητικής διπλωματίας, με μια στρατηγική δύο αξόνων. Από τη μία πλευρά, η Δανία και η Γροιλανδία επιχειρούν να επηρεάσουν απευθείας το αμερικανικό πολιτικό σύστημα μέσω επαφών στον Λευκό Οίκο και στο Κογκρέσο.
Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές χώρες πιέζουν το ΝΑΤΟ να ενισχύσει την παρουσία του στην Αρκτική, με στόχο να κατευνάσει τις αμερικανικές ανησυχίες και να αφαιρέσει από τον Τραμπ το βασικό του επιχείρημα: ότι η ασφάλεια της Γροιλανδίας δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η αλλαγή τόνου αποτυπώθηκε και πολιτικά. Ο Γάλλος πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, σε μια από τις πιο ευθείες παρεμβάσεις Ευρωπαίου ηγέτη, υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «απομακρύνονται σταδιακά από τους συμμάχους τους» και αποδεσμεύονται από το σύστημα κανόνων που οι ίδιες προώθησαν επί δεκαετίες.
Η δήλωση αυτή δεν αφορούσε μόνο στη Γροιλανδία, αλλά και στη γενικότερη αίσθηση ότι η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί μια Αμερική λιγότερο προβλέψιμη και περισσότερο συναλλακτική.
«Η Ευρώπη δεν έχει πραγματική μόχλευση»
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μουτζτάμπα Ράχμαν, επικεφαλής για την Ευρώπη της συμβουλευτικής Eurasia Group, υπάρχει ένα δομικό πρόβλημα. «Πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες θέλουν να μιλήσουν σκληρά στην Αμερική», δήλωσε στο CNN. «Θέλουν να καταγγείλουν αυτά που βλέπουν, αλλά απλώς δεν βρίσκονται σε θέση να το κάνουν, γιατί για πολύ μεγάλο διάστημα έχουν αναθέσει την ασφάλειά τους στις ΗΠΑ».
Όπως εξηγεί, η βασική προτεραιότητα των Ευρωπαίων παραμένει να κρατήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες «δεσμευμένες» στην Ουκρανία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πίεση προς την Κοπεγχάγη «να βρει έναν τρόπο συμβιβασμού» με την Ουάσιγκτον. «Ουσιαστικά δεν έχουν άλλη επιλογή», σημειώνει, καθώς η ουσιαστική προσπάθεια επανεξοπλισμού της Ευρώπης απαιτεί τρία έως πέντε χρόνια.
Σε πιο ωμή διατύπωση, ο ίδιος περιγράφει την κατάσταση ως εξής: «Οι Αμερικανοί ξέρουν ότι οι Ευρωπαίοι είναι αδύναμοι. Οι θηρευτές επιτίθενται στους αδύναμους. Αυτό κάνει η κυβέρνηση Τραμπ. Για πολλές χώρες, το ζητούμενο είναι απλώς να κερδίσουν χρόνο».
Υπάρχει περιθώριο αντίδρασης;
Άλλοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Ευρώπη διαθέτει περισσότερα εργαλεία απ’ όσα πιστεύει. Ο Αμερικανός πρώην διπλωμάτης Ντάνιελ Φριντ υποστήριξε πως οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν την ανταγωνιστικότητα της δικής τους αμυντικής βιομηχανίας. «Δεν είμαστε οι μόνοι που κατασκευάζουμε μαχητικά αεροσκάφη», σημείωσε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της τεχνολογικής συνεργασίας, για παράδειγμα στους τομείς των drones.
Πιο προσεκτική είναι η προσέγγιση της Μάιντα Ρούγκε από το European Council on Foreign Relations. Όπως τονίζει, στόχος δεν πρέπει να είναι μια «στρατιωτική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ», αλλά η αύξηση του πολιτικού και συμμαχικού κόστους μιας μονομερούς αμερικανικής ενέργειας. «Αν ο Τραμπ επιλέξει να κλιμακώσει», είπε στο CNN, «θα πρέπει να το κάνει σπρώχνοντας ανοιχτά τους Ευρωπαίους συμμάχους στο περιθώριο - κι αυτό θα έχει υψηλό πολιτικό κόστος».
Το ΝΑΤΟ ως πεδίο συμβιβασμού
Στις κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεις των πρεσβευτών του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες η κατεύθυνση ήταν σαφής: αποφυγή μετωπικής σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον, αλλά ταυτόχρονα ενίσχυση της συλλογικής παρουσίας στην Αρκτική. Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν σε πρακτικά μέτρα, όπως η βελτίωση της επιτήρησης της περιοχής μέσω πληροφοριών και δορυφορικών συστημάτων, η αύξηση των αμυντικών δαπανών με αρκτικό προσανατολισμό, η μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού και η διεξαγωγή περισσότερων ασκήσεων κοντά στη Γροιλανδία.
Η προσέγγιση αυτή αντικατοπτρίζει την ευρωπαϊκή εκτίμηση ότι ένας ενισχυμένος ρόλος του ΝΑΤΟ μπορεί να λειτουργήσει ως «βαλβίδα εκτόνωσης». Αν οι ΗΠΑ πειστούν ότι οι σύμμαχοί τους καλύπτουν επαρκώς τα κενά ασφαλείας, τότε το επιχείρημα περί ανάγκης «ιδιοκτησίας» της Γροιλανδίας χάνει τη βάση του.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η στάση της Δανίας εντός της Συμμαχίας. Ο Δανός πρέσβης τόνισε ότι το ζήτημα της Γροιλανδίας είναι πρωτίστως διμερές, αποφεύγοντας να σύρει το ΝΑΤΟ σε ανοιχτή αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον, ενώ παράλληλα υπενθύμισε τις πρόσφατες επιτυχίες της συμμαχικής στρατηγικής στην Αρκτική.
Η αμερικανική οπτική: Ασφάλεια και «ιδιοκτησία»
Από την πλευρά των ΗΠΑ, το μήνυμα είναι ωμό και ξεκάθαρο. Ο Τραμπ δηλώνει ότι η «ιδιοκτησία» της Γροιλανδίας είναι ψυχολογικά και στρατηγικά απαραίτητη, υποβαθμίζοντας εναλλακτικές λύσεις όπως συμφωνίες ή μισθώσεις.
Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς ενίσχυσε αυτή τη γραμμή, καλώντας τους Ευρωπαίους να «πάρουν στα σοβαρά τον Τραμπ» αναφορικά με όσα λέει για την ασφάλεια της περιοχής, ειδάλλως, όπως είπε, «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να κάνουν κάτι γι’ αυτό».
Η Ουάσιγκτον επικαλείται αυξημένη ρωσική και κινεζική δραστηριότητα στην Αρκτική, αν και πολλοί ειδικοί αμφισβητούν τα περί άμεσης απειλής γύρω από τη Γροιλανδία, επισημαίνοντας ότι η Μόσχα και το Πεκίνο επικεντρώνονται κυρίως στον ανατολικό τομέα της περιοχής. Ωστόσο, το επιχείρημα περί πυραυλικής άμυνας -ότι δηλαδή η Γροιλανδία είναι κρίσιμη όχι μόνο για τις ΗΠΑ αλλά και για την παγκόσμια ασφάλεια- λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της αμερικανικής ρητορικής.
Η απάντηση της Δανίας και της Γροιλανδίας
Οι επαφές των Δανών και Γροιλανδών βουλευτών στην Ουάσιγκτον είχαν έναν ξεκάθαρο στόχο: να καταστήσουν σαφές ότι το ενδεχόμενο αγοράς ή αλλαγής κυριαρχίας δεν υφίσταται. Ο βουλευτής της Γροιλανδίας, Jacob Isbosethsen, ήταν κατηγορηματικός σε δηλώσεις του στο NBC News μετά τις επαφές στο Καπιτώλιο: «Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση». Παράλληλα, η Δανία υπενθύμισε ότι έχει ήδη επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στην ασφάλεια της Αρκτικής και παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος στο ΝΑΤΟ.
Ενδεικτικό της πολυπλοκότητας της κατάστασης είναι το ότι ακόμη και σύμμαχοι του Τραμπ στο Κογκρέσο αναγνωρίζουν πως δεν υπάρχει ρεαλιστικός δρόμος για την απόκτηση της Γροιλανδίας, καθώς τόσο η Δανία όσο και οι ίδιοι οι Γροιλανδοί απορρίπτουν κατηγορηματικά οποιαδήποτε διαπραγμάτευση.
Μια κρίση με ευρύτερες προεκτάσεις
Πέρα από το άμεσο ζήτημα της Γροιλανδίας, η κρίση αναδεικνύει κάτι βαθύτερο: τα όρια της διατλαντικής σχέσης σε μια εποχή που οι στρατηγικές προτεραιότητες αποκλίνουν. Για την Ευρώπη, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η εδαφική ακεραιότητα ενός συμμάχου, αλλά και η ίδια η συνοχή του ΝΑΤΟ. Η Δανία έχει προειδοποιήσει ότι μια αμερικανική στρατιωτική κίνηση θα ισοδυναμούσε με το τέλος της Συμμαχίας όπως τη γνωρίζουμε.
Η ευρωπαϊκή απάντηση, μέχρι στιγμής, δείχνει μια προσπάθεια ισορροπίας: ούτε ανοιχτή ρήξη με τις ΗΠΑ, ούτε αποδοχή μιας λογικής ισχύος που αγνοεί την κυριαρχία και το Διεθνές Δίκαιο. Το αν αυτή η στρατηγική κατευνασμού μέσω ενίσχυσης της αρκτικής ασφάλειας θα αποδώσει παραμένει ανοιχτό ερώτημα.
Το βέβαιο είναι ότι η «υπόθεση Γροιλανδία» έχει ήδη λειτουργήσει ως καμπανάκι. Για την Ευρώπη, αποτελεί υπενθύμιση πως η γεωπολιτική της αυτονομία δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πρακτική αναγκαιότητα σε έναν κόσμο όπου ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι μπορούν να μετατραπούν σε απρόβλεπτους παράγοντες.