Δύο μήνες μετά την έναρξη της στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν, ο απολογισμός αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετος -και πολύ πιο αρνητικός- από τις αρχικές προσδοκίες της Ουάσιγκτον.
- Ο ιρανικός λαός υφίσταται βαριά πλήγματα από τις επιδρομές, την καταστολή του καθεστώτος και την οικονομική κατάρρευση. Ο Λίβανος βιώνει εκτεταμένες καταστροφές από ισραηλινές επιχειρήσεις, ενώ χώρες του Κόλπου αντιμετωπίζουν επιθέσεις και τις επιπτώσεις του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ.
- Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου επηρεάζουν τις ΗΠΑ με αύξηση τιμών ενέργειας και πληθωρισμού, δημιουργώντας πολιτικές πιέσεις στον Τραμπ. Παγκοσμίως, οι οικονομίες από την Ασία έως την Αφρική πλήττονται από αυξήσεις τιμών σε ενέργεια και τρόφιμα, επιβραδύνοντας την ανάπτυξη.
- Το πολιτικό ρίσκο του Τραμπ δεν δικαιώνεται, με τους στρατηγικούς στόχους ανεπιτυχείς και τις τιμές καυσίμων να ανεβαίνουν. Το Ισραήλ, παρά τα αρχικά οφέλη, αντιμετωπίζει επιφυλακτικότητα και επιδείνωση της διεθνούς εικόνας, ενώ το ιρανικό καθεστώς παραμένει σκληρό.
- Η Κίνα διαχειρίζεται την κρίση αποτελεσματικά, εξασφαλίζοντας ηθικό πλεονέκτημα. Ενεργειακές εταιρείες και Ρωσία επωφελούνται από τις υψηλές τιμές, ενώ η κρίση ενισχύει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οδηγεί σε αυξημένες δαπάνες στην αμυντική βιομηχανία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, είχε υποσχεθεί μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη επί του Ιράν, δηλώνοντας ήδη από τη δέκατη ημέρα ότι οι ΗΠΑ «έχουν ήδη κερδίσει τον πόλεμο με πολλούς τρόπους».
Ωστόσο, η πραγματικότητα που διαμορφώνεται δύο μήνες μετά είναι διαφορετική: οι εχθροπραξίες έχουν μεν περιοριστεί, αλλά μια οριστική λύση δεν διαφαίνεται, ενώ οι επιπτώσεις απλώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Όπως επισημαίνει στο αμερικανικό δίκτυο η αναλύτρια του Brookings Institution Μέλανι Σίσον, «δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές από τον πόλεμο, αλλά υπάρχουν ορισμένες χώρες που είναι συγκριτικά καλύτερα τοποθετημένες για να διαχειριστούν τις συνέπειές του».
Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει με ακρίβεια την πολυεπίπεδη φύση της κρίσης.
Οι μεγάλοι χαμένοι του πολέμου: Ο ιρανικός λαός στο επίκεντρο της καταστροφής
Σε κάθε σύγκρουση το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους πολίτες και το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι αεροπορικές επιδρομές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν πλήξει χιλιάδες στόχους, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών υποδομών, προκαλώντας χιλιάδες θανάτους.
Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό μέτωπο γίνεται ολοένα πιο ασφυκτικό. Το ιρανικό καθεστώς υπό τη νέα ηγεσία του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ έχει εντείνει την καταστολή στέλνοντας σαφές μήνυμα μηδενικής ανοχής στους αντιφρονούντες. Μαζικές εκτελέσεις, καταστολή διαδηλώσεων και παρατεταμένη διακοπή του διαδικτύου συνθέτουν ένα σκηνικό βαθιάς κρίσης στο Ιράν.
Παράλληλα, η ιρανική οικονομία -συνεπικουρούντος του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού - έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, με αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, επιδεινώνοντας περαιτέρω την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο Λίβανος ξανά σε δίνη βίας
Ο Λίβανος, εγκλωβισμένος για δεκαετίες στη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και της υποστηριζόμενης από το Ιράν Χεζμπολάχ, βιώνει μια νέα κλιμάκωση. Μετά την κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας, οι συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε χιλιάδες θανάτους και εκτεταμένες καταστροφές.
Αναλύσεις δορυφορικών εικόνων δείχνουν ότι το Ισραήλ εφαρμόζει στρατηγική εκτεταμένων καταστροφών, παρόμοια με αυτή που είχε χρησιμοποιήσει στη Λωρίδα της Γάζας με ολόκληρα χωριά να ισοπεδώνονται. Περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, ενώ η επιστροφή τους παραμένει αβέβαιη.
Οι χώρες του Κόλπου σε αχαρτογράφητα νερά
Οι χώρες του Περσικού Κόλπου, παρά τις προσπάθειες να αποφύγουν την εμπλοκή στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των εξελίξεων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις, γεγονός που απειλεί τον ρόλο τους ως διεθνούς επιχειρηματικού και τουριστικού κόμβου.
Ταυτόχρονα, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει πλήξει καίρια οικονομίες όπως το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Ιράκ, που εξαρτώνται από τη θαλάσσια αυτή δίοδο για τις εξαγωγές τους.
Οικονομικές επιπτώσεις: από τις ΗΠΑ έως τον παγκόσμιο Νότο
Παρά την αρχική στρατηγική στόχευση, οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν γίνονται αισθητές και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Η αύξηση των τιμών ενέργειας έχει οδηγήσει σε υψηλότερο κόστος μεταφορών και υπηρεσιών επηρεάζοντας άμεσα τους καταναλωτές.
«Δεν υπάρχει κομψός τρόπος να το πει κανείς: η κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη στιγμή δεν είναι καλή», επισημαίνει η Μέλανι Σίσον. Και εξηγεί: «Η αμερικανική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο για τις μεταφορές και έχει επενδύσει ανεπαρκώς στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».
Η αύξηση του πληθωρισμού και η πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης δημιουργούν πρόσθετες πολιτικές πιέσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η παγκόσμια οικονομία σε επιβράδυνση
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ. Από την Ασία έως τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, οι οικονομίες πλήττονται από την αύξηση των τιμών ενέργειας και τροφίμων.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις για τον παγκόσμιο πληθωρισμό και προς τα κάτω για την ανάπτυξη. Οι φτωχότερες χώρες αναμένεται να πληγούν περισσότερο καθώς εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις εισαγωγές και δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό εισοδήματος για βασικά αγαθά.
Αβέβαιοι «παίκτες»: Ο Τραμπ και το πολιτικό ρίσκο
Ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε ένα μεγάλο πολιτικό ρίσκο με την έναρξη της σύγκρουσης. Μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα δεν τον δικαιώνουν πλήρως. Οι στρατηγικοί στόχοι -περιορισμός του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν ή αλλαγή καθεστώτος- δεν έχουν επιτευχθεί.
«Πολιτικά, οι τιμές των καυσίμων είναι ήδη υψηλές και συνεχίζουν να αυξάνονται, κάτι που δεν βοηθά την κυβέρνηση Τραμπ. Διπλωματικά, ο Τραμπ φαίνεται αδύναμος», τονίζει η Σίσον. Και προσθέτει ότι ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος «φαίνεται πλέον να κατανοεί ότι η επανέναρξη των εχθροπραξιών θα έχει μεγάλο κόστος για τις ΗΠΑ χωρίς να εγγυάται τα επιθυμητά αποτελέσματα».
Το Ισραήλ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου
Για το Ισραήλ η σύγκρουση είχε αρχικά στρατηγικά οφέλη, καθώς κατάφερε να πλήξει σημαντικά τη στρατιωτική ισχύ του Ιράν. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου δήλωσε ότι σκοπεύει να «αλλάξει το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής» και ότι «δρα σε πλήρη συνεργασία» με τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Η κοινή γνώμη στο Ισραήλ εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την έκβαση του πολέμου, ενώ η διεθνής εικόνα της χώρας έχει επιδεινωθεί.
Το ιρανικό καθεστώς: αποδυναμωμένο αλλά όχι ηττημένο
Παρά τις σημαντικές απώλειες, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του, το ιρανικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία. Μάλιστα, φαίνεται πιο σκληρό και πιο διατεθειμένο για σύγκρουση, όπως αναφέρει το CNN.
«Έριξαν τα ζάρια και, ως αποτέλεσμα αυτής της ριψοκίνδυνης κίνησης, απέδειξαν ότι έχουν de facto έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, κάτι που έχει σημαντικές επιπτώσεις για το μέλλον της περιοχής και της παγκόσμιας οικονομίας», υπογραμμίζει η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο CSIS.
Οι «κερδισμένοι»… προς το παρόν -Η Κίνα σε πλεονεκτική θέση
Η Κίνα φαίνεται να διαχειρίζεται την κρίση καλύτερα από άλλες μεγάλες οικονομίες. Έχοντας επενδύσει σε ενεργειακά αποθέματα και εναλλακτικές πηγές, αντέχει τις πιέσεις των υψηλών τιμών του πετρελαίου.
Παράλληλα, όπως σημειώνει η Γιακουμπιάν, «οι ΗΠΑ έχουν υποστεί σημαντικό πλήγμα διεθνώς λόγω αυτού του πολέμου… και η Κίνα έχει καταφέρει να εξασφαλίσει το ηθικό πλεονέκτημα προβάλλοντας εαυτήν ως υπέρμαχο της παγκόσμιας ειρήνης και του διεθνούς δικαίου».
Ενεργειακές εταιρείες και Ρωσία
Οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν οδηγήσει σε αυξημένα κέρδη για τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, ενώ η Ρωσία επωφελείται από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των λιπασμάτων.
Ωστόσο, τα οφέλη αυτά συνοδεύονται από αβεβαιότητα, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορεί να αλλάξουν γρήγορα τα δεδομένα.
Ανανεώσιμες πηγές και αμυντική βιομηχανία
Η κρίση ενισχύει το ενδιαφέρον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καθώς πολλές χώρες επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα, η αμυντική βιομηχανία καταγράφει αύξηση δαπανών, με τις κυβερνήσεις να επενδύουν περισσότερο στην ασφάλεια.
Όπως σημειώνει ο ερευνητής του SIPRI Σιάο Λιανγκ, «δεδομένου του εύρους των σημερινών κρίσεων και των μακροπρόθεσμων στόχων στρατιωτικών δαπανών πολλών κρατών, αυτή η αύξηση πιθανότατα θα συνεχιστεί και μετά το 2026».