Το Ιράν διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να ανοίξει ξανά τα Στενά του Ορμούζ εάν οι ΗΠΑ δεν αποδεχθούν τους όρους που έχει θέσει η Τεχεράνη, την ώρα που η κρίση έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Παράλληλα, οι χώρες της G7 συμφώνησαν να διαθέσουν έως και 100 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και ντίζελ από τα στρατηγικά τους αποθέματα, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τις αυξήσεις των τιμών.
Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Καλιμπάφ, δήλωσε σήμερα ότι η κρίσιμη θαλάσσια δίοδος στον Περσικό Κόλπο θα παραμείνει κλειστή έως ότου οι ΗΠΑ συμφωνήσουν στους όρους της Τεχεράνης.
«Οι Αμερικανοί, που λένε διαφορετικά πράγματα στα μέσα ενημέρωσης, έχουν πρόσφατα καταθέσει προτάσεις μέσω ενός διαμεσολαβητή. Όμως πρέπει να καταλάβουν ότι η περίοδος της καθυστέρησης της διαδικασίας και της επιβολής μονομερών απαιτήσεων έχει τελειώσει», ανέφερε, σύμφωνα με το Al Jazeera.
«Η θέση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν είναι απολύτως ξεκάθαρη και σταθερή και τα Στενά του Ορμούζ δεν θα ανοίξουν έως ότου ικανοποιηθούν οι επτά όροι μας, που βασίζονται στο Μνημόνιο Κατανόησης του Ισλαμαμπάντ», πρόσθεσε.
«Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, ο οποίος υποστήριξε ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να επιλυθεί στρατιωτικά, ενώ ταυτόχρονα προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε νέα στρατιωτική επίθεση θα προκαλέσει ακόμη ισχυρότερη ιρανική απάντηση.
«Εάν οι εχθροί μας επιλέξουν και πάλι τον δρόμο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης, η απάντησή μας θα είναι ισχυρότερη από πριν και θα υπερασπιστούμε τον εαυτό μας με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη», δήλωσε.
«Δεν υπάρχει στρατιωτική λύση, ούτε λύση που να βασίζεται σε νέες κυρώσεις», πρόσθεσε.
Το Ιράν επιχείρησε να επιβάλει τον έλεγχο της ζωτικής θαλάσσιας οδού μετά την έναρξη του πολέμου και έκτοτε έχει επιτεθεί σε πλοία που επιχειρούν να διέλθουν χωρίς την έγκρισή του. Αντίστοιχα, η Ουάσιγκτον πραγματοποιεί αποκλεισμό σε κάθε κίνηση σχετιζόμενη με την Τεχεράνη στην περιοχή.
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών ανέφερε την Κυριακή ότι η Τεχεράνη έχει μεταφέρει μέσω διαμεσολαβητών την ευρύτερη θέση της στην αμερικανική πλευρά, ενώ παραμένουν ορισμένα επιπλέον σημεία που πρέπει να γνωστοποιηθούν στην Ουάσιγκτον.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαέι δήλωσε ότι οι αμερικανικές προτάσεις κινούνται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια γραμμή με προηγούμενες θέσεις της Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα.
«Τους είπαμε ότι η εστίασή μας σε αυτό το στάδιο είναι το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ και ότι η επιστροφή στην ασφάλεια αυτής της θαλάσσιας οδού απαιτεί σαφή βήματα από τις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε.
Οι όροι του Ιράν και ο ρόλος του Κατάρ
Η Τεχεράνη είχε προηγουμένως προτείνει το άνοιγμα των Στενών και την επανέναρξη των πυρηνικών συνομιλιών, με αντάλλαγμα μια σειρά αμερικανικών παραχωρήσεων, μεταξύ των οποίων και η άρση του ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών.
Το Κατάρ έχει αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή, μεταφέροντας μηνύματα μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης σε μια προσπάθεια να τερματιστεί η σύγκρουση και να ανοίξει ξανά το Ορμούζ, σημειώνουν διεθνή ΜΜΕ.
Χαρακτηριστικά η Daily Mail, υπενθυμίζει ότι το Μνημόνιο Κατανόησης του Ιουνίου είχε οδηγήσει σε μια σύντομη κατάπαυση του πυρός και περιλάμβανε διατάξεις τόσο για τα Στενά του Ορμούζ όσο και για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ωστόσο, στα τέλη Σεπτεμβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι η Τεχεράνη βρίσκεται πλέον σε απελπιστική κατάσταση και θέλει να ανοίξει ξανά τη θαλάσσια οδό, ενώ επιβεβαίωσε ότι είχε απορρίψει την τελευταία πρόταση για κατάπαυση του πυρός.
Χέγκσεθ: «Ο Τραμπ έχει επιλογές αν συνεχίσει τα παιχνίδια το Ιράν»
Ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε χθες ότι ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από την πλευρά της Ουάσιγκτον παραμένει «αδιάσπαστος» και ότι ο Τραμπ διαθέτει «επιλογές» σε περίπτωση που το Ιράν συνεχίσει να «παίζει παιχνίδια» με το ζωτικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα το οποίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλειστό.
Ο Χέγκσεθ δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν τα Στενά και ότι η Τεχεράνη «δεν κατάφερε κυριολεκτικά να περάσει τίποτα», σύμφωνα με το Associated Press.
Προέτρεψε το Ιράν να «κάνει τη σωστή επιλογή», λέγοντας: «Αν δεν το κάνουν, ο πρόεδρος θα έχει όλες τις επιλογές που χρειάζεται στο τραπέζι. Αλλά δεν πρόκειται να αφήσει αυτά τα πράγματα να παραταθούν χωρίς λόγο. Κατανοεί ποια είναι η αποστολή και μπορούμε να την εκπληρώσουμε όταν μας ζητηθεί».
Ο Χέγκσεθ επανέλαβε επίσης την αποφασιστικότητα του Τραμπ να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, προσθέτοντας ότι αυτό αποτελεί «ζωτικό εθνικό συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής».
«Το μήνυμα είναι πολύ απλό: το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ, μα ποτέ, πυρηνικό όπλο. Ο Πρόεδρος Τραμπ είναι αποφασισμένος και αποφασισμένος να διασφαλίσει ότι δεν θα το αποκτήσουν, δεν θα το αποκτήσουν», δήλωσε ο Χέγκσεθ.
Οι ΗΠΑ δεν έχουν πραγματοποιήσει νέα επίθεση εναντίον του Ιράν από την 1η Σεπτεμβρίου. Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται ακόμη να έχει ενημερώσει συνεργάτες του ότι αναμένει πως οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί εναντίον του Ιράν θα συνεχιστούν και μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η G7 ρίχνει στην αγορά 100 εκατ. βαρέλια
Την ίδια ώρα, η ενεργειακή κρίση υποχρέωσε τις χώρες της G7 να προχωρήσουν σε συντονισμένη απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων.
Η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και οι υπόλοιπες χώρες της G7 συμφώνησαν να διαθέσουν έως και 100 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και ντίζελ, αρχής γενομένης άμεσα.
Η απόφαση ελήφθη μετά την πίεση του Τραμπ προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αλλά και την απειλή της Ουάσιγκτον να επιβάλει απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ, κάτι που θα μπορούσε να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τις ελλείψεις στην παγκόσμια αγορά.
Ρωσία και Κίνα περιορίζουν επίσης τις εξαγωγές
Στην πίεση όμως προστίθενται οι περιορισμοί από άλλους μεγάλους παραγωγούς και εξαγωγείς.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει απαγορεύσει τις εξαγωγές μετά από σειρά ουκρανικών επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια, ενώ και η Κίνα έχει επιβάλει περιορισμούς στις εξαγωγές.
Έτσι, η κρίση στο Ορμούζ δεν περιορίζεται πλέον στην αγορά αργού πετρελαίου, αλλά μετατρέπεται σε ευρύτερη κρίση εφοδιασμού καυσίμων, με το ντίζελ να βρίσκεται στο επίκεντρο.
Πάντως απελευθέρωση των στρατηγικών αποθεμάτων από τη G7 αποτελεί την πρώτη μεγάλη διεθνή προσπάθεια να περιοριστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης.