Σε κρίσιμα ερωτήματα απαντούν τρεις καθηγητές στο iefimerida αναφορικά με το τι αλλάζει μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, πότε και σε ποιον βαθμό αυτή η εξέλιξη θα μεταφραστεί σε πραγματική ελάφρυνση για τις επιβαρυμένες τσέπες των καταναλωτών, μετά το κύμα πληθωρισμού σε καύσιμα και είδη πρώτης ανάγκης.
Αν και η σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ πυροδότησε άμεση αποκλιμάκωση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και κύμα ανακούφισης στις αγορές, τρεις κορυφαίοι Έλληνες καθηγητές Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής τονίζουν στο iefimerida.gr ότι η επιστροφή στην πρότερη σταθερότητα δεν θα είναι αυτόματη.
Όπως εξηγούν, οι βαθιές στρεβλώσεις που προκάλεσε ο πόλεμος στην εφοδιαστική αλυσίδα, τα μειωμένα αποθέματα και μια σειρά από διάφορους παράγοντες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντική υστέρηση των τιμών προτού υποχωρήσουν. Σε κάθε περίπτωση, και σε ό,τι αφορά τις τιμές των καυσίμων, υποστηρίζουν πως θα απαιτηθούν εβδομάδες.
«Οι τιμές της βενζίνης θα μπορούσαν να υποχωρήσουν αισθητά μέσα στις επόμενες εβδομάδες»
Σύμφωνα με τον Γιώργο Ατσαλάκη, οικονομολόγο και αναπληρωτή καθηγητή στο Πολυτεχνείο Κρήτης, η συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν μπορεί να αποδειχθεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις για την παγκόσμια οικονομία και ιδιαίτερα για τις τιμές της Ενέργειας.
«Το βασικό της αποτέλεσμα είναι ότι περιορίζει άμεσα τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή και ανοίγει τον δρόμο για την επαναφορά περισσότερου ιρανικού πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Ταυτόχρονα, οι Ηνωμένες Πολιτείες αυξάνουν την παραγωγή, η Ρωσία αυξάνει την παραγωγή, η Μέση Ανατολή αυξάνει την παραγωγή, η Βενεζουέλα αυξάνει την παραγωγή. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντική πτώση των τιμών της Ενέργειας», σχολιάζει.
Η σημαντικότερη, όμως, αλλαγή αφορά στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα κρισιμότερα περάσματα πετρελαίου στον κόσμο. «Όταν υπάρχει φόβος πολέμου ή αποκλεισμού, οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται, επειδή οι αγορές προεξοφλούν έλλειψη προσφοράς. Αντίθετα, όταν μειώνεται ο κίνδυνος και αποκαθίσταται η ναυσιπλοΐα, οι τιμές αρχίζουν να υποχωρούν. Ήδη, η τιμή του brent έχει μειωθεί σημαντικά, από περίπου 110 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο σε περίπου 75 δολάρια. Αυτή η πτώση δεν φαίνεται αμέσως στην αντλία, αλλά μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές των καυσίμων. Εάν η συμφωνία εφαρμοστεί χωρίς νέες εντάσεις, οι τιμές της βενζίνης θα μπορούσαν να υποχωρήσουν αισθητά μέσα στις επόμενες εβδομάδες, πιθανόν αρκετά κάτω από τα 2 ευρώ το λίτρο σε αρκετές αγορές», αναφέρει ο κ. Ατσαλάκης.
Η διαφορά στην τσέπη των πολιτών θα φανεί κυρίως στα καύσιμα, στις μεταφορές και έμμεσα στα τρόφιμα και στα προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης. Όπως λέει, «όταν μειώνεται το κόστος ενέργειας, μειώνεται και το κόστος μεταφοράς, παραγωγής και διανομής. Επίσης, θα αυξηθεί και η προσφορά λιπασμάτων (που είχε μειωθεί κατά 30% το τελευταίο τετράμηνο), οπότε θα μειωθούν και οι τιμές των τροφίμων λόγω περισσότερης και φθηνότερης λίπανσης. Κάθε ημέρα αποκλιμάκωσης μειώνει την αβεβαιότητα και δημιουργεί προϋποθέσεις για χαμηλότερες τιμές και μεγαλύτερη οικονομική ανάσα για τα νοικοκυριά».
Τα σενάρια για τη διακύμανση των τιμών του πετρελαίου
Από την πλευρά του, ο Παναγιώτης Πετράκης, ομότιμος καθηγητής Οικονομικών του ΕΚΠΑ, δηλώνει στο iefimerida.gr ότι η συμφωνία ΗΠΑ - Ιράν δημιουργεί συνθήκες σταδιακής αποκλιμάκωσης στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί από τη βιωσιμότητα της συμφωνίας, την ταχύτητα επιστροφής των ιρανικών εξαγωγών και τις ευρύτερες εξελίξεις στην παγκόσμια ζήτηση ενέργειας.
«Η αποκλιμάκωση της έντασης στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και η προοπτική επαναφοράς των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου έχουν ήδη επηρεάσει τις προσδοκίες των επενδυτών, οδηγώντας σε υποχώρηση των τιμών του αργού πετρελαίου. Η αγορά εκτιμά ότι η συμφωνία μειώνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο που είχε ενσωματωθεί στις τιμές τους προηγούμενους μήνες, ιδιαίτερα λόγω των ανησυχιών για πιθανές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ», σημειώνει.
Ήδη, όπως λέει, η τιμή του brent διαμορφώθηκε κοντά στα 78 δολάρια ανά βαρέλι, καθώς οι επενδυτές προεξόφλησαν την ομαλοποίηση των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο και τη σταδιακή επανένταξη του Ιράν στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Δεδομένου ότι τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κομβικό σημείο διέλευσης, η μείωση του κινδύνου διακοπών στην εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργεί ως παράγοντας αποκλιμάκωσης των τιμών.
«Το βασικό σενάριο για το δεύτερο εξάμηνο του 2026 προβλέπει διατήρηση της τιμής του brent σε εύρος 70-80 δολαρίων ανά βαρέλι. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι η συμφωνία θα εφαρμοστεί χωρίς σοβαρές ανατροπές και ότι οι ιρανικές εξαγωγές θα αυξηθούν σταδιακά. Παράλληλα, η παγκόσμια ζήτηση εμφανίζει τάσεις επιβράδυνσης, κυρίως λόγω της ασθενέστερης βιομηχανικής δραστηριότητας σε ορισμένες ασιατικές οικονομίες και της συνεχιζόμενης ενεργειακής μετάβασης στις ανεπτυγμένες χώρες», εξηγεί ο κ. Πετράκης.
Σε ένα πιο καθοδικό σενάριο, οι τιμές θα μπορούσαν να κινηθούν ακόμη χαμηλότερα, προς τα 60-70 δολάρια ανά βαρέλι το 2027. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή, «θα μπορούσε να προκύψει εφόσον υπάρξει σημαντική χαλάρωση των κυρώσεων προς το Ιράν, επιτρέποντας την πλήρη επαναφορά της παραγωγικής του δυναμικότητας, ενώ παράλληλα η παγκόσμια ζήτηση παραμείνει υποτονική. Η πιθανότητα υπερπροσφοράς στην αγορά πετρελαίου αποτελεί ήδη αντικείμενο προβληματισμού».
Όμως, όπως προσθέτει, υπάρχουν και οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν αυξητικά την τιμή του πετρελαίου. Αυτοί είναι:
α) η βραδεία αποναρκοθέτηση των Στενών,
β) η έκταση των ζημιών στις πετρελαιοπαραγωγικές εγκαταστάσεις στην περιοχή,
γ) η ανάγκη για την επαναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου των μεγάλων χωρών,
δ) η αύξηση της ζήτησης λόγω καλοκαιριού.
«Επίσης, το ανοδικό σενάριο συνδέεται με την πιθανότητα αποτυχίας της συμφωνίας (Ισραήλ) ή νέας γεωπολιτικής έντασης στην περιοχή. Τυχόν καθυστερήσεις στην επαναλειτουργία των εμπορικών διαδρομών, νέα περιστατικά δολιοφθοράς ή αναζωπύρωση της σύγκρουσης θα μπορούσαν να επαναφέρουν σημαντικό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου στις τιμές. Σε μια τέτοια περίπτωση, το brent θα μπορούσε να κινηθεί εκ νέου στην περιοχή των 85-100 δολαρίων ανά βαρέλι», καταλήγει.
«Απομακρύνεται ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού»
Ο Μιχάλης Γκλεζάκος, καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, τονίζει από την πλευρά του ότι όλος ο κόσμος αισθάνεται ανακούφιση βλέποντας τις τιμές του πετρελαίου να πέφτουν κάτω από τα 80$ και περιμένουν να υποχωρήσουν κι άλλο. «Ας μην ξεχνάμε ότι το είδαμε να σκαρφαλώνει στα 120$ και θεωρούσαμε πολύ πιθανό ότι θα πάει ακόμη πιο ψηλά. Η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε σε μια ιδιότυπη ομηρία για 110 ημέρες, με τις δυνατότητές της να είναι περιορισμένες», αναφέρει.
«Το ενεργειακό κόστος, που επηρεάζει έντονα το κόστος παραγωγής, μεταφορών, υπηρεσιών κ.λπ. και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, είναι δεδομένο ότι υποχωρεί αισθητά. Έτσι, θα απομακρυνθεί ο κίνδυνος του στασιμοπληθωρισμού, ιδιαίτερα για την Ευρώπη, που εισάγει το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών πόρων που χρειάζεται. Είναι προφανές, επίσης, ότι θα εγκαταλείψει η ιδέα αύξησης των επιτοκίων, που είχε ήδη δρομολογηθεί και που θα λειτουργούσε ανασχετικά για τις νέες επενδύσεις και θα έκανε ακριβέστερη την υπηρεσία ιδιωτικού και δημόσιου χρέους».
Όσον αφορά στην Ελλάδα, οι συνέπειες πρέπει να γίνουν αισθητές στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, μέσω της αποκλιμάκωσης των τιμών βενζίνης και ηλεκτρικού ρεύματος, του περιορισμού του μεταφορικού κόστους, της σταθεροποίησης των επιτοκίων, της ανάσχεσης της ανοδικής δυναμικής του πληθωρισμού, επισημαίνει ο κ. Γκλεζάκος.
«Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν το λειτουργικό τους κόστος και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Βελτιώνονται, επίσης, οι προοπτικές για τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Βέβαια, να μην ξεχνάμε ότι η συμφωνία είναι ακόμη προσωρινή και χρειάζεται χρόνος για να φανεί αν θα τηρηθούν οι προβλεπόμενες δεσμεύσεις και, κυρίως, η διατήρηση της ελευθερίας κίνησης από τα Στενά του Ορμούζ. Ωστόσο, η πλήρης αποκατάσταση των προβλημάτων που προκάλεσε ο πόλεμος θα γίνει σταδιακά και σε βάθος μηνών. Όμως, το σημαντικό είναι ότι έληξε η μεγάλη αβεβαιότητα και επανέρχεται σιγά-σιγά η ισορροπία στην αγορά ενέργειας και μέσω αυτής στην παγκόσμια οικονομία», καταλήγει.