Στην επιστολή του, ο Τζον Χίλι μιλά για έλλειψη προθυμίας από το υπουργείο Οικονομικών και αδυναμία του Κιρ Στάρμερ να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων της Βρετανίας.
Ο Τζον Χίλι παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού Άμυνας με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ. Ενώ αναφέρει πως αισθάνεται περήφανος για την υποστήριξη που παρέχει το Ηνωμένο Βασίλειο στην Ουκρανία και την καθιέρωση της χώρας ως πρωταγωνίστρια στο ΝΑΤΟ, εκφράζει την έντονη δυσαρέσκειά του για την χρηματοδότηση του πολυαναμενόμενου σχεδίου επενδύσεων στην Άμυνα.
Αναφέρει στην επιστολή του ότι η χρηματοδοτική ρύθμιση «την οποία έλαβα για πρώτη φορά στο σύνολό της το απόγευμα της Δευτέρας αυτής της εβδομάδας», «υπολείπεται κατά πολύ των αναγκών της άμυνας και της χώρας σε αυτή την επικίνδυνη περίοδο».
Βασικά σημεία της επιστολής παραίτησης του Βρετανού υπουργού Άμυνας
Ακολουθούν μερικά από τα βασικά σημεία της επιστολής:
«Αυτή η νέα εποχή για την άμυνα απαιτούσε περαιτέρω επενδύσεις μέσω του Σχεδίου Επενδύσεων στην Άμυνα. Η εξαιρετική και εκτεταμένη διακυβερνητική συνεργασία που ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο - υπό την επίβλεψη τη δική σας, εμού και του υπουργού Οικονομικών - επιβεβαίωσε το μέγεθος της πρόκλησης και τις αυξανόμενες απαιτήσεις στον τομέα της άμυνας».
«Από τότε, εσείς δεν έχετε καταφέρει, και το υπουργείο Οικονομικών δεν έχει δείξει προθυμία, να διαθέσετε τους πόρους που χρειάζεται η χώρα για να υπερασπιστεί τον εαυτό της σε αυτή την εποχή αυξανόμενων απειλών».
«Όπως σας έχω περιγράψει, υπάρχουν αξιόπιστοι τρόποι αντιμετώπισης των μεσοπρόθεσμων χρηματοδοτικών προκλήσεων, μέσω πολυεθνικής συνεργασίας και όπως κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ώστε να μπορέσουμε να προστατεύσουμε την ικανότητά μας να εκπληρώσουμε τις αποστολές της Εργατικής Κυβέρνησής μας.
«Γνωρίζετε τι χρειάζεται η άμυνα. Το υποστηρίξατε με δύναμη στην ομιλία σας στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια του Μονάχου τον περασμένο Φεβρουάριο. Χωρίς ένα Σχέδιο Επενδύσεων στην Άμυνα (DIP) που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της στιγμής, αναγκάζομαι να λάβω αποφάσεις που θα μειώσουν την ετοιμότητα των Ενόπλων Δυνάμεών μας και θα αυξήσουν τον κίνδυνο για το προσωπικό που συμμετέχει σε επιχειρήσεις, και θα μπορούσαν να κάνουν τη χώρα λιγότερο ασφαλή».