Οι δηλώσεις και οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ περί προσάρτησης της Γροιλανδίας πυκνώνουν συνεχώς το τελευταίο διάστημα, με τον πλανήτη να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον τα όσα διαδραματίζονται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Η κρίση γύρω από το ενδεχόμενο αμερικανικής επέμβασης στο αυτοδιοικούμενο, στρατηγικής σημασίας νησί -το οποίο αποτελεί τμήμα του Βασιλείου της Δανίας, μέλους του ΝΑΤΟ- έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά ζητήματα των τελευταίων εβδομάδων.
Αποκορύφωμα του απειλητικού κρεσέντου του Αμερικανού προέδρου αποτελεί η τελευταία επιστολή του προς τον πρωθυπουργό της Νορβηγίας, Γιόνας Γκαρ Στόρε. Σε αυτήν, ο Τραμπ συνδέει εμμέσως την εμμονή του με τη Γροιλανδία με την αποτυχία του να λάβει το Νόμπελ Ειρήνης, γράφοντας μεταξύ άλλων ότι «εφόσον δεν μου δώσατε το Νόμπελ Ειρήνης, δεν αισθάνομαι πλέον υποχρεωμένος να σκέφτομαι αποκλειστικά την ειρήνη».
Στο πλαίσιο αυτό, το iefimerida.gr επικοινώνησε με τον Απόστολο Τσιουβαλά, μεταδιδακτορικό ερευνητή στο Αρκτικό Πανεπιστήμιο Νορβηγίας, ανώτερο συνεργάτη του Ινστιτούτου Αρκτικής στην Ουάσιγκτον DC και συντάκτη της εβδομαδιαίας έκδοσης του Ινστιτούτου, με τίτλο The Arctic This Week.
Ο Απόστολος Τσιουβαλάς γνωρίζει τη Γροιλανδία όχι μόνο θεωρητικά, αλλά και βιωματικά. Όπως εξηγεί στο iefimerida.gr, το καλοκαίρι του 2022 βρέθηκε στο νησί ως επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Ilisimatusarfik (University of Greenland), περνώντας το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στους Ινούχουιτ οικισμούς Qaanaaq και Siorapaluk, στην περιοχή Avanersuaq, περίπου 100 χιλιόμετρα βορειότερα από την αμερικανική στρατιωτική βάση Πιτούφικ. Έκτοτε έχει επισκεφθεί τη Γροιλανδία αρκετές φορές, στο πλαίσιο συνεδρίων και ακαδημαϊκών συνεργασιών.
«Το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για προσάρτηση της Γροιλανδίας δεν είναι κάτι νέο»
Όπως σημειώνει, το αμερικανικό ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία κάθε άλλο παρά καινούργιο είναι. «Ξεκινά ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν οι ΗΠΑ αγόρασαν από τη Δανία τις Παρθένες Νήσους και εξέφρασαν ενδιαφέρον για την αγορά της Γροιλανδίας. Υπήρξε εκ νέου ενδιαφέρον τη δεκαετία του ’50, επί προεδρίας Τρούμαν, χωρίς όμως ουσιαστική συνέχεια, καθώς η Κοπεγχάγη δεν το αντιμετώπισε ποτέ σοβαρά».
Το ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ είχε εκφράσει δημόσια το ενδιαφέρον του για την αγορά του νησιού. Τα σενάρια περί κατάληψης της Γροιλανδίας «με κάθε μέσο», που υπονοούν ακόμη και στρατιωτική επέμβαση, αποτελούν μια εντελώς νέα εξέλιξη των τελευταίων μηνών.
«Όλοι συζητούν για τις απειλές Τραμπ»
Ωστόσο, όπως τονίζει ο δρ Τσιουβαλάς, το σημερινό θεσμικό και νομικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό. «Η Γροιλανδία δεν είναι πλέον αποικία. Υπάρχουν κανόνες διεθνούς δικαίου και σαφείς πολιτικές ισορροπίες».
Μέχρι τις αρχές του νέου έτους, όπως λέει, δεν υπήρχε έντονη ανησυχία στους κατοίκους. Το κλίμα όμως άλλαξε αισθητά μετά τις τελευταίες διεθνείς εξελίξεις και τη γενικότερη επιθετική ρητορική της Ουάσιγκτον.
«Σε πρόσφατη βιντεοκλήση που είχα με ανθρώπους στη Γροιλανδία, μου μετέφεραν ότι οι απειλές του Τραμπ αποτελούν πλέον το νούμερο ένα θέμα συζήτησης, όπου κι αν βρεθούν», σημειώνει.
Και συνεχίζει: «Ιστορικά, η Γροιλανδία υπήρξε δανική αποικία από τον 18ο αιώνα και ενσωματώθηκε επίσημα στο Βασίλειο της Δανίας το 1953. Το 1979 θεσπίστηκε καθεστώς εσωτερικής αυτονομίας, ενώ το 2009, μετά από δημοψήφισμα, η χώρα απέκτησε αυτοκυβέρνηση, με το δικαίωμα -τουλάχιστον θεωρητικά- να επιλέξει πλήρη ανεξαρτησία στο μέλλον. Σήμερα, η κυβέρνηση της Γροιλανδίας αποφασίζει αυτόνομα για τα εσωτερικά ζητήματα και τη διαχείριση των φυσικών της πόρων, ενώ η Δανία διατηρεί τον έλεγχο κυρίως στην άμυνα και την εξωτερική πολιτική».
Γιατί η Γροιλανδία δεν ανεξαρτητοποιείται
Ωστόσο, παρότι η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει υπέρ της ανεξαρτησίας, μέχρι σήμερα η Γροιλανδία δεν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση. «Οι Γροιλανδοί είναι ρεαλιστές», επισημαίνει ο δρ Τσιουβαλάς. «Η Δανία παρέχει ετήσια οικονομική στήριξη ύψους περίπου 5,6 δισεκατομμυρίων δανέζικων κορωνών, δηλαδή περίπου 724 εκατ. ευρώ. Σε έναν πληθυσμό περίπου 56.000 ανθρώπων, κατανεμημένων σε τεράστιες αποστάσεις, αυτά τα χρήματα στηρίζουν ολόκληρο το κράτος πρόνοιας, τα επιδόματα και τις βασικές λειτουργίες».
«Ένα 5% βλέπει θετικά τη σύνδεση με τις ΗΠΑ»
Όπως λέει, σε πολιτικό επίπεδο, η προηγούμενη κυβέρνηση είχε πιέσει για στενότερες επαφές τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με την Κίνα. Η σημερινή τετρακομματική κυβέρνηση, ωστόσο, αντιμετωπίζει το ζήτημα της πλήρους ανεξαρτησίας με μεγαλύτερη επιφύλαξη, επιλέγοντας μια σταδιακή και προσεκτική προσέγγιση.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, μόλις ένα 5-6% των πολιτών βλέπει θετικά μια στενότερη σύνδεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ένα ποσοστό 80-84% δηλώνει υπέρ της ανεξαρτησίας. Περίπου 10% υιοθετεί πιο μετριοπαθή στάση, επιθυμώντας τη διατήρηση ισχυρών δεσμών με τη Δανία.
Γιατί ελπίζουμε ότι δεν θα υπάρξει επέμβαση των ΗΠΑ στο νησί
Παρά τις απειλές και την ένταση, ο Απόστολος Τσιουβαλάς εκφράζει την εκτίμηση ότι ένα ακραίο σενάριο αμερικανικής επέμβασης δύσκολα θα υλοποιηθεί. «Δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Ο Τραμπ δεν λειτουργεί μόνος του. Πίσω του υπάρχουν άνθρωποι πιο ρεαλιστές».
Και προσθέτει: «Θα μπορούσαν να ωφεληθούν και οι δύο πλευρές από διπλωματικές συνομιλίες που θα ενίσχυαν περαιτέρω την ήδη εδραιωμένη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ του Βασιλείου της Δανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Θεωρώ ότι θα αποτραπεί με κάθε τρόπο μια γεωπολιτική σύρραξη ανάμεσα σε δύο συμμάχους».
Υπενθυμίζεται ότι η Γροιλανδία εντάχθηκε στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1973 μαζί με τη Δανία, ωστόσο μετά την απόκτηση καθεστώτος αυτονομίας, το 1979, ψήφισε υπέρ της αποχώρησης το 1982 και τελικά αποχώρησε το 1985, αποκτώντας το καθεστώς Υπερπόντιας Χώρας και Εδάφους (OCT). Παράλληλα, παραμένει μέρος του ΝΑΤΟ ως τμήμα του Βασιλείου της Δανίας.