Ο πόλεμος που διεξάγεται από την περασμένη εβδομάδα με επίκεντρο το Ιράν δεν μοιάζει να είναι μια ακόμη ανάφλεξη από τις πολλές που γνώρισε η Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια.
Οι ανακατατάξεις που είδαμε να συμβαίνουν στην περιοχή το προηγούμενο διάστημα με τον πολυετή και καταστροφικό εμφύλιο στην Συρία που οδήγησε εντέλει στην φυγή του Άσαντ από την χώρα ή με τις εκτεταμένες επιχειρήσεις των Ισραηλινών στην Γάζα μετά την φρικώδη τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 επέφεραν μεν σημαντικές αλλαγές αλλά όχι μια μείζονα γεωπολιτική αναδιάταξη. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντέλει αδύνατο, όσο το καθεστώς των Μουλάδων σε ένα Ιράν με εν εξελίξει πυρηνικό πρόγραμμα, κατάφερνε να επιβιώνει, προβάλλοντας τον εαυτό του ως το αντίπαλο δέος του Ισραήλ και τελικά ως μια διαρκής απειλή για την σταθερότητα στην περιοχή.
Από τα στοιχεία που διαθέτουμε αυτή τη στιγμή, και ενώ οι εξελίξεις τρέχουν προφανώς με μεγάλη ταχύτητα, προκύπτει ότι η πρόθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι ακριβώς η δομική αναδιάταξη των ισορροπιών στην περιοχή. Ιδεατός στόχος αμφότερων θα ήταν, έτσι κι αλλιώς, η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν και η πτώση του θεοκρατικού συστήματος εξουσίας που έχει αποκλείσει την χώρα από τον προηγμένο κόσμο για περίπου μισό αιώνα. Η εξόντωση του Χαμενεΐ, εδώ και 36 χρόνια Ανώτατου Ηγέτη της χώρας, καθώς και άλλων από τις κεφαλές του καθεστώτος εκεί σκοπεύει άλλωστε. Και θα ήταν παρεμπιπτόντως ευχή κάθε φιλελεύθερου ανθρώπου η πτώση ενός τέτοιου ολοκληρωτικού καθεστώτος που καταπιέζει βάναυσα τόσες δεκαετίες τους πολίτες του και ιδίως τις γυναίκες και τους νέους.
Αλλά ακόμη και αυτό να μην συμβεί -καθώς σίγουρα δεν θα αρκούσαν μόνο οι βόμβες για να γίνει ξαφνικά πλουραλιστικό το Ιράν-, ένα απολύτως αποδυναμωμένο καθεστώς, που δεν θα μπορεί μάλιστα να επικαλεστεί την απειλή του πυρηνικού ή βαλιστικού του οπλοστάσιου και δεν θα μπορεί να χρηματοδοτεί άλλο τα διάφορα τρομοκρατικά δίκτυα της περιοχής, δεν θα θεωρείται πλέον μείζον κίνδυνος. Μια τέτοια εξέλιξη, δεν ανοίγει μόνο το δρόμο στο Ισραήλ να ηγεμονεύσει στην ευρύτερη περιοχή χωρίς ανταγωνιστές αλλά στριμώχνει και όλους όσοι είχαν προνομιακές σχέσεις με το ιρανικό καθεστώς όπως την Ρωσία και την Κίνα. Αντίστοιχα, αποδυναμώνει και την θέση της ερντογανικής Τουρκίας που πάνω από μια δεκαετία τώρα επιδιώκει να παίζει το ρόλο ενός αντι-Ισραήλ στην περιοχή.
Πόσο θα κρατήσει ο πόλεμος και ποια θα είναι ακριβώς η κατάληξή του είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς αυτή τη στιγμή. Δεν τίθεται προφανώς ερώτημα ως προς την στρατιωτική αποτελεσματικότητα ΗΠΑ και Ισραήλ έναντι του Ιράν: τα αμερικανο-ισραηλινά χτυπήματα θα είναι συντριπτικά ενώ η αντίστοιχη περιορισμένη δυνατότητα των ιρανικών μικρού και μεσαίου βεληνεκούς πυραύλων του Ιράν δεν θα μπορέσει να αλλάξει τα δεδομένα στο πεδίο, ενώ υπάρχει και η πιθανότητα εμπλοκής κουρδικών δυνάμεων. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η επόμενη μέρα του πολέμου και αν υπάρχει σαφές σχέδιο από τους Αμερικανούς και Ισραηλινούς. Και γνωρίζουμε από τις περιπτώσεις του Ιράκ, του Αφγανιστάν ή της Γάζας ότι αυτό δεν είναι το δυνατό τους σημείο. Είναι το ίδιο δύσκολο όμως να φανταστούμε μια ανώδυνη επιστροφή σε όσα ίσχυαν πριν ο Τραμπ αποφασίσει να ξεκινήσει τις επιχειρήσεις στη ισχυρότερη μουσουλμανική χώρα της Μέσης Ανατολής, ακόμη κι αν ο ίδιος δεν διακρίνεται για την μακροπρόθεσμη στρατηγική του.
Ποια πρέπει συνεπώς να είναι η θέση της Ελλάδας απέναντι στις σημαντικές και ραγδαίες αυτές εξελίξεις; Η δικιά της εμπλοκή προκύπτει βασικά από δύο παράγοντες: την γεωγραφία και τις στρατηγικές της συμμαχίες. Η γεωγραφία ορίζει, από την πλευρά της, αδήριτες πραγματικότητες που δεν γίνεται να αγνοήσει κανείς. Η Ελλάδα εκτός από ευρωπαϊκή χώρα είναι και χώρα της νοτιοανατολικής Μεσογείου και δεν μπορεί να μένει αμέτοχη στα τεκταινόμετα της περιοχής. Για να το πούμε απλούστερα, επειδή επιχειρούνται λανθασμένες συγκρίσεις: η χώρα μας δεν έχει την πολυτέλεια μιας Ισπανίας να βγάζει κηρύγματα ειρήνης εκ του μακρόθεν και εκ του ασφαλούς. Οφείλει για λόγους πολιτικούς, στρατιωτικούς, ηθικούς και ιστορικούς να ενδιαφέρεται εμπράκτως, εκτός από τον εαυτό της, και για την Κύπρο η οποία “δεν κείται μακράν”. Εξ ου και η άμεση αποστολή των δύο φρεγάτων και των F16 στο νησί ήταν επιβεβλημένη και γι' αυτό σωστή. Κατά δεύτερον, υπάρχουν οι υποχρεώσεις μας έναντι των δύο συμμάχων μας που έχουν εμπλακεί στον πόλεμο. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλη ανάγκη την αμερικανική στήριξη ενώ έχει κάνει (ορθότατα) μια σημαντική επένδυση στην τριγωνική της σχέση με την Κύπρο και το Ισραήλ. Οι συμμαχίες αυτές είναι, όπως λέμε, στρατηγικές, δηλαδή υπερβαίνουν την συγκυρία και είναι άσχετες με το ποιος κυβερνά αυτή τη στιγμή σε ΗΠΑ και Ισραήλ. Θα ήταν σοβαρό λάθος σε έναν κόσμο που υφίσταται αυτή τη στιγμή τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές να ζητάμε από την Ελλάδα να μένει στον κόσμο της· δηλαδή, απαθής και στην γωνίτσα της, απαιτώντας τα πάντα και προσφέροντας τίποτα.
Είναι όμως και πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η Ελλάδα δεν έχει συμφέρον από μια μακρά παράταση του πολέμου στην περιοχή. Η ίδια είναι μια χώρα που μαζί με την επένδυση στην ασφάλεια πρέπει να δίνει και έμφαση στην διπλωματική διαχείριση των διεθνών διαφορών καθώς και στο σεβασμό στην αυτοδιάθεση των λαών -όπως και το κάνει άλλωστε. Μια μακρά πολεμική περιπέτεια δεν την συμφέρει πάντως ούτε και στο οικονομικό επίπεδο: σε μια οικονομία όπως η δική της που έδωσε τα τελευταία χρόνια τεράστιο αγώνα για να σταθεροποιηθεί και να πετύχει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης όπως οι σημερινοί, μια πιθανή νέα ενεργειακή και κατ΄επέκταση πληθωριστική κρίση δεν θα ήταν αυτό που θα ευχόταν κανένας Έλληνας υπουργός Οικονομίας. Είναι πάντως ευτύχημα ότι ο νυν υπουργός, ο Κ. Πιερρακάκης είναι και πρόεδρος του Eurogroup (αλλά και του Ecofin), οπότε και θα μπορεί να πιέσει για κεντρικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες διότι τόσο σοβαρές κρίσεις δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά από το κάθε κράτος μέλος ξεχωριστά.
Είναι σαφές για ακόμη μια φορά: σε τέτοιες μεγάλες διεθνείς κρίσεις, και μάλιστα στην γειτονιά μας, αναδύεται εκ των πραγμάτων το ζήτημα της στιβαρής και υπεύθυνης ηγεσίας. Ας το έχουμε αυτό υπόψη μας όταν αναζητούμε τα χαρακτηριστικά εκείνου που θέλουμε να πιλοτάρει το καράβι. Εκτός από το νοιάζεται για το πλήρωμα, πρέπει και να γνωρίζει πως να βγάλει σώο το πλοίο από τις φουρτούνες.
*Ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος είναι Πρόεδρος των Γενικών Αρχείων του Κράτους και Καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου