Το αμερικανικό Πεντάγωνο προχωρά σε νέα αυστηροποίηση των κανόνων πρόσβασης για τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους.
Περιορίζει ακόμη περισσότερο τη φυσική τους παρουσία σε χώρους του υπουργείου Άμυνας.
Σύμφωνα με εκπρόσωπο της υπηρεσίας, το γραφείο Τύπου συγκεκριμένου τομέα χαρακτηρίζεται πλέον ως χώρος που υπόκειται σε κανονισμούς απορρήτου, γεγονός που αλλάζει ριζικά το καθεστώς πρόσβασης που ίσχυε μέχρι σήμερα.
Αποκλεισμός δημοσιογράφων
Όπως ανακοινώθηκε, στο συγκεκριμένο τμήμα εργάζονται υπάλληλοι που συντάσσουν ομιλίες και διαχειρίζονται διαβαθμισμένα έγγραφα. Για τον λόγο αυτό, οι δημοσιογράφοι δεν θα επιτρέπεται πλέον να εισέρχονται στον χώρο.
Η απόφαση αυτή περιορίζει την άμεση επαφή του Τύπου με υπηρεσιακούς παράγοντες και ενισχύει το μοντέλο επικοινωνίας μέσω πιο ελεγχόμενων διαύλων.
Ευρύτερη αυστηροποίηση μετά το 2025
Οι νέοι περιορισμοί εντάσσονται σε μια ευρύτερη αλλαγή πολιτικής που εφαρμόζεται μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025.
Το Πεντάγωνο έχει ήδη επιβάλει σειρά μέτρων που επηρεάζουν τη λειτουργία των διαπιστευμένων δημοσιογράφων, αυξάνοντας τον έλεγχο στη ροή πληροφοριών.
Αντιδράσεις και νομικές προσφυγές
Νωρίτερα, το υπουργείο είχε απαιτήσει από δημοσιογράφους να μην ζητούν ή δημοσιεύουν ορισμένες πληροφορίες χωρίς προηγούμενη έγκριση, με ποινή απώλειας διαπίστευσης.
Η πολιτική αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από μέσα ενημέρωσης, όπως οι New York Times, τα οποία προσέφυγαν στη δικαιοσύνη.
Ομοσπονδιακός δικαστής είχε κρίνει ότι σημαντικό μέρος των μέτρων παραβιάζει συνταγματικές εγγυήσεις, ωστόσο οι περιορισμοί συνεχίστηκαν και ενισχύθηκαν.
Περιορισμοί στην κίνηση μέσα στο Πεντάγωνο
Πέρα από την πρόσβαση στο γραφείο Τύπου, έχουν επιβληθεί και επιπλέον μέτρα:
- Περιορισμός μετακινήσεων των δημοσιογράφων εντός του κτιρίου
- Υποχρεωτική συνοδεία εκτός συγκεκριμένων ζωνών
- Κλείσιμο του λεγόμενου «διαδρόμου των ανταποκριτών»
Η νέα πολιτική του Πενταγώνου σηματοδοτεί μια σαφή σκλήρυνση στον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική στρατιωτική διοίκηση διαχειρίζεται τη σχέση της με τον Τύπο, επαναφέροντας τη συζήτηση για τα όρια ανάμεσα στην εθνική ασφάλεια και την ελευθερία της ενημέρωσης.